
Η συζήτηση για το άσυλο στην Ελλάδα γίνεται συνήθως με συνθήματα. Από τη μία πλευρά, παρουσιάζεται η χώρα ως «φρούριο» που απορρίπτει μαζικά ανθρώπους που ζητούν προστασία. Από την άλλη, παρουσιάζεται ως ξέφραγο αμπέλι που δίνει άσυλο σχεδόν σε όλους. Η αλήθεια, όπως συνήθως, είναι πιο σύνθετη — και πολύ πιο πολιτικά ενοχλητική.
Το 2025 η Ελλάδα είχε ένα από τα πιο βαριά φορτία ασύλου στην Ευρώπη. Σύμφωνα με τη Eurostat, κατέγραψε 55.400 πρώτες αιτήσεις ασύλου, δηλαδή το 8% του συνόλου της ΕΕ, ενώ σε σχέση με τον πληθυσμό είχε την υψηλότερη αναλογία στην Ένωση: 5,3 αιτούντες ανά 1.000 κατοίκους. Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα δεν ήταν απλώς χώρα διέλευσης· ήταν χώρα πρώτης μεγάλης πίεσης για ολόκληρο το ευρωπαϊκό σύστημα. (European Commission)
Πάνω από τους μισούς πήραν προστασία
Τα επίσημα στοιχεία του Υπουργείου Μετανάστευσης και Ασύλου δείχνουν ότι το 2025, στον πρώτο βαθμό, εκδόθηκαν 45.840 αποφάσεις ουσίας και απαραδέκτου. Από αυτές, 24.353 οδήγησαν σε καθεστώς πρόσφυγα και 2.384 σε επικουρική προστασία. Το συνολικό ποσοστό αναγνώρισης στον πρώτο βαθμό έφτασε έτσι στο 58,33%. (Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου)
Με απλά λόγια, σχεδόν 6 στους 10 που κρίθηκαν στο ελληνικό σύστημα πήραν κάποια μορφή διεθνούς προστασίας. Δεν είναι μικρό ποσοστό. Αντιθέτως, δείχνει ότι μεγάλο μέρος των ανθρώπων που φτάνουν στην Ελλάδα δεν είναι απλώς οικονομικοί μετανάστες, αλλά προέρχονται από χώρες πολέμου, διάλυσης, διώξεων ή ακραίας αστάθειας.
Υπάρχει όμως και δεύτερη ανάγνωση. Αν αφαιρεθούν οι απαράδεκτες ή διαδικαστικές υποθέσεις και εξεταστούν μόνο οι αιτήσεις που κρίθηκαν επί της ουσίας, οργανώσεις που παρακολουθούν το άσυλο ανεβάζουν το ποσοστό αναγνώρισης του 2025 στο 70,6%. Αυτό δεν είναι λεπτομέρεια· είναι η απόδειξη ότι ο τρόπος μέτρησης αλλάζει ριζικά την πολιτική αφήγηση. (R.S.A.)
Η μεγάλη παγίδα του μέσου όρου
Το 58,33% είναι ένας μέσος όρος που κρύβει δύο τελείως διαφορετικές πραγματικότητες.
Για ορισμένες εθνικότητες, το άσυλο ήταν σχεδόν βέβαιο. Το 2025, στον πρώτο βαθμό, το ποσοστό αναγνώρισης ήταν 96,69% για τους Αφγανούς, 96,52% για τους Σουδανούς, 94,44% για τους Υεμενίτες, 91,34% για τους Παλαιστίνιους και 79,30% για τους Σύρους. Αυτές οι χώρες εξηγούν γιατί ο συνολικός μέσος όρος ανεβαίνει τόσο ψηλά. (Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου)
Αντιθέτως, για άλλες εθνικότητες, οι πιθανότητες ήταν πρακτικά μηδενικές. Το 2025 το ποσοστό αναγνώρισης ήταν 0% για το Νεπάλ, 0,26% για τη Γεωργία, 0,33% για το Μπαγκλαντές, 0,79% για την Αίγυπτο, 0,82% για το Πακιστάν, 1,68% για την Αλβανία και 2,14% για την Ινδία. (Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου)
Εδώ βρίσκεται ο πυρήνας του προβλήματος. Το ίδιο σύστημα δέχεται σχεδόν μαζικά αιτήσεις από εμπόλεμες ή διαλυμένες χώρες και απορρίπτει σχεδόν μαζικά αιτήσεις από χώρες που θεωρούνται κυρίως πηγές οικονομικής μετανάστευσης. Άρα η πραγματική ερώτηση δεν είναι αν η Ελλάδα «δίνει πολύ άσυλο» ή «δεν δίνει άσυλο». Η πραγματική ερώτηση είναι αν μπορεί να ξεχωρίσει γρήγορα και καθαρά τις δύο κατηγορίες.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η απόφαση αλλά η επιστροφή
Το ελληνικό σύστημα, όπως και το ευρωπαϊκό, δεν κρίνεται μόνο από το ποσοστό αποδοχής. Κρίνεται από το τι γίνεται μετά την απόρριψη. Αν ένας αιτών από χώρα με ποσοστό αναγνώρισης κάτω του 1% απορριφθεί αλλά παραμείνει στη χώρα για χρόνια, τότε η απόφαση υπάρχει στα χαρτιά αλλά όχι στην πράξη.
Αυτό είναι το μεγάλο κενό. Οι υψηλές αποδοχές για Αφγανιστάν, Σουδάν, Υεμένη, Παλαιστίνη και Συρία μπορούν να εξηγηθούν από την κατάσταση στις χώρες προέλευσης. Οι σχεδόν μηδενικές αποδοχές για Νεπάλ, Γεωργία, Μπαγκλαντές, Αίγυπτο, Πακιστάν, Αλβανία και Ινδία δείχνουν ότι το κράτος αναγνωρίζει πως πολλές αιτήσεις δεν έχουν ισχυρή βάση προστασίας. Αν όμως οι απορριφθέντες δεν επιστρέφουν, τότε το άσυλο μετατρέπεται από μηχανισμό προστασίας σε μηχανισμό παραμονής.
Η Ελλάδα πιέζεται περισσότερο από όσο αντέχει
Το στοιχείο της Eurostat ότι η Ελλάδα είχε το 2025 τη μεγαλύτερη αναλογία πρώτων αιτήσεων ασύλου ανά πληθυσμό στην ΕΕ είναι πολιτικά βαρύ. Δεν μιλάμε για μια μεγάλη χώρα όπως η Γερμανία ή η Γαλλία, που μπορεί να απορροφήσει αριθμούς μέσα σε πολύ μεγαλύτερη οικονομία και κοινωνική υποδομή. Μιλάμε για μια χώρα με περιορισμένες διοικητικές δυνατότητες, νησιωτικά σύνορα, ήδη πιεσμένο στεγαστικό πρόβλημα και αδύναμο μηχανισμό επιστροφών. (European Commission)
Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν το ποσοστό αποδοχής είναι θεσμικά εξηγήσιμο, η κοινωνική πίεση παραμένει πραγματική. Η συζήτηση δεν μπορεί να γίνεται μόνο με ανθρωπιστικούς όρους ούτε μόνο με όρους ασφάλειας. Πρέπει να γίνεται με όρους κρατικής ικανότητας. Πόσους μπορεί να καταγράψει η χώρα; Πόσους μπορεί να στεγάσει; Πόσους μπορεί να εντάξει; Πόσους μπορεί να επιστρέψει όταν απορρίπτονται;
Το 2026 δείχνει αυστηρότερη στροφή
Το πρώτο τρίμηνο του 2026 δείχνει ήδη αλλαγή. Το ποσοστό αναγνώρισης στον πρώτο βαθμό έπεσε στο 40,49%, με 4.763 αποφάσεις για καθεστώς πρόσφυγα και 765 για επικουρική προστασία, σε 13.652 αποφάσεις ουσίας και απαραδέκτου. Στον δεύτερο βαθμό, το ποσοστό ήταν μόλις 4,81%. (Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου)
Η πτώση αυτή μπορεί να σημαίνει τρία πράγματα: αλλαγή στο μίγμα των εθνικοτήτων, αυστηρότερη διοικητική γραμμή ή ταχύτερη απόρριψη αιτήσεων από χώρες χαμηλής πιθανότητας ασύλου. Πιθανότατα ισχύουν και τα τρία μαζί.
Ακόμη και το 2026, όμως, οι διαφορές ανά χώρα παραμένουν τεράστιες. Στο πρώτο τρίμηνο, το ποσοστό αναγνώρισης ήταν 92,67% για την Υεμένη, 82,16% για το Σουδάν, 73,97% για την Παλαιστίνη, 69,93% για την Ερυθραία και 69,48% για το Αφγανιστάν. Αντίθετα, ήταν 0% για Νεπάλ και Γεωργία, 0,31% για την Αίγυπτο, 0,38% για το Μπαγκλαντές, 0,90% για το Πακιστάν και 1,23% για την Αλβανία. (Υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου)
Το πολιτικό συμπέρασμα
Το 2025 απέδειξε ότι η Ελλάδα δεν έχει ένα απλό πρόβλημα «πολλών αιτήσεων». Έχει πρόβλημα διαχωρισμού, ταχύτητας και εκτέλεσης αποφάσεων. Για όσους προέρχονται από πραγματικές ζώνες κινδύνου, το σύστημα δίνει προστασία σε πολύ υψηλά ποσοστά. Για όσους προέρχονται από χώρες που δεν δικαιολογούν συνήθως διεθνή προστασία, το σύστημα απορρίπτει σχεδόν καθολικά.
Το μεγάλο ερώτημα είναι τι γίνεται μετά.
Αν οι δικαιούχοι προστασίας δεν εντάσσονται οργανωμένα, δημιουργούνται κοινωνικά γκέτο. Αν οι απορριφθέντες δεν επιστρέφουν, δημιουργείται μήνυμα ότι η αίτηση ασύλου λειτουργεί ως εισιτήριο παραμονής. Και αν η ΕΕ αφήνει τις χώρες πρώτης γραμμής να σηκώνουν δυσανάλογο βάρος, τότε η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη μένει περισσότερο σύνθημα παρά πολιτική.
Άρα το πραγματικό θέμα δεν είναι αν το 58,33% του 2025 είναι «πολύ» ή «λίγο». Το πραγματικό θέμα είναι ότι το ελληνικό σύστημα μοιάζει να ξέρει ποιους πρέπει να προστατεύσει, αλλά δεν έχει ακόμη αποδείξει ότι μπορεί να επιστρέψει αποτελεσματικά όσους δεν δικαιούνται προστασία. Εκεί θα κριθεί και το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο. Όχι στις ανακοινώσεις. Στις επιστροφές.
