spot_imgspot_img

Related Posts

Top 5 This Week

Ο Φιλ Ιερόπουλος μιλάει στο ελc για το “Uchronia” που μετά την Μπερλινάλε κάνει πρεμιέρα στην Ελλάδα

Μετά την επεισοδιακή του πρεμιέρα στο Φεστιβάλ του Βερολίνου, το “Uchronia“, η δεύτερη μεγάλη μήκους ταινία του Φιλ Ιερόπουλου, μετά το “Avant-Drag!”, έρχεται από την Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου για μία εβδομάδα προβολών στον κινηματογράφο Τριανόν. Καθημερινά οι προβολές θα πλαισιώνονται με μια σειρά συζητήσεων εμπνευσμένες από τις θεματικές της ταινίας.

Το “Uchronia” σε σενάριο του Φοίβου Δούσου, σεναριογράφου και του “Avant-Drag!”, εμπνέεται από το βιβλίο του Αρθούρου Ρεμπώ «Μια εποχή στην κόλαση». Το φάντασμα του Ρεμπώ ταξιδεύει στον χρόνο και συναντά επαναστατικές φιγούρες των τελευταίων 150 χρόνων.

Είχαμε τη χαρά να συζητήσουμε με τον σκηνοθέτη της ταινίας Φιλ Ιερόπουλο και όπως αντικατοπτρίζεται και στις εξαιρετικά ενδιαφέρουσες απαντήσεις του, έτσι ακριβώς και το “Uchronia” είναι μια ταινία που χαρακτηρίζεται από βάθος, πολιτική τόλμη και διαύγεια στη ματιά της.

Φιλ Ιερόπουλος | ©Μιχάλης Γκατζόγιας

Ακούγοντας στις ανταποκρίσεις από το Φεστιβάλ του Βερολίνου, ότι είχατε σηκώσει πανό που έλεγε “FUCK OFF WENDERS, CINEMA IS POLITICS”, όσο κι αν επί της ουσίας του επιχειρήματος συμφωνούσα, ομολογώ ότι μου είχε φανεί κάπως αμετροεπές (;), ασεβές (;), φώτα σε μένα (;). Βλέποντας όμως το “Uchronia” άλλαξα ριζικά γνώμη και αντίθετα θα μου φαινόταν ασυνεπές ως υποκριτικό το να μην αντιδρούσατε με παρόμοιο τρόπο. Οπότε θα ήθελα να μας μιλήσεις για τη σχέση ανάμεσα στο σινεμά και την πολιτική, τόσο γενικά όσο και σε σχέση και για το συγκεκριμένο περιστατικό. Για τα κίνητρά του, για τις αντιδράσεις που προκάλεσε, για τον ίδιο τον Βέντερς ενδεχομένως.

Καλό είναι που άλλαξες γνώμη και που το παραδέχεσαι! It takes guts, θα έλεγα, να εκφράσεις μια ριζική αλλαγή τοποθέτησης, οπότε kudos to you. Αλλά γυρνώντας πίσω στην αρχική σου τοποθέτηση, γιατί να έχουμε πάντα το ένστικτο πως τα πανκ, φωνακλάδικα, έστω και κάπως κωλοπαιδίστικα πράγματα γίνονται μόνο για αυτοπροβολή; Μήπως έτσι καταλήγουμε να χάνουμε σημαντικά φώτα δημοσιότητας που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για προοδευτικό σκοπό και μέσα από έναν (μικροαστικό;) καθωσπρεπισμό μας, στο τέλος παίρνουν όλο τον χώρο οι ακροδεξιοί; Δες τις περιπτώσεις του Mamdani, της Alexandria Cortez ή ακόμα περισσότερο του Abdul El-Sayed. Επιτέλους οι δημοκρατικοί στις ΗΠΑ κατάλαβαν πως πρέπει να παίξουν και με όρους θεάματος! Ε, κάτι αντίστοιχο θεωρώ πως είναι αυτό που κάναμε στο Βερολίνο. Πιστεύεις πως όταν βάλαμε τη λέξη fuck δεν γνωρίζαμε ότι είναι βρισιά; Μπήκε για λόγους θεαματικούς. Δεν είμαστε πανκς, είμαστε ακαντέμικς (χαχαχ). Να σημειωθεί επίσης πως Βέντερς προσωπικά βλέπω από έφηβος και πως όποιος θέλει να κάνουμε κοντρίτσα ανάλυση ταινιών του Βέντερς, bring it on!

Αλλά η πραγματική ιεροσυλία δεν είναι αυτό που κάναμε εμείς – είναι αυτό που εκφράστηκε σε ένα φεστιβάλ σαν το Βερολίνο που είναι ιστορικά πολιτικό, από έναν άνθρωπο τόσο έξυπνο όπως αυτός. Τη δική του υστεροφημία κατέστρεψε μ’ αυτό που είπε και τρέχει τώρα να τα μαζέψει. Επίσης όταν έχουμε συστηματική εξόντωση αμάχων με τη συν-υπογραφή της ΕΕ, τότε το να ταραζόμαστε από ένα fuck είναι λίγο σαν αυτούς που τους δείχνουν το φεγγάρι και κοιτάνε το δάχτυλο: εστιάζουν στη λανθασμένη πληροφορία. Όπως είχε πει και ο Γκοντάρ στις Κάννες το 1968: «Εμείς μιλάμε για αλληλεγγύη προς τους φοιτητές και τους εργαζόμενους, ενώ εσείς μιλάτε για τράβελινγκ και κοντινά πλάνα. Είστε μαλάκες.». Και η αλήθεια είναι πως είχαμε πολλή υποστήριξη στην αντίδρασή μας από διάφορα μέρη του κόσμου, από ανθρώπους που ένιωσαν πως αρκετά πια μ’ αυτό που συμβαίνει στη Γερμανία που λες τη λέξη Παλαιστίνη και συλλαμβάνεσαι, αλλά και από κάποιους που αγαπούν τον Βέντερς και θεώρησαν πως αυτή η ανοησία που είπε δεν ήταν αντάξια της πορείας του. Τώρα όσον αφορά σε αυτούς για τους οποίους το στάτους του Βέντερς είναι πιο σημαντικό από μια γενοκτονία, δεν θα ασχοληθώ, και να σου πω την αλήθεια πραγματικά αναρωτιέμαι αν κατάλαβαν ποτέ έργα όπως η Αλίκη στις Πόλεις ή τα Φτερά του Έρωτα.

Η ιδέα «πολιτικό-εναντίον-αισθητικό» είναι μια ανιστόρητη ανοησία που έχει προκύψει από μια εστέτ μπουρζουά κατανόησης της τέχνης προς το τέλος του 20ου αιώνα / αρχές 21ου, η οποία δεν έχει πολύ σχέση ιστορικά με τις πρωτοπορίες όπως τις είδαμε σε διάφορες στιγμές του 20ου αιώνα. Το σινεμά γεννήθηκε μέσα στην πολιτική, σε μια εποχή με πολέμους, την έκρηξη της ψυχανάλυσης και καλλιτεχνικά ρεύματα που παίρνουν απολύτως πολιτική θέση, όπως οι κονστρουκτιβιστές, οι ντανταϊστές, οι σουρεαλιστές και ναι και οι φασίστες φουτουριστές. Στη συνέχεια της ιστορίας του σινεμά, η πολιτική συνομιλεί συνεχώς με την αισθητική – από τον ιταλικό νεορεαλισμό και το nouvelle vague μέχρι το νέο γερμανικό σινεμά και το βρετανικό πανκ, τα μετα-αποικιακά ντοκιμαντέρ της νότιας Αμερικής και το κουήρ underground, δεν νοείται μια ιστορία του σινεμά χώρια από την πολιτική! Ακόμα και οι απόλυτοι μάστoρες μιας αρκετά αισθητικής «υψηλής τέχνης» του σινεμά, πχ ο Bela Tarr ή ο Αγγελόπουλος, πώς γίνεται να τους δούμε εκτός πολιτικής ανάλυσης; Τα τελευταία χρόνια, λοιπόν, έχει προκύψει στην Ευρώπη μια φάση «ουφ, όλα τα κάνετε πολιτικά» από μια anti-woke μερίδα ανθρώπων που τάχα μας έχουν βάλει διλήμματα (ιστορικά ανύπαρκτα) μεταξύ αισθητικής και πολιτικής για να κρύψουν το ότι στην πραγματικότητα θα προτιμούσαν να πάμε πίσω στον Μεσαίωνα.

Έχετε φτιάξει μια ταινία που βάζει τον πήχη πολύ ψηλά σε όσα θέλει να πει. Την ίδια ώρα είναι μια ταινία που φιλοδοξεί να φτάσει και σε μεγαλύτερα κοινά ή θεωρείς ότι είναι εξαρχής προορισμένη για λίγους και τρόπον τινά εκλεκτούς, για την avant-garde; Και όντας μια ταινία που θέλει να μιλήσει πολιτικά, πώς ένα τέτοιου είδους σινεμά θα μπορούσε να έχει ποτέ την απήχηση που είχε -για να είμαστε και επίκαιροι- σε ένα άλλο πεδίο ο Γιώργος Μαζωνάκης; Με τον τρόπο ίσως που ο Ρεμπώ δεν είχε ιδιαίτερη απήχηση στη δική του εποχή, μέχρι που οι εποχές άλλαξαν;

Μεγάλη κουβέντα ανοίγεις τώρα για την avant-garde και για τις προσδοκίες της, μεγάλη κουβέντα και με αρκετά πληγωτική ιστορία. Ο Μαγιακόφσκι πίστευε πως η πρωτοπορία πρέπει να είναι και για τις μάζες, αλλά όταν είδε πού κατέληξε το κομμουνιστικό κόμμα, φούνταρε. Οι σοβιετικοί κινηματογραφιστές πίστευαν στα 20s πως μπορείς να κάνεις μαζικές πρωτοποριακές ταινίες. Όταν πρωτοείδα τον Άνθρωπο με την Κινηματογραφική Μηχανή του Βερτόφ, προσωπικά με ταρακούνησε πάρα πολύ αυτή η ελπίδα του για μαζική αλλά και ρηξικέλευθη επικοινωνία.

Δεν ξέρω αν το Uchronia είναι για πολύ κόσμο, δεν έχω ιδέα. Είναι σίγουρα η πιο απαιτητική απ’ τις τρεις ταινίες που έχουμε κάνει. Όμως σε αντίθεση με ένα μεγάλο κομμάτι της πειραματικής τέχνης σήμερα που είναι κάπως αντι-επικοινωνιακό, αντι-συναισθηματικό κλπ, εμείς δεν έχουμε τόσο μεγάλη κόντρα με την έννοια του θεάματος. Έχω δει στη ζωή μου πολλές σκληρά avant-garde ταινίες και κάποιες τις διδάσκω κιόλας, αλλά αυτές που κάνω παίρνουν μαζί τους κάποιες εκδοχές και της pop κουλτούρας. Και έτσι κάπως νιώθω πως απλώνουμε ένα χέρι σε ένα πιο ευρύ κοινό και θέλουμε να συνομιλήσουμε – δεν κλεινόμαστε. Είμαι απαιτητικός σκηνοθέτης, δεν σημαίνει είμαι ελιτιστής. Σημαίνει αγαπώ και σέβομαι το πιθανό κοινό που βρίσκεται απέναντί μου και δεν το θεωρώ ντεφάκτο χαζό. Και το μέινστριμ καμιά φορά σε εκπλήσσει. Χωρίς να τρελαίνομαι κιόλας προσωπικά, η ταινία Everything Everywhere All at Once είναι με διάφορους τρόπους μια πειραματική ταινία. Το πώς βρέθηκε στην κορυφή των Όσκαρ παραμένει ένα γκλιτς.

Δεν πιστεύω πως μπορεί ποτέ μια avant-garde ταινία στην παρούσα συνθήκη να έχει τη μαζική επιρροή που έχει ένας ποπ σταρ, όπως ο Μαζωνάκης. Δεν είναι όμως αυτή η δουλειά μας. Η δουλειά μας είναι να σπρώχνουμε το ντισκούρ προς την πρωτοπορία και την ανατρεπτικότητα και αυτό να το παίρνει κάποιος πιο μέινστριμ και να το μαζικοποιεί, κι αυτό να μετατρέπεται σε κάτι ακόμα πιο μέινστριμ κλπ. Είναι αυτό που λέμε τα ripple effects, μια αλυσίδα. Όσο για τον Μαζωνάκη που αναφέρεις, τίποτα δεν είναι τελικά τόσο απρόσμενο. Οι σχέσεις του με την κουήρ και underground κουλτούρα τον έκαναν αυτόν που ήταν. Ο Μαζωνάκης είχε κάποτε συνεργαστεί με το ντούετο ηλεκτρονικής μουσικής Glacial, που αποτελείται από άτομα που γνωρίζουν καλά τη δουλειά μας ή με τη Στέγη, έναν θεσμό με τον οποίο έχουμε δέκα χρόνια έντονο αντιστικτικό διάλογο. Οπότε από το “Uchronia” μέχρι τον Μαζώ, τελικά είναι δύο τσιγάρα δρόμος ο πολιτισμός στην Ελλάδα.

Έχετε τον φόβο (από την ταινία αυτό καταλαβαίνω τουλάχιστον και διορθώστε με αν κάνω λάθος), ότι η queer κοινότητα κατακτώντας ορισμένα βασικά επίδικα, έχει ταυτόχρονα αρχίσει να συντηρητικοποιείται. Θεωρείς ότι είναι πανίσχυρη η αφομοιωτική και κονφορμιστική δύναμη του συστήματος ή ότι όσο πανίσχυρη κι αν είναι, αντικουλτούρες και διαφορετικοί τρόποι σκέψης πάντα θα την απειλούν;

Ναι, όπως το λες, αυτό λέμε. Υπάρχει συντηρητικοποίηση της κουήρ κουλτούρας σήμερα και η ταινία αυτή κρούει τον κώδωνα του κινδύνου. Σε μια σκηνή κάνουμε μια αναφορά στο ακροδεξιό AfD και δυστυχώς οι εκλογές στη Γερμανία πριν λίγες μέρες δεν μας διέψευσαν. Αυτό συμβαίνει σε όλα τα κινήματα, καλώς ή κακώς. Κακώς λέω εγώ, αλλά ίσως αναπόφευκτα; Ίσως οι άνθρωποι έχουν μια έμφυτη τάση για οκνηρία και όταν πλέον παίρνουν από την κοινωνία αυτό που διεκδίκησαν, μετά επαναπαύονται και συντηρητικοποιούνται; Υπάρχει στους ανθρώπους η δυνατότητα για συνεχή επαναστατική διάθεση ή είναι κάτι που γεννιέται στους νέους και μετά πεθαίνει; Δεν ξέρω. Κάποιοι άνθρωποι μπορούν να επανεφεύρουν τον εαυτό τους ξανά και ξανά. Ο Μπέκετ ή ο Χέρτζογκ μέχρι τα γεράματά τους φαίνονται με πίστη στον πειραματισμό και την εκκεντρικότητα. Αλλά υπάρχουν και οι Σαββόπουλοι και Morrissey δυστυχώς.

Πάντως για να απαντήσω στο αν οι αντικουλτούρες μπορούν να αφομοιωθούν τελείως, η άποψή μου είναι πως τελικά όχι δεν μπορούν. Όσες εκθέσεις σε μουσεία και να γίνουν για τους καταστασιακούς, παραμένουν φρίκουλα και επικίνδυνοι για τη γαλλική κυριαρχία. Ο Ρεμπώ ποτέ δεν έγινε στην πραγματικότητα κομμάτι της επίσημης γαλλικής ιστορίας. Απλά αξίζει να πούμε πως κανείς Γάλλος δεν έχει κάνει διασκευή το Μια Εποχή στην Κόλαση σε ταινία μεγάλου μήκους, αλλά και το ότι 2-3 biopics για τον Ρεμπώ που έχουν βγει δεν είναι καν από Γάλλους. Κι όσο για κάτι τυχοδιώκτες που θεωρούν πως μπορούν να παίξουν παρέα με τους φασίστες αλλά τάχα με δικούς τους όρους, αξίζει να δούμε την περίπτωση του Milo Yiannopoulos, ο οποίος θεωρούσε πως μπορούσε να είναι εκκεντρική κουήρ περσόνα παράλληλα με το να είναι τσιράκι των republicans, μέχρι που μπούκαραν στο σπίτι του, τον συνέλαβε το ICE και τώρα κλαίγεται από δω κι από κει. «Δεν ήξερα πως οι λεοπαρδάλεις θα μου κατασπαράξουν το πρόσωπο», όπως λέει η έκφραση.

Η ιδέα για το να πατήσετε πάνω στο «Μια Εποχή στην Κόλαση» του Ρεμπώ προέκυψε κάπως από συζητήσεις σου με τον Φοίβο Δούσο (που υπογράφει το σενάριο) ή ήταν ενός από τους δύο; Και γενικά με ποιον τρόπο δουλεύετε; Με αυστηρά όρια ανάμεσα στο σενάριο και τη σκηνοθεσία ή με πολλές εκατέρωθεν ιδέες και προτάσεις;

Δουλεύουμε πάντα πίσω-μπρος μεταξύ του σεναρίου και της οπτικοποίησής του, δηλαδή όλα αλλάζουν μέχρι και την τελευταία στιγμή του μοντάζ. Δεν ανακαλύπτουμε κανέναν τρόχό εδώ, ούτε και μόνο στα πολύ πειραματικά συμβαίνει αυτό. Δηλαδή από τον Κασσαβέτη μέχρι τον Γκοντάρ, η ιδέα ότι το σενάριο μιας ταινίας είναι ένα work in progress που εξελίσσεται παράλληλα με τη δημιουργία της ταινίας, είναι κάτι που έχει δοκιμαστεί από πολύ κόσμο και κατά τη γνώμη μου δημιουργεί ενδιαφέρουσες περίπλοκες ταινίες.

Τώρα, ως προς το πώς ξεκινήσαμε με τον Ρεμπώ, η ιστορία πάει κάπως εξής. Στην προηγούμενή μας ταινία, Avant-Drag!, καταπιανόμασταν με τη συντηρητικότητα της ελληνικής κοινωνίας και είχε ενδιαφέρον ότι η ταινία ταξίδεψε πολύ διεθνώς, πήγε σε πάνω από 70 διεθνή φεστιβάλ, ειδικά στην Ευρώπη. Κάπου βλέποντας αυτή την πορεία και μετά από μερικά Q&A που κάναμε όπου μας αντιμετώπιζαν ως καημένους Έλληνες που έχουμε την ατυχία να ζούμε σε μια συντηρητική χώρα, αρχίσαμε να σκεφτόμαστε πως θα ήταν αρκετά ωραία να συνεχίσουμε με μια ταινία που να καταπιάνεται με τη σημερινή σήψη της Ευρώπης και να δούμε πώς θα αντιδράσει τα ευρωπαϊκό κοινό μας σε κάτι τέτοιο. Και ενώ βρισκόμασταν σ’ αυτή τη συζήτηση, μια μέρα στις διακοπές μου έπιασα στην τύχη το Μια Εποχή στην Κόλαση που είχα να διαβάσω από την εφηβεία μου και σοκαρίστηκα με το πόσο προφητικό ήταν για το τι μπορεί να σημαίνει «δυτικότροπος βαρβαρισμός» και γενικά πόσο κράζει τη Γαλλία κλπ. Και λαμβάνοντας υπόψη και ότι ήταν γραμμένο ακριβώς στο τέλος του 19ου αιώνα, μιας στιγμής πολύ σημαντικής για την έννοια της επανάστασης, ε κάπως εκεί νιώσαμε με τον Φοίβο πως είναι το σωστό κείμενο να ανοίξουμε. Χρησιμοποιούμε διάφορα κομμάτια του ποιήματος, αλλά δεν κάνουμε αυτούσια διασκευή, κάτι τέτοιο θα ήταν γελοίο και όχι αντάξιο ενός τόσο ρηξικέλευθου έργου.

Και για να επιστρέψω για λίγο σ’ αυτό με τα διεθνή κοινά που είπα πιο πριν, η Γαλλία σίγουρα δυσκολεύεται με την ταινία, διότι ενώ έχουμε παρουσία σε μεγάλα διεθνή φεστιβάλ, όπως η Μπερλινάλε, το BFI και το Chicago Underground, στη Γαλλία μέχρι στιγμής κάνουν πως δεν μας ξέρουν. Είναι αρκετά αστείο να το βλέπεις, πόσο ανέτοιμη είναι μια τέτοια χώρα να ακούσει μια κριτική από έξω και πόσο ψευδές είναι τελικά το υποτιθέμενο ευρωπαϊκό πνεύμα της ανοικτότητας και του πολιτισμού.

Υπήρξε ποτέ η σκέψη να έχετε και εξωτερικά πλάνα ή ήταν από την αρχή δεδομένη η απόφαση ότι ολόκληρη η ταινία θα είναι γυρισμένη σε εσωτερικούς χώρους;

Ήταν απόφαση από την αρχή! Είδα την ταινία Wittgenstein του Derek Jarman λίγους μήνες πριν την ταινία μας και χρησιμοποιούσε μια παρόμοια αισθητική του black box πηγαίνοντας μπρος-πίσω στον χρόνο και μου άρεσε πολύ αυτό. Γενικά το black box που απογυμνώνει τη συνθήκη από τις ρεαλιστικές πληροφορίες του background μ’ αρέσει ως μεθοδολογία. Θεωρώ πως και στο Dogville λειτουργεί πολύ καλά. Οι ταινίες της Αντουανέττας Αγγελίδη είναι επίσης συχνά φωτογραφημένες έτσι που είναι κοντά στο black box και η φωτογραφία της με έχει επηρεάσει πολύ.

Επίσης ήταν και ένας εύκολος τρόπος να τηλεμεταφερόμαστε από την Αθήνα σε διάφορα μέρη του κόσμου και της ιστορίας, απλά και φτηνά. Τώρα αν η ερώτησή σου είναι: αν το μπάτζετ της ταινίας σας δεν ήταν το MicroBudget πρόγραμμα του ΕΚΚΟΜΕΔ, αλλά ήταν κανονικό μπάτζετ για ταινίες μεγάλου μήκους, πάλι αυτό θα έκανες κι όχι πχ. μια ταινία που θα γυριζόταν σε πέντε διαφορετικές χώρες; Ε, δεν ξέρω τι θα σου απαντούσα, δεν έχω βρεθεί ποτέ σε τέτοιο πολυτελές δίλημμα! Νομίζω όμως πως και πάλι αυτό θα έκανα, δηλαδή αλλιώς τι; Να μετατρεπόταν σε ταινία εποχής; Μπα, δεν το βλέπω.

Πώς είναι να συναναστρέφεται κανείς τον Τσάρλι Κάουφμαν; Και πώς είναι να συνεργάζεται μαζί του; Και για να ρωτήσω και κάτι ενδεχομένως χαζό, ποια ταινία του Κάουφμαν λες θα άρεσε περισσότερο στον Ρεμπώ;

Εντάξει ήταν αρκετά σουρεάλ και μεγάλη τιμή για μας να συνεργαζόμαστε με τον Τσάρλι, ήδη από την ταινία μικρού μήκους που έκανε στην Αθήνα, το How to Shoot a Ghost. Μας άρεσαν πάντα οι ταινίες του, οπότε ήταν λίγο “dream come true” φάση. Από γύρω μας υπάρχουν πάντα διάφοροι που μένουν με ανοιχτό το στόμα όταν μας βλέπουν χαλαρούς να ανταλλάσσουμε καλαμπούρια με τον Τσάρλι και την Eva HD, τη συνεργάτιδά του, αλλά νομίζω γι’ αυτό μας συμπάθησε από την αρχή, γιατί δεν ήμασταν κολαούζοι. Έχουμε και ένα whatsapp γκρουπ που στέλνουμε μεταξύ μας κινηματογραφικά κουσκουσάκια και γελάμε πολύ. Ο Τσάρλι είναι ακριβώς αυτό που βλέπεις στις ταινίες του: πολύ σκοτεινός και πολύ αστείος συγχρόνως. Μπορεί να σου μιλήσει με απόλυτη καθαρότητα αλλά και πολυεπίπεδη αμφισημία ταυτόχρονα.

Όσο για το τελευταίο σκέλος της ερώτησής σου, νομίζω πως ο νεαρός Ρεμπώ θα ψηνόταν πολύ με το “Synecdoche, New York”, αλλά ίσως ο λίγο μεγαλύτερος πιο σκοτεινός και κάπως αδιεξοδικός Ρεμπώ (της εποχής που έφυγε από την Ευρώπη) ταυτιζόταν περισσότερο με το “I’m Thinking of Ending Things”.

Τελικά όλα στη ζωή συμπυκνώνονται στο ερώτημα αν κανείς πρέπει να δαγκώσει εν γνώσει του ένα δηλητηριασμένο μήλο ή να συνεχίσει να το παλεύει και να ελπίζει; Ή τελικά όλα στη ζωή συμπυκνώνονται στο ερώτημα πώς θα έχεις ζήσει, είτε το φας το μήλο είτε όχι;

Δεν μπορώ να απαντήσω σε αυτή την ερώτηση μονομερώς, διότι αν είχα την απάντηση, δεν ξέρω, μπορεί να έγραφα απλά ένα βιβλίο “how to find happiness” κι όχι να κάνω ταινίες που βάζουν το κοινό σε κόμπους. Καταλαβαίνω τελείως και αυτούς οι οποίοι αυτοκτονούν διότι δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα. Το να είσαι άνθρωπος είναι μια συνεχής μάχη με τη ματαίωση της επιθυμίας, τη φθορά του χρόνου, τον πειρασμό της ευκολίας, το φλερτ με την άρνηση της πραγματικότητας, την παραδοχή ενός τεράστιου ανήθικου κομματιού της ιστορίας του είδους σου κλπ κλπ. Δεν είναι εύκολο, καθόλου, για τους ανθρώπους με ηθική συνείδηση. Αλλά εγώ πιστεύω ότι αξίζει να κάτσει και να το παλέψει κανείς, γιατί υπάρχει και κάτι μεγαλειώδες και πολύ συγκινητικό στη συνάντηση των ιδεών των ανθρώπων.

Info:

“Uchronia”: Η νέα ταινία του Φιλ Ιερόπουλου για τον Αρθούρο Ρεμπώ στον Κινηματογράφο Τριανόν

Popular Articles