Η «Βασίλισσα στη Θάλασσα» είναι η καλύτερη ταινία που δεν θα ξαναδείς ποτέ
Μετά από δεκαοχτώ χρόνια απουσίας, ο σκηνοθέτης Λανς Χάμερ επιστρέφει με ένα δράμα που δεν αρκείται στις εύκολες απαντήσεις

25.10.2026
Τα τελευταία χρόνια, η τέχνη στρέφεται όλο και συχνότερα στην απώλεια της μνήμης. Όχι ως μια αφηρημένη έννοια, αλλά ως μια επώδυνη πραγματικότητα που συνοδεύει τις νευροεκφυλιστικές ασθένειες και δοκιμάζει τα όρια της αυτονομίας. Στη μεγάλη οθόνη, το «Amour» του Μίχαελ Χάνεκε είναι ένα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα μιας κινηματογραφικής προσέγγισης που τοποθετεί στο κέντρο ένα ηλικιωμένο ζευγάρι που βρίσκεται πολύ κοντά στο τέλος της κοινής τους ζωής. Ακόμη πιο πρόσφατα, το «Έτσι Ξαφνικά» του Ριουσούκε Χαμαγκούτσι που έφερε στο προσκήνιο, με έναν δικό του τρόπο, την αξιοπρέπεια των ασθενών που ζουν με άνοια. Στον κόσμο της λογοτεχνίας, το «Switzy» της Έμα Κλάιν, που βρέθηκε στη shortlist των βραβείων Booker, κατέγραψε τις τελευταίες μέρες ενός άντρα με άνοια, πριν ταξιδέψει στην Ελβετία για υποβοηθούμενη ευθανασία.
Ο θάνατος και η απώλεια του εαυτού αποτελούν από μόνα τους ζητήματα δύσκολα προς διαπραγμάτευση. Η «Βασίλισσα στη Θάλασσα» του Λανς Χάμερ αποδεικνύει πως έρχονται με πολλές ακόμη ερωτήσεις που φοβόμαστε όχι μόνο να ρωτήσουμε, αλλά να ακόμη και να διατυπώσουμε.
Η Αμάντα (Ζιλιέτ Μπινός) ζει μακριά από τη μητέρα της, Λέσλι (Άνα Κάλντερ-Μάρσαλ) η οποία έχει προχωρημένη άνοια και συγκατοικεί με τον σύντροφo και μόνιμο φροντιστή της, Μάρτιν (Τομ Κόρτενεϊ). Όταν η Αμάντα τους επισκπέπτεται μια μέρα, τους βρίσκει στη μέση μιας σεξουαλικής συνεύρεσης. Πεπεισμένη πως η μητέρα της δεν μπορεί να συναινέσει, καλεί την αστυνομία και ζητά την απομάκρυνση του πατριού της. Εκείνος, ωστόσο, έχει διαφορετική άποψη για την κατάσταση: το σεξ είναι μια φυσική ανθρώπινη ανάγκη και, όπως υποστηρίζει ο ίδιος, η Λέσλι εξακολουθεί να το επιθυμεί. Η περίπλοκη υπόθεση θα πάρει μεγάλες διαστάσεις και θα τους φέρει αντιμέτωπους με τις αδυναμίες του συστήματος κοινωνικής πρόνοιας, καθώς και με τις προσωπικές τους πεποιθήσεις γύρω από το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση.

Θάρρος και αλήθεια
Πέρασαν δεκαοχτώ χρόνια από το ντεμπούτο του Χάμερ, το «Ballast», που τον καθιέρωσε ως μια ενδιαφέρουσα φωνή του ανεξάρτητου κινηματογράφου. Ίσως αυτός είναι ο λόγος που, στη «Βασίλισσα στη Θάλασσα», κάθε πλάνο του μοιάζει προσεκτικά μελετημένο και η προσέγγισή του μοιάζει να αποφεύγει τις συναισθηματικές κορυφώσεις. Ακόμη και η πρώτη σοκαριστική σκηνή, με τον Μάρτιν να βρίσκεται πάνω σε μια φανερά αποπροσανατολισμένη Λέσλι, είναι εμφατικά απλή στην κινηματογράφησή της. Ωστόσο, βάζει τον τόνο για μια ταινία που δεν θα διστάσει να ανοίξει το κουτί της Πανδώρας, θέτοντας αμήχανα ερωτήματα γύρω από τη σεξουαλικότητα, τη συναίνεση και τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην προστασία ενός ευάλωτου ατόμου και τον σεβασμό της αυτονομίας του.
Επιμένω στις ερωτήσεις γιατί αυτές είναι που βρίσκονται στον πυρήνα της ταινίας. Ο Χάμερ εξερευνά με αξιοσημείωτο θάρρος τις συνέπειες μιας απόφασης που, εκ πρώτης όψεως, μοιάζει αδιαμφισβήτητα σωστή. Όταν η Αμάντα παίρνει τηλέφωνο την αστυνομία, η μοναδική υπεράσπιση του πατριού της είναι το γεγονός πως η Λέσλι, με τον τρόπο της, εκφράζει την επιθυμία της ακόμη κι όταν αυτό φαίνεται αδύνατο. Το ζήτημα δεν είναι μονάχα αν ο Μάρτιν έχει δίκιο ή άδικο, αλλά πώς μπορεί κανείς να αναγνωρίσει τη βούληση ενός ανθρώπου όταν τα μέσα έκφρασής του έχουν περιοριστεί δραματικά.

Η συμβιωτική σχέση του ηλικιωμένου ζευγαριού προσφέρει ενδείξεις πως ο Μάρτιν ενδιαφέρεται πραγματικά για εκείνη και τη λαμβάνει υπόψη ως έναν άνθρωπο που μπορεί ακόμη να πάρει αποφάσεις. Η καθημερινότητά τους παρουσιάζει μια βαθιά οικειότητα στην οποία η ανάγκη της Λέσλι για φροντίδα αναγνωρίζεται πλήρως. Όταν η κοινωνική λειτουργούς έρχεται στο σπίτι τους για να διερευνήσει την υπόθεση, ο Μάρτιν ρωτάει τη Λέσλι ποιος είναι ο καλύτερός της φίλος. Η γυναίκα δείχνει τον ίδιο χωρίς κανέναν δισταγμό.
Παρ’ όλα αυτά, η σχέση τους δεν χρησιμοποιείται για να δικαιώσει τις πράξεις του ή για να ακυρώσει τις ανησυχίες της κόρης. Ο Χάμερ μοιάζει περισσότερο να αφήνει αυτές τις αντιφάσεις να συνυπάρχουν, ακόμη κι όταν μας κάνουν να νιώθουμε άβολα. Αυτή η αβεβαιότητα δεν μετατρέπεται ποτέ σε εκβιαστικό μελόδραμα παρά τη θεματική της ταινίας, η οποία επιμένει σε ένα παράξενο μείγμα δυσφορίας, τρυφερότητας και ειλικρίνειας.
Ένα αισιόδοξο αντίβαρο
Αν το δράμα επικεντρωνόταν μονάχα σε ένα ζευγάρι που δεν μπορεί πια να εκφράσει την αγάπη του με έναν τρόπο αποδεκτό, τότε θα ήταν μια πραγματικά μίζερη και απαισιόδοξη ταινία. Στον αντίποδα των Λέσλι και Μάρτιν, βρίσκουμε την Σάρα (Φλόρενς Χαντ), την κόρη της Αμάντα, η οποία βιώνει τον πρώτο της έρωτα με ένα αγόρι. Η ενέργεια κι ο ενθουσιασμός της μικρής παράλληλης ιστορίας, μαζί με μια αμηχανία που συγκριτικά μοιάζει καλοπροαίρετη και αθώα, έρχεται για να κρατήσει την ισορροπία στο σύνολο της ταινίας.

Είναι προφανές πως οι δύο ιστορίες είναι θεματικά συγγενείς, με την καθεμιά από αυτές να εξερευνεί τη σεξουαλικότητα σε διαφορετική ηλικία. Ωστόσο η μικρή περιπέτεια της Σάρα μοιάζει συχνά να έχει ως μοναδικό ρόλο την αποφόρτιση της ιστορίας, χωρίς απαραίτητα να διεκδικεί το δικό της βάρος
Παρά τις επιμέρους αδυναμίες της, η «Βασίλισσα στη Θάλασσα» καταφέρνει επάξια να μπει στη λίστα με αυτές τις ταινίες που δεν μπορείς να αφήσεις πίσω σου. Οι ερμηνείες παίζουν τον δικό τους ρόλο σε αυτό, με τους Κάλντερ-Μάρσαλ και Κόρτενεϊ να αποσπούν από κοινού την Αργυρή Άρκτο Καλύτερης Ερμηνείας σε Β’ Ρόλο στη Μπερλινάλε. Είναι κρίμα, λοιπόν, που είναι τόσο στοιχειωτική που δεν θα θελήσω να την ξαναδώ ποτέ.
Η «Βασίλισσα στη Θάλασσα» κυκλοφορεί στους κινηματογράφους στις 22 Οκτωβρίου από το Cinobo. Διαβάστε περισσότερες κριτικές για τις ταινίες που παίζονται.
