spot_imgspot_img

Related Posts

Top 5 This Week

Scope για Ελλάδα: Αναβάθμισε την αξιολόγηση στο BBB+, σταθερό το outlook – Οι προκλήσεις και οι κίνδυνοι

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ: 23.41

Στη βαθμίδα πιστοληπτικής αξιολόγησης BBB+ αναβάθμισε την Ελλάδα η Scope Ratings, με τον γερμανικό οίκο να αξιολογεί ως σταθερές τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας.

Όπως επισημαίνει ο γερμανικός οίκος, η αξιολόγηση της Ελλάδας σε BBB+ αποτυπώνει τη ραγδαία μείωση του δείκτη δημόσιου χρέους και την ενίσχυση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας. Υποστηρίζεται από τα μεγάλα και σταθερά πρωτογενή πλεονάσματα, τις διαρθρωτικές βελτιώσεις στη φορολογική διοίκηση και τη φορολογική συμμόρφωση, καθώς και από το ιστορικό συνετής δημοσιονομικής διαχείρισης. Οι παράγοντες αυτοί έχουν ενισχύσει την ικανότητα της κυβέρνησης να δημιουργεί έσοδα και στηρίζουν τη συνεχή αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους.

Παράλληλα, η αναβάθμιση αντανακλά τη βελτίωση της οικονομικής ανθεκτικότητας και των μεσοπρόθεσμων προοπτικών ανάπτυξης, οι οποίες ενισχύονται από τη συνεχή εφαρμογή μεταρρυθμίσεων, την ισχυρή δυναμική των επενδύσεων και τα σημαντικά επενδυτικά προγράμματα που χρηματοδοτούνται από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η Ελλάδα έχει καταγράψει σταθερά καλύτερες επιδόσεις σε σχέση με τη ζώνη του ευρώ τα τελευταία χρόνια, εξέλιξη που αποτελεί ολοένα και σαφέστερη ένδειξη της ενισχυμένης ανθεκτικότητας της ελληνικής οικονομίας σε σύγκριση με την περίοδο προ της κρίσης της πανδημίας.

Μείωση του χρέους και ενίσχυση της δημοσιονομικής βιωσιμότητας

Όπως σημειώνει η Scope, oι δημοσιονομικές επιδόσεις της Ελλάδας παραμένουν πολύ ισχυρές, με βασικούς πυλώνες την αύξηση των εσόδων, τις διαρθρωτικές βελτιώσεις στη φορολογική διοίκηση και τη φορολογική συμμόρφωση, καθώς και τη συνετή διαχείριση των δαπανών. Το 2025, η Ελλάδα κατέγραψε πλεόνασμα γενικής κυβέρνησης 1,7% του ΑΕΠ και πρωτογενές πλεόνασμα 4,9% του ΑΕΠ.

Οι δημοσιονομικές επιδόσεις παρέμειναν ανθεκτικές και το 2026, παρά το λιγότερο ευνοϊκό εξωτερικό περιβάλλον, επιβεβαιώνοντας την ενίσχυση της δημοσιονομικής θέσης της χώρας και τη συνεχή δέσμευση των αρχών στη συνετή δημοσιονομική διαχείριση.

Η Scope αναμένει ότι οι δημοσιονομικές επιδόσεις της Ελλάδας θα παραμείνουν μεταξύ των ισχυρότερων στην ΕΕ. Το συνολικό δημοσιονομικό πλεόνασμα προβλέπεται να διαμορφωθεί γύρω στο 3,0% του ΑΕΠ το 2026, ενώ το πρωτογενές πλεόνασμα εκτιμάται γύρω στο 4,1% του ΑΕΠ.

Αν και η Scope προβλέπει σταδιακή υποχώρηση του πρωτογενούς πλεονάσματος στο 3,7% του ΑΕΠ έως το 2027, η εξέλιξη αυτή αντανακλά μια μετρημένη δημοσιονομική επέκταση, μέσω υψηλότερων δαπανών για συντάξεις και προσωρινών μέτρων στήριξης στον τομέα της ενέργειας.

Παρά τη σταδιακή μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος, τα δημοσιονομικά ισοζύγια αναμένεται να παραμείνουν ισχυρά, στηρίζοντας τη συνεχή αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους.

Η συνεχής ενίσχυση της φορολογικής διοίκησης, σε συνδυασμό με θεσμικές μεταρρυθμίσεις και την ψηφιοποίηση, έχει ενισχύσει σημαντικά την είσπραξη εσόδων. Ο λόγος φόρων προς το ΑΕΠ αυξήθηκε από 20,5% το 2009 σε περίπου 28,0% το 2025, ενώ τα έσοδα από τον ΦΠΑ ενισχύθηκαν από 7,1% σε περίπου 9,5% του ΑΕΠ. Η Scope εκτιμά ότι οι μεταρρυθμίσεις αυτές θα συνεχίσουν να στηρίζουν τα πρωτογενή πλεονάσματα, τα οποία προβλέπεται να διαμορφωθούν κατά μέσο όρο στο 3,0% του ΑΕΠ την περίοδο 2028-31.

Τα πρωτογενή πλεονάσματα, σε συνδυασμό με τη θετική διαφορά μεταξύ ρυθμού ανάπτυξης και επιτοκίων, εξακολουθούν να επιταχύνουν την αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους. Η πραγματική ανάπτυξη του ΑΕΠ διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο στο 2,1% την περίοδο 2023-25, έναντι περίπου 1,0% στην ΕΕ, και η Scope προβλέπει ότι θα παραμείνει ανθεκτική, στο 1,9% το 2026 και στο 1,7% το 2027.

Με τη συνδρομή των συνεχιζόμενων δημοσιονομικών πλεονασμάτων και των περαιτέρω πρόωρων αποπληρωμών δημόσιου χρέους, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ αναμένεται να υποχωρήσει στο περίπου 136% το 2026, από 146,1% το 2025, και να μειωθεί περαιτέρω στο 110% έως το 2031.

Παρά τον πληθωρισμό, ο οποίος προβλέπεται να παραμείνει αυξημένος στο 3,8% το 2026 πριν αποκλιμακωθεί, η συνεχιζόμενη άνοδος του ονομαστικού ΑΕΠ αναμένεται να προσφέρει πρόσθετη ώθηση στη μείωση του χρέους μεσοπρόθεσμα.

Ενίσχυση της δημοσιονομικής σταθερότητας και αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους

Παράλληλα με την ανάκαμψη των επενδύσεων και τη βελτίωση των αναπτυξιακών προοπτικών, σημαντική πρόοδος έχει σημειωθεί στη δημοσιονομική θέση της Ελλάδας. Η σταθερή βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών, σε συνδυασμό με την ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας, έχει συμβάλει στη σταδιακή αποκλιμάκωση του λόγου δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει την αξιοπιστία της ελληνικής οικονομίας και δημιουργεί μεγαλύτερα περιθώρια για την αντιμετώπιση μελλοντικών οικονομικών διαταραχών.

Η βελτίωση των δημόσιων οικονομικών συνδέεται επίσης με την ενίσχυση της φορολογικής συμμόρφωσης και την ψηφιοποίηση των φορολογικών διαδικασιών. Η διεύρυνση της χρήσης ηλεκτρονικών συναλλαγών, η διασύνδεση των επιχειρήσεων με τις ψηφιακές φορολογικές υποδομές και η αξιοποίηση δεδομένων για τον περιορισμό της φοροδιαφυγής έχουν ενισχύσει τη διαφάνεια και τη δυνατότητα αποτελεσματικότερης είσπραξης των δημοσίων εσόδων. Παράλληλα, η βελτίωση της δημόσιας διοίκησης και η ψηφιοποίηση των υπηρεσιών περιορίζουν σταδιακά το διοικητικό κόστος για πολίτες και επιχειρήσεις.

Ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της παραγωγικής βάσης

Η βελτίωση των μεσοπρόθεσμων προοπτικών δεν στηρίζεται μόνο στην αύξηση της ζήτησης, αλλά και στη σταδιακή μεταβολή της παραγωγικής βάσης της οικονομίας. Οι επενδύσεις σε υποδομές, τεχνολογία, ενέργεια και ανθρώπινο κεφάλαιο μπορούν να αυξήσουν την παραγωγικότητα και να ενισχύσουν τη διεθνή ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων. Ιδιαίτερη σημασία έχει η διαφοροποίηση της οικονομικής δραστηριότητας πέρα από παραδοσιακούς τομείς, με μεγαλύτερη συμμετοχή της μεταποίησης, των υπηρεσιών υψηλής προστιθέμενης αξίας, της τεχνολογίας και της πράσινης οικονομίας.

Η προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων αποτελεί επίσης σημαντικό παράγοντα. Η βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, η σταθερότητα του θεσμικού πλαισίου και η ταχύτερη αδειοδότηση επενδύσεων μπορούν να ενισχύσουν την εισροή κεφαλαίων και τεχνογνωσίας. Ταυτόχρονα, η αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για ιδιωτικές επενδύσεις και να επιταχύνει τον μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας.

Προκλήσεις και κίνδυνοι για την επόμενη περίοδο

Παρά τη βελτίωση των οικονομικών επιδόσεων, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές προκλήσεις. Η υψηλή ακόμη επιβάρυνση του δημόσιου χρέους, η ανάγκη περαιτέρω αύξησης της παραγωγικότητας, οι δημογραφικές πιέσεις και οι ελλείψεις εργατικού δυναμικού μπορούν να περιορίσουν τον δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης. Επιπλέον, η ελληνική οικονομία παραμένει εκτεθειμένη σε εξωτερικούς παράγοντες, όπως οι γεωπολιτικές εξελίξεις, οι μεταβολές στις τιμές της ενέργειας, οι διεθνείς εμπορικές συνθήκες και η πορεία της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Η αποτελεσματική αξιοποίηση των διαθέσιμων ευρωπαϊκών πόρων και η έγκαιρη ολοκλήρωση των μεταρρυθμίσεων θα είναι επομένως καθοριστικές για τη διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής. Η πρόκληση για την επόμενη περίοδο είναι η μετάβαση από μια ανάπτυξη που στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην ανάκαμψη της ζήτησης και στις ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις σε ένα περισσότερο παραγωγικό και εξωστρεφές μοντέλο, με υψηλότερες επενδύσεις, μεγαλύτερη παραγωγικότητα και ισχυρότερη συμμετοχή της Ελλάδας στις ευρωπαϊκές και διεθνείς αλυσίδες αξίας.

Οι εξελίξεις αυτές ενισχύουν την εικόνα μιας περισσότερο ανθεκτικής ελληνικής οικονομίας και δημιουργούν θετικότερες προοπτικές για τη μεσοπρόθεσμη ανάπτυξή της. Ωστόσο, εξακολουθεί να υπάρχει αβεβαιότητα σχετικά με το κατά πόσο τα πρόσφατα επενδυτικά οφέλη θα οδηγήσουν σε μόνιμες αυξήσεις της παραγωγικότητας, σε ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας σε κλάδους υψηλότερης προστιθέμενης αξίας και, κατ’ επέκταση, σε βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των ελληνικών εξαγωγών.

Παράλληλα, η Scope εκτιμά ότι μετά τις κοινοβουλευτικές εκλογές του 2027 είναι πιθανό να διατηρηθεί σε μεγάλο βαθμό η συνέχεια της οικονομικής και δημοσιονομικής πολιτικής. Παρότι οι υφιστάμενες δημοσκοπικές τάσεις αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο ενός πιο σύνθετου σχηματισμού κυβέρνησης, οι ουσιαστικές αλλαγές στην κατεύθυνση της οικονομικής πολιτικής θεωρούνται περιορισμένες. Η βελτίωση των δημοσιονομικών και οικονομικών επιδόσεων κατά τα τελευταία χρόνια έχει ενισχύσει την αξιοπιστία του υφιστάμενου πλαισίου πολιτικής, ενώ η ευρύτερη πολιτική συμφωνία ως προς βασικές δημοσιονομικές και αναπτυξιακές προτεραιότητες λειτουργεί υποστηρικτικά για τη διατήρηση της υφιστάμενης πορείας.

Επιπλέον, η συνεχιζόμενη αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων για επενδύσεις, σε συνδυασμό με το δημοσιονομικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενισχύει περαιτέρω τη δέσμευση της χώρας για την υλοποίηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και τη διατήρηση συνετών δημοσιονομικών πολιτικών.

Προκλήσεις για την αξιολόγηση: υψηλό δημόσιο χρέος, διαρθρωτικοί περιορισμοί και εξωτερικές ευπάθειες

Παρά τη βελτίωση των οικονομικών επιδόσεων, το υψηλό επίπεδο του δημόσιου χρέους εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις βασικές αδυναμίες της ελληνικής οικονομίας. Το χρέος της Ελλάδας παραμένει μεταξύ των υψηλότερων στην Ευρωζώνη και αποτελεί παράγοντα που επηρεάζει αρνητικά το πιστωτικό προφίλ της χώρας σε σύγκριση με κράτη που διαθέτουν υψηλότερη πιστοληπτική αξιολόγηση.

Ωστόσο, σύμφωνα με την ανάλυση βιωσιμότητας του χρέους της Scope, αναμένεται ότι το βάρος του δημόσιου χρέους θα συνεχίσει να μειώνεται σταθερά τα επόμενα χρόνια. Η εξέλιξη αυτή στηρίζεται κυρίως στη διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων, τα οποία εκτιμάται ότι θα διαμορφωθούν κατά μέσο όρο περίπου στο 3% του ΑΕΠ την περίοδο 2026-2031. Παράλληλα, η ευνοϊκή σχέση μεταξύ του ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης και του κόστους δανεισμού, καθώς και η σχετικά ευνοϊκή διάρθρωση του ελληνικού χρέους και το περιορισμένο κόστος εξυπηρέτησής του, συμβάλλουν στη σταδιακή αποκλιμάκωση του χρέους.

Με βάση το βασικό σενάριο της Scope, το δημόσιο χρέος αναμένεται να υποχωρήσει από περίπου 145,7% του ΑΕΠ το 2025 σε περίπου 110% του ΑΕΠ έως το 2031. Παρόλα αυτά, ο ρυθμός αποκλιμάκωσης εκτιμάται ότι θα επιβραδυνθεί σταδιακά. Αυτό οφείλεται στην αναμενόμενη επιβράδυνση της ονομαστικής οικονομικής ανάπτυξης, στην ομαλοποίηση του κόστους δανεισμού και στην αυξανόμενη πίεση στις δημόσιες δαπάνες λόγω της γήρανσης του πληθυσμού.

Ως αποτέλεσμα, παρά τη σημαντική μείωση που αναμένεται να καταγραφεί, το δημόσιο χρέος της Ελλάδας είναι πιθανό να παραμείνει σε υψηλά επίπεδα για αρκετά χρόνια σε σύγκριση με άλλες χώρες. Αυτό περιορίζει τα περιθώρια δημοσιονομικής ευελιξίας και καθιστά την ελληνική οικονομία περισσότερο εκτεθειμένη σε ενδεχόμενες δυσμενείς οικονομικές εξελίξεις σε σχέση με χώρες που διαθέτουν υψηλότερη πιστοληπτική αξιολόγηση.

Ένας ακόμη παράγοντας που περιορίζει την αξιολόγηση της ελληνικής οικονομίας είναι το σχετικά περιορισμένο αναπτυξιακό της δυναμικό, το οποίο εκτιμάται περίπου στο 1,3%. Οι διαρθρωτικές αδυναμίες της οικονομίας, όπως η δημογραφική γήρανση, τα χαμηλά επίπεδα παραγωγικότητας, οι περιορισμοί στην αγορά εργασίας και ο περιορισμένος βαθμός διαφοροποίησης της οικονομικής δραστηριότητας, εξακολουθούν να επηρεάζουν αρνητικά τις μακροπρόθεσμες αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας.

Παράλληλα, οι επενδύσεις έχουν παρουσιάσει σημαντική άνοδο τα τελευταία χρόνια, με τη στήριξη ευρωπαϊκών χρηματοδοτικών προγραμμάτων, την ενίσχυση των άμεσων ξένων επενδύσεων και την προώθηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Ωστόσο, παραμένει σημαντικό να επιβεβαιωθεί στην πράξη ότι η αυξημένη επενδυτική δραστηριότητα θα οδηγήσει σε μόνιμες βελτιώσεις της παραγωγικότητας, θα ενισχύσει την παραγωγική δυναμικότητα της ελληνικής οικονομίας και θα συμβάλει στη διατήρηση υψηλότερων και πιο σταθερών ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης σε βάθος χρόνου.

Τέλος, η εξωτερική θέση της Ελλάδας εξακολουθεί να αποτελεί σημαντική αδυναμία σε σύγκριση με τις περισσότερες αντίστοιχες οικονομίες και συνεχίζει να επηρεάζει αρνητικά την πιστοληπτική αξιολόγηση της χώρας. Τα ελλείμματα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών αναμένεται να διατηρηθούν σε σχετικά υψηλά επίπεδα, περίπου στο 5-6% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται κυρίως με τη διαχρονικά χαμηλή εγχώρια αποταμίευση, την αυξημένη ζήτηση για εισαγόμενα αγαθά και υπηρεσίες λόγω της ενίσχυσης των επενδύσεων, καθώς και τη συνεχιζόμενη εξάρτηση της χώρας από τις εισαγωγές ενέργειας.

Παράλληλα, η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση (NIIP) της Ελλάδας παραμένει σε ιδιαίτερα χαμηλό επίπεδο σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωζώνης. Το 2025 διαμορφώθηκε περίπου στο -142% του ΑΕΠ, γεγονός που αντανακλά το σημαντικό ύψος των εξωτερικών υποχρεώσεων της ελληνικής οικονομίας. Η κατάσταση αυτή αυξάνει την εξάρτηση της χώρας από εξωτερικές πηγές χρηματοδότησης και την καθιστά περισσότερο ευάλωτη σε πιθανές δυσμενείς μεταβολές στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές συνθήκες, σε σύγκριση με κράτη που διαθέτουν υψηλότερη πιστοληπτική αξιολόγηση.

Επομένως, η σταδιακή και διατηρήσιμη μείωση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, σε συνδυασμό με τη βελτίωση της καθαρής διεθνούς επενδυτικής θέσης, θα μπορούσε να ενισχύσει την εξωτερική ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας. Μια τέτοια εξέλιξη θα συνέβαλλε παράλληλα στη βελτίωση του πιστωτικού προφίλ της χώρας και στη δημιουργία πιο σταθερών μεσοπρόθεσμων οικονομικών προοπτικών.

Παράγοντες που επηρεάζουν την αξιολόγηση

Σύμφωνα με τη Scope οι παράγοντες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας κατά τους επόμενους 12 έως 18 μήνες είναι οι εξής.

Θετικοί

– Ενίσχυση του αναπτυξιακής δυναμικής: Μια διαρκής βελτίωση των μακροπρόθεσμων δυνατοτήτων ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, η οποία θα προκύψει από τη συνεχή εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, την αύξηση των επενδύσεων και τη βελτίωση της παραγωγικότητας.

– Βελτίωση της εξωτερικής θέσης: Μια σταθερή ενίσχυση της εξωτερικής θέσης της χώρας, μέσω της μείωσης των εξωτερικών ανισορροπιών και της βελτίωσης των σχετικών δεικτών.

– Βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών: Μια διαρκής ενίσχυση της δημοσιονομικής θέσης, η οποία θα οδηγούσε σε σημαντικότερη μείωση του δημόσιου χρέους και, συνεπώς, σε βελτίωση της βιωσιμότητας των δημόσιων οικονομικών.

Αρνητικοί

– Επιδείνωση των δημοσιονομικών μεγεθών: Μια σημαντική και διαρκής επιδείνωση της δημοσιονομικής θέσης, η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα την απόκλιση από την αναμενόμενη πορεία αποκλιμάκωσης του δημόσιου χρέους και την επιδείνωση των δεικτών που σχετίζονται με τη βιωσιμότητα του χρέους.

– Αποδυνάμωση της οικονομικής ανθεκτικότητας και της ανάπτυξης: Μια παρατεταμένη υποχώρηση της οικονομικής ανθεκτικότητας και των αναπτυξιακών προοπτικών, η οποία θα μπορούσε να συνδεθεί με αναστροφή ή επιβράδυνση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, καθώς και με χαμηλότερους ρυθμούς αύξησης των επενδύσεων και της παραγωγικότητας.

– Επιδείνωση της εξωτερικής θέσης: Μια διαρκής επιδείνωση της εξωτερικής θέσης της Ελλάδας, η οποία θα αύξανε τις εξωτερικές ευπάθειες της οικονομίας και θα περιόριζε την πιστοληπτική της ανθεκτικότητα.

Μ. Παπαντωνόπουλος

Popular Articles