Στο στυλιζαρισμένο αυτό ψυχολογικό θρίλερ με ολίγη σάτιρα, που εξερευνά στο τερέν της τηλεόρασης τα όρια της ερευνητικής δημοσιογραφίας, του κιτρινισμού, της ηθικής και της δικαιοσύνης, ξεχωρίζει η υπέροχα γκροτέσκα ερμηνεία του Πάτινσον

08.10.2026
Αν υπάρχει ένα φιλμ που έχει στρογγυλοκαθήσει, και δικαίως, στο θρόνο της καλύτερης ταινίας με θέμα τον κόσμο της τηλεόρασης και τη δύναμη του μέσου να διαμορφώνει την πραγματικότητα, τη χειραγώγηση του κοινού, τον ανταγωνισμό και το ηθικό τίμημα που πληρώνει κανείς για τηλεθέαση αυτό έρχεται πριν από… μισό αιώνα. Aπό το μακρινό 1976, και δεν είναι άλλο από «Το Δίκτυο» του Σίντνεΐ Λουμέτ, που εκτός από ένα καστ μεγατόνων υποκριτικής – Γουίλιαμ Χόλντεν, Πίτερ Φιντς, Φέι Νταναγουέι, Ρόμπερτ Ντιβάλ και Μπέατρις Στρέιτ- είχε στα credits και τον μέγα Πάντι Τσαγιέφσκι που έγραψε ένα σενάριο λεπτοβελονιά πάνω σε όλες τις γκρίζες ζώνες του καλού και του κακού που καταλήγουν, ως συνήθως, σε κάποιον Μεφιστοφελή που πουλάει τη ψυχή του στο διάολο για δόξα, χρήμα, και κυρίως, υψηλά νούμερα τηλεθέασης.
Μια ταινία που έως σήμερα δεν έχει χάσει δράμι από την ουσία, τη σπουδαιότητα και τελικά τη διαχρονικότητά της. Δεν ξέρω εάν «Το Δίκτυο» τα πρόεβλεψε όλα. Πάντως, είπε πολλά και για την εποχή του, και για την επόμενη, και κυρίως για την αμερικάνικη τηλεόραση. Έκτοτε οι ταινίες που βρίσκονται πάνω – κάτω σε αυτή τη θεματική, όσο καλές και να είναι, στέκονται σαν αποσπασματικά κεφάλαια της.
Με αυτά τα δεδομένα εμφανίζεται το «Primetime» του φοβερού ντοκουμενταρίστα Λανς Οπενχάιμ – έκανε πρεμιέρα στο τελευταίο Φεστιβάλ Βενετίας – ο οποίος για να κάνει το πέρασμα από το σινεμά τεκμηρίωσης σε αυτό της μυθοπλασίας επέλεξε μια πραγματική ιστορία πολύ γνωστή στην Αμερική και έστησε ένα στυλιζαρισμένο ψυχολογικό θρίλερ με στοιχεία σάτιρας, αισθητική VHS και ευρηματικό μοντάζ, που εξερευνά, στο τερέν της τηλεόρασης και ειδικότερα των ριάλιτι, τα όρια της ερευνητικής δημοσιογραφίας, του κιτρινισμού, της ηθικής και της δικαιοσύνης.

Η πραγματική ιστορία: Έχει περάσει η εποχή που η τηλεόραση έριχνε εκατομμύρια δολάρια σε καλά σενάρια και δεν έχει μείνει άλλος χρυσός για να εξορύξει κανείς από το «Seinfield» και το «Friends». The game is over για τη μυθοπλασία και πάμε παρακάτω. Το επόμενο βήμα είναι οι εκπομπές ριάλιτι. Βρισκόμαστε στο 2006 όταν, μετά από δύο χρόνια υψηλής τηλεθέασης, η εκπομπή του Κρις Χάνσεν, «To Cach a predator» που ήταν ένθετο σε άλλη εκπομπή του NBC, μετακομίζει στη primetime ζώνη για να χτυπήσει το πολύ δημοφιλές «Lost». Σκοπός του ριάλιτι ήταν να ξεσκεπάσει σε ζωντανή μετάδοση παιδόφιλους, και μάλιστα με την αστυνομία σε στενή συνεργασία που τους συνελάμβανε επίσης, σε ζωντανό χρόνο. Και πώς γινόταν αυτό; Με ένα τέχνασμα που ήταν το μεγάλο επίδικο στη συζήτηση περί ηθικής και κανόνων νομιμότητας.
Ένας από τους συνεργάτες της εκπομπής έμπαινε σε ιστοσελίδες σχετικού περιεχομένου προσποιούμενος ένα ανήλικο κορίτσι ή αγόρι, συνομιλούσε όσο καιρό χρειαζόταν με τους φερόμενους παιδόφιλους και τους καλούσε σε ραντεβού, σε ένα σπίτι όπου συνήθως τους υποδεχόταν στη κουζίνα ένα δήθεν ανήλικο κορίτσι ή αγόρι, για να εμφανιστεί όμως, λίγα λεπτά αργότερα ο Κρις Χάνσεν οργισμένος και να ρωτήσει «γιατί είσαι εδώ απόψε; μέχρι που θα έφτανες εάν δεν ερχόμουν;» και να βγάλει στη συνέχεια έναν πύρινο λόγο, κάτι μεταξύ ηθικού κηρύγματος και λαϊκής ετυμηγορίας που θα μπορούσε να ακουστεί σε αίθουσα δικαστηρίου, με το μάτι του να αστράφτει από ικανοποίηση που κι αυτό το ποντίκι πιάστηκε στη φάκα.
Η εκπομπή όμως θα ξεφουσκώσει τελικά με πάταγο όταν μια επιχείρηση υψηλού ρίσκου, που εμπλέκει έναν εισαγγελέα από το Τέξας, πάει η ίδια κατά διαόλου, με την πιο τραγική κατάληξη, φέρνοντας στο μυαλό τη φράση «όποιος σπέρνει ανέμους, θερίζει θύελλες» κι ανοίγοντας τον ασκό του Αιόλου για την ηθική και την νομιμότητα μεθόδων και πρακτικών που τελικά αποσκοπούσαν αποκλειστικά σε νούμερα τηλεθέασης.

Ο Ρόμπερτ Πάτινσον παίζει έξοχα τον ρόλο του αυτόκλητου τιμωρού ακόμα κι αν η οδηγία που έχει λάβει από τον Οπενχάιμ είναι να ξεφεύγει προς το γκροτέσκο, που αυτός όμως, το κάνει να μην φαίνεται ολίσθημα αλλά δομικό στοιχείο του «αρπακτικού» τηλεθέασης που ήταν ο Κρις Χάνσεν. Υπάρχει μια πολύ χαρακτηριστική σκηνή λίγων λεπτών όπου ο Πάτινσον καταφέρνει να συμπυκνώσει τη φόρα επιτυχίας και δόξας που έχει πάρει ο χαρακτήρας του, όταν καλεί στην εταιρεία αυτόματου πωλητή αναψυκτικών για να διαμαρτυρηθεί ότι το μηχάνημα του έφαγε το κέρμα του με ύφος λες και παίζεται η τύχη της Αμερικής και μιλάει αυτός ως εκπρόσωπος της. Ναι, ο Ρόμπερτ Πάτινσον ζει μέρες λαμπρές, και το «Primitime» είναι ένα καλό σημείο για τον ίδιο και την ανοδική του πορεία που μόνο σε μια χρονιά μετρά τέσσερις ταινίες, «The Drama», «Οδύσσεια» (ποιος ξεχνά τον Αντίνοο του;») και προσεχώς το «Dune, μέρος τρίτο». Δεν είναι όμως, ο μόνος που δίνει ερμηνευτικό κύρος στο «Primetime».
Είναι πραγματικά φανταστική στο ρόλο της δήθεν χαμηλών τόνων αλλά ύπουλης, αδίστακτης και αποτελεσματικής παραγωγού η Μέριτ Γουίβερ αλλά και ο Σκάιλερ Τζιζόντο (που γνωρίσαμε στο «Πίτσα Γλυκόριζα») ο οποίος υποδύεται τον ηθοποιό που παριστάνει τον ανήλικο για να παγιδευτούν οι παιδόφιλοι και διαγράφει μια ενδιαφέρουσα ερμηνευτικά πορεία από την αθωότητα – έχει τις επιφυλάξεις του στην αρχή για όλο αυτό – στην απόλυτη συνείδηση του πώς πρέπει να παίξει το παιχνίδι για να πάρει κι αυτός το δικό του αντάλλαγμα από τον διάβολο, που είναι η εγγραφή στο αμερικάνικο σωματείο ηθοποιών. Για την μεταστροφή του βέβαια, τα εύσημα αποδίδονται και στον Ρόμπερτ Πάτινσον ο οποίος παρουσιάζει έναν Κρις Χάνσεν που μοιάζει ικανός να μεταδώσει στους άλλους σαν ιό το μικρόβιο της επιτυχίας.
Ο Οπενχάιμ δεν καταφέρνει να εξελίξει μερικές από τις προθέσεις του, όπως το να στοχαστεί πάνω στην έννοια του κακού, εάν πρόκειται για διεστραμμένη ανθρώπινη συμπεριφορά ή για διαβολική δύναμη (ο Κρις Χάνσεν βλέπει κάτι οράματα και νοιώθει ότι πρέπει να καθαρίσει τον κόσμο από ένα αρχαίο κακό), ούτε να συνδέσει επαρκώς την υποπλοκή της προσωπικής ζωής του Χάνσεν που είχε εξωσυζυγικό δεσμό με την υπόλοιπη. Κυρίως όμως, για μια ταινία που έχει θέμα τη δύναμη της τηλεόρασης και χτίζεται γύρω από μια πραγματική ιστορία που μπορεί να κουβαλήσει πάνω της ολόκληρη την προβληματική περί ηθικής, δεοντολογίας και νομιμότητας, μοιάζει να πνίγεται ο ίδιος από τη σκόνη που σηκώνεται όταν η ερευνητική δημοσιογραφία κάνει το άλμα στον κιτρινισμό και να φοβάται τελικά να εξερευνήσει αυτό που πραγματικά θα είχε ενδιαφέρον: τo ποιος νομιμοποιείται να αποδίδει δικαιοσύνη σε μια κοινωνία που συνεχώς χάσκει με το στόμα ανοιχτό μπροστά στην κρίση των θεσμών.
Η ταινία κυκλοφορεί στις αίθουσες από την Spentzos Films.
