spot_imgspot_img

Related Posts

Top 5 This Week

Οι ταινίες της εβδομάδας: Από τους αλγόριθμους, στην αθανασία των ονείρων

Ο κόσμος πιθανότατα θα τρέξει στο “The Social Reckoning” (αν και αξίζει πραγματικά να δείτε το “Digger”), όπως στο σινεμά Newman, αυτή την εβδομάδα, προβάλλεται ένα διαμάντι.

Το Facebook ήρθε στη ζωή μας ως ένα εργαλείο που συνδέει χαμένους γνωστούς και φίλους τωρινούς, για να εξελιχθεί στο πιο απαραίτητο αξεσουάρ της ματαιοδοξίας μας, φέρνοντας στη ζωή μας το κόνσεπτ της σκηνοθεσίας του εαυτού: Πόσοι είναι οι φίλοι μου; Πόσοι είναι ακόμα φίλοι μου; Αλλά και πόσοι νέοι φίλοι θα βρεθούν; Και, για να βρεθούν, πόσο πρέπει να “φτιάξω” το προφίλ μου; Και ποιόν “εαυτό” να παρουσιάσω; Αυτov που ντρέπομαι να παρουσιάσω στον έξω κόσμο, ή αυτόν που μπορώ να κατασκευάσω; Όλα αυτά το 2010, που κυκλοφόρησε στις αίθουσες η ταινία του Ντέιβιντ Φίντσερ “The social network”, ταινία μυθοπλαστική, ελαχίστως εμπνευσμένη από την πραγματικότητα, εξόχως καλοσκηνοθετημένη και… ανώδυνη. Καθώς για την ταμπακιέρα, δεν είπε τίποτα – και η “ταμπακέρα” είναι όλο αυτό το δίκτυο επιχειρήσεων που ζει από τη μοναξιά μας, μοναξιά που εκμεταλεύεται πλήρως το σύστημα για να διατηρήσει τη συνοχή του. Του τη συγχωρέσαμε, κυρίως επειδή έχει το “Fight Club” στη φιλμογραφία του – αλλά είναι δύσκολο να μη παρατηρήσει κανείς πόσο… χαμηλών τόνων έχει προκύψει το μετέπειτα σινεμά του.

Ο Άαρον Σόρκιν τώρα, ο σεναριογράφος του πρώτου φιλμ, παρουσιάζει το “The Social Reckoning”, σκηνοθετώντας εδώ ένα επίσης δικό του σενάριο, που συνδέει τις πολιτικές του Facebook με την επίθεση στο Καπιτώλιο απο υποστηρικτές του Ντόναλντ Τραμπ, το 2021. Όπου η νεαρά Φράνσις, υπάλληλος της εταιρίας, ανακαλύπτει πως τα αφεντικά της γνώριζαν πολύ καλά ότι οι αλγόριθμοί της πλατφόρμας ενισχύουν την παραπληροφόρηση, τον εθισμό και τη ριζοσπαστικοποίηση των χρηστών για χάρη του κέρδους, ποντάροντας δηλαδή στα πιο ποταπά τους ένστικτα – τα οποία φρόντιζαν να ερεθίζουν. Ρισκάροντας τη καριέρα της, ίσως και τη ζωή της, η Φράνσις αποφασίζει να διαρρεύσει μια σειρά από ενοχοποιητικά εσωτερικά έγγραφα στον δημοσιογράφο της Wall Street Journal, Τζεφ Χόρβιτς. Όλα αυτά, ενώ ο Μαρκ Ζάκεμπεργκ, προετοιμάζεται για μια επερχόμενη δίκη που ίσως φέρει σοβαρές κυρώσεις στην εταιρία. Είναι καλογυρισμένο; Προφανώς – το μέγεθος της παραγωγής δε θα μπορούσε να επιτρέψει κάτι άλλο. Και καλοερμηνευμένο επίσης: Η Μάικι Μάντισον αποδεικνύει πως υπάρχει ζωή μετά το “Ανόρα”, και ο Τζέρεμι Στρονγκ δίνει τη δική του εκδοχή για τον Ζάκεμπεργκ, αρκετά απομακρυσμένος από την αντίστοιχη του Τζέσι Άιζενμπεργκ, στην πρώτη ταινία. Μέχρι εκεί όμως. Μοιάζει δηλαδή να έχει περισσότερο έναν ενημερωτικό χαρακτήρα – παρά τα άλματα στο χρόνο, που για να πούμε την αλήθεια, ελάχιστη κινηματογραφικότητα προσδίδουν στο όλο εγχείρημα. Αρθρώνει πάντως μια – δυο κουβέντες παραπάνω από το φιλμ του Φίντσερ!

Το “Primetime” του Λανς Οπενχάιμ βασίζεται σε μια αληθινή ιστορία, αυτή του Κρις Χάνσεν, τηλεοπτικού παρουσιαστή της σειράς “Πιάνοντας εγκληματίες”, που αναλαμβάνει να “παγιδεύει” ζωντανά επίδοξους παιδεραστές, με τη βοήθεια μιας ομάδας πολιτών. Μεγάλο το σουξέ της τότε, και γι αυτο ο διευθυντής του καναλιού τοποθέτησε την εκπομπή στο “Primetime”, δηλαδή τη ζώνη μεγάλης θεαματικότητας – την ίδια ώρα που, σε άλλο κανάλι, έπαιζε το φημισμένο “Lost”. Μέχρι που… ε δε θας το πούμε κιόλας, κι ας είναι αληθινή η ιστορία. Υπάρχουν πάντως προβλήματα: Η ταινία “τρέχει”, αλλά εμμένει σε μια εφετζίδικη, και αρκετά επιφανειακή σκηνοθετική γραφή, όπου τα πάντα όλα λειτουργούν αποκλειστικά σε πρώτο επίπεδο.

Καλύτερη είναι πάντως από το “Η άλλη μαμά” μια ταινία φρίκης που προκύπτει ταινία – φρίκη και διεκδικεί άνετα το βραβείο χειρότερου σεναρίου της χρονιάς, όπου 8χρονο κορίτσι που ζει σε ένα σπίτι με ενδοοικογενειακά προβλήματα, αντιμετωπίζει μια δυσοίωνη οντότητα που βγαίνει από την ντουλάπα και είναι φτυστή η μάνα της, δηλαδή η Τζέσικα Τσαστέιν (επίσης στη χειρότερη ερμηνεία της καριέρας της). Άπειρα τα δάνεια από τον Ιαπωνικό τρόμο, μόνο που ο σουρεαλιστικός τόνος του τελευταίου αποτελεί εδώ το άλλοθι για μια αλυσίδα σεναριακών αυθαιρεσιών, που θα ήταν ανεπίτρεπτες και για πρωτοετή της Σταυράκου.

Για τους αληθινούς φίλους του σινεμά πάντως, υπάρχει το κινέζικο “Resurrection” του Μπι-Γκαν, βραβευμένο πέρσι στις Κάννες, ένα υπνωτικό, υπαρξιακό νουάρ για ένα δυστοπικό μέλλον όπου η ανθρωπότητα κερδίζει την αθανασία αλλά χάνει την ικανότητα να ονειρεύεται.

Η πλοκή ξετυλίγεται μέσα σε πέντε διακριτές πράξεις, με κάθε μία να αντιστοιχεί σε μία από τις πέντε ανθρώπινες αισθήσεις (όραση, ακοή, αφή, όσφρηση, γεύση), διατρέχοντας έναν αιώνα κινεζικής ιστορίας μέσα από διαφορετικά κινηματογραφικά είδη, με αποκορύφωμα ένα μνημειώδες μονοπλάνο 40 λεπτών – μόνο σινεμά βλέπεται αυτό το αισθητικό διαμάντι, που λειτουργεί ως ένα βαθύ μετα-κινηματογραφικό δοκίμιο μνήμης, όπου τα απαγορευμένα όνειρα αναδεικνύονται ως ύστατη πηγή ελευθερίας και ενσυναίσθησης. Γιατί, τι μας κάνει τελικά ανθρώπους; Η αιώνια, αποστειρωμένη επιβίωση μοιάζει με μια μορφή πνευματικού θανάτου – και εδώ έρχεται το σινεμά, που μοιάζει να κουβαλά μέσα του, τα συλλογικά όνειρα ολόκληρης της ανθρωπότητας. Απαιτητικό πράγμα – αλλά θα ανταποδώσει όλη την προσοχή που θα του δώσετε. Παίζεται αποκλειστικά στο Newman.

Άκης Καπράνος

Popular Articles