spot_imgspot_img

Related Posts

Top 5 This Week

Julius Baer: Ρεκόρ κερδών στο α’ εξάμηνο με νέες εισροές ύψους 7 δισ. δολαρίων

Η ελβετική τράπεζα διαχείρισης πλούτου Julius Baer Group κατέγραψε υπερδιπλασιασμό των καθαρών κερδών της στο πρώτο εξάμηνο του έτους, σημειώνοντας ιστορικό υψηλό, καθώς ολοκληρώνει σταδιακά την πολυετή διαδικασία αναδιάρθρωσης που ακολούθησε τις μεγάλες ζημιές από την έκθεσή της στον αυστριακό μεγιστάνα ακινήτων Ρενέ Μπένκο.

Τα καθαρά κέρδη ανήλθαν στα 673 εκατ. ελβετικά φράγκα (831 εκατ. δολάρια), έναντι 295 εκατ. φράγκων την αντίστοιχη περίοδο του 2024, όταν τα αποτελέσματα είχαν επιβαρυνθεί από έκτακτη λογιστική χρέωση και την αποεπένδυση των δραστηριοτήτων της στη Βραζιλία.

Παράλληλα, οι καθαρές εισροές νέων κεφαλαίων διαμορφώθηκαν στα 5,7 δισ. ελβετικά φράγκα (περίπου 7 δισεκατομμύρια δολάρια), υπερβαίνοντας τις εκτιμήσεις των αναλυτών που ανέμεναν εισροές ύψους 5,2 δισ. φράγκων.

Μετά από περισσότερα από δύο χρόνια διαχείρισης των συνεπειών της υπόθεσης Benko, η Julius Baer επιχειρεί να επιστρέψει σε κανονικούς ρυθμούς λειτουργίας. Έχοντας περιορίσει ορισμένες δραστηριότητες και προχωρήσει σε περικοπές προσωπικού, η διοίκηση εξετάζει πλέον το ενδεχόμενο να άρει την απαγόρευση ανάληψης ορισμένων πελατών υψηλότερου επενδυτικού κινδύνου, σύμφωνα με πρόσωπα που γνωρίζουν το θέμα.

Η αλλαγή αυτή υποστηρίζεται από την πρόοδο που έχει σημειωθεί στην έρευνα της ελβετικής εποπτικής αρχής FINMA, η οποία κυριαρχεί στην ατζέντα της διοίκησης του διευθύνοντος συμβούλου Στέφαν Μπόλινγκερ.

Σημειώνουμε σταθερή πρόοδο σε όλους τους στρατηγικούς μας στόχους, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην επανεκκίνηση της οργανικής ανάπτυξης. Είμαστε στην ευχάριστη θέση να επιβεβαιώσουμε τους μεσοπρόθεσμους στόχους μας“, δήλωσε ο Μπόλινγκερ.

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται ο στόχος για ετήσια αύξηση των καθαρών εισροών νέων κεφαλαίων κατά 4%-5% έως το 2028. Η τράπεζα ανέφερε ότι οι εισροές είχαν επιβραδυνθεί κατά το πρώτο τετράμηνο του έτους, ωστόσο ανέκαμψαν προς το τέλος του εξαμήνου, καθώς οι πελάτες αύξησαν εκ νέου τη μόχλευσή τους. Τα υπό διαχείριση κεφάλαια ανήλθαν σε επίπεδο-ρεκόρ, φτάνοντας τα 547 δισ. ελβετικά φράγκα.

Η Julius Baer προειδοποίησε πάντως ότι οι επιπτώσεις της αναδιάρθρωσης στην προσέλκυση νέων πελατών αναμένεται να συνεχιστούν και το 2027. Στο πρώτο εξάμηνο ο αριθμός των private bankers μειώθηκε καθαρά κατά 14 θέσεις.

Η αναλύτρια της RBC, Άνκε Ράινγκεν, χαρακτήρισε τα αποτελέσματα του πρώτου εξαμήνου “καθησυχαστικά”, σημειώνοντας ωστόσο ότι οι προβλέψεις της διοίκησης για συνεχιζόμενες πιέσεις στις καθαρές εισροές, καθώς και η μείωση των relationship managers, εγείρουν ερωτήματα για τη διατηρησιμότητα της θετικής τάσης.

Από την ανάληψη των καθηκόντων του τον Ιανουάριο του 2025, ο Μπόλινγκερ έχει δώσει προτεραιότητα στην επιστροφή της τράπεζας στον πυρήνα των δραστηριοτήτων της, δηλαδή τη διαχείριση περιουσίας, εγκαταλείποντας την επέκταση στον χώρο του ιδιωτικού δανεισμού. Η συγκεκριμένη στρατηγική είχε αποδειχθεί ιδιαίτερα ζημιογόνα μετά την κατάρρευση του ομίλου ακινήτων Signa του Ρενέ Μπένκο, καθώς η Julius Baer είχε χορηγήσει μέσω αυτής της δραστηριότητας δάνεια εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων, ουσιαστικά σε έναν μόνο πελάτη.

Η τράπεζα εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπη με επίσημη διαδικασία επιβολής μέτρων από τη FINMA για ανεπάρκειες στη διαχείριση κινδύνων επί της προηγούμενης διοίκησης. Ως αποτέλεσμα, δεν έχει τη δυνατότητα να προχωρήσει σε επαναγορά ιδίων μετοχών ή επιστροφή κεφαλαίου στους μετόχους εδώ και περισσότερο από τρία χρόνια. Ο Μπόλινγκερ δήλωσε ότι δεν υπάρχει ακόμη χρονοδιάγραμμα για την ολοκλήρωση της εποπτικής διαδικασίας.

Από την πλευρά του, ο αναλυτής της KBW, Τομ Χάλετ, ανέφερε ότι τα αποτελέσματα ήταν αρκετά ικανοποιητικά ώστε να οδηγήσουν πιθανότατα σε αναθεώρηση προς τα πάνω των εκτιμήσεων της αγοράς. Ωστόσο, επισήμανε ότι, παρά τη βελτίωση στο κόστος και στις εισροές κεφαλαίων, εξακολουθούν να υπάρχουν αδύναμα σημεία, όπως τα έσοδα από τόκους, ο ρυθμός προσλήψεων και η απουσία νεότερων εξελίξεων σχετικά με την έρευνα της FINMA.

Η Julius Baer ανακοίνωσε επίσης ότι ενίσχυσε σημαντικά την ήδη ισχυρή κεφαλαιακή της βάση, με τον δείκτη βασικών ιδίων κεφαλαίων CET1 να αυξάνεται στο 18,5%, από 17,4% στο τέλος του 2024. Η υψηλή κεφαλαιακή επάρκεια δημιουργεί τις προϋποθέσεις για επιστροφή κεφαλαίου στους μετόχους, μόλις ολοκληρωθεί η διαδικασία της FINMA.

Στις αρχές του μήνα η τράπεζα ανακοίνωσε την πρόσληψη του Πίτερ Μπάριλ στη θέση του οικονομικού διευθυντή (CFO), σηματοδοτώντας ακόμη μια αλλαγή στην ανώτατη διοικητική ομάδα, μετά την αντικατάσταση του διευθύνοντος συμβούλου, του γενικού διευθυντή λειτουργιών (COO) και του προέδρου του διοικητικού συμβουλίου.

Popular Articles