Κάντε TO BHMA προτιμώμενη πηγή
Για δεκάδες καλοκαίρια και χειμώνες, ο κύριος Λάκης, υπηρετώντας τη μαγεία του σινεμά, ήταν πάντα εκεί: στις κινηματογραφικές αίθουσες, τα «παιδιά του», όπως τις αποκαλούν οι κοντινοί του άνθρωποι. Ακούραστος, γλυκομίλητος, ήρεμος, ευγενικός και πάντα αισιόδοξος. Από τις αρχές της δεκαετίας του ‘60, όταν πήρε τον πρώτο του κινηματογράφο στην περιοχή του Ποσειδωνίου, έως τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Γαβριήλ (Λάκης) Ράππος υπήρξε ένας αφοσιωμένος εργάτης και διασώστης του «σινεμά της γειτονιάς». Πριν από λίγες ημέρες, ο Λάκης Ράππος έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 81 ετών, και η Θεσσαλονίκη αποχαιρέτησε με θλίψη έναν από τους τελευταίους μεγάλους αιθουσάρχες της χώρας.
Ο Λάκης Ράππος μαζί με τον Κοσμά Ζαφειρίου έγραψαν μερικές από τις πιο ανθεκτικές και συναρπαστικές κινηματογραφικές ιστορίες της πόλης. Στα χρόνια της άνθησης του σινεμά διαχειρίζονταν ταυτόχρονα 16 κινηματογραφικές αίθουσες, ενώ συνολικά περισσότεροι από 25 κινηματογράφοι, ανάμεσά τους οι ιστορικότεροι της Θεσσαλονίκης, πέρασαν από τα χέρια τους.

Ο κινηματογράφος «Ποσειδών», ο πρώτος που αγόρασε ο Λάκης Ράππος μαζί με τον συνέταιρό του, Κοσμά Ζαφειρίου.
«Πάντα είχε όραμα για τον κινηματογράφο. Ήταν λες και ήρθε στον κόσμο με αποστολή να διασώσει το σινεμά. Η υπομονή και η επιμονή του όλα αυτά τα χρόνια ήταν ένας φάρος, πρωτίστως για τα παιδιά του αλλά και για όλους εμάς, και μας υποχρεώνει να συνεχίσουμε το έργο του. Ήταν πάντα εκεί, κάθε μέρα, στα εύκολα και στα δύσκολα. Ακόμη κι όταν έκλεινε ο ένας κινηματογράφος μετά τον άλλον, αυτός επέμενε και δικαιώθηκε», λέει στο «Βήμα» ο γαμπρός του, Κώστας Μπακιρτζής.
Η υποτροφία των 13.000 δραχμών και το πρώτο σινεμά
Η διαδρομή του Λάκη Ράππου στους κινηματογράφους ξεκινά με «καύσιμο» την υποτροφία των 13.000 δραχμών που πήρε όταν ήρθε στη Θεσσαλονίκη από τα Στάγειρα Χαλκιδικής για να σπουδάσει εργοδηγός δομικών έργων στον «Ευκλείδη». Με τα χρήματα αυτά, το 1963, σε ηλικία 18 ετών, πήρε μαζί με τον γαμπρό του και μετέπειτα συνεταίρο του, Κοσμά Ζαφειρίου, τον θερινό κινηματογράφο «Ποσειδών», στην περιοχή του Ποσειδωνίου, εκεί όπου βρίσκεται σήμερα ο ιερός ναός του Αγίου Φωτίου. «Τότε η θάλασσα ήταν μέχρι μέσα. Ο καντινιέρης ερχόταν από την Καλαμαριά με το βαρκάκι στον κινηματογράφο», είχε πει ο ίδιος σε συνέντευξή του στην «Παράλλαξη». Ακολούθησαν ο θερινός κινηματογράφος «Αύρα» στη Χαριλάου και το «Όσκαρ» στην οδό Παπαναστασίου.
«Ο Κοσμάς, εγώ και ο Λάκης ήμασταν παιδιά εκείνη την εποχή. Ξεκινήσαμε με όνειρα και χρειάστηκε μεγάλος αγώνας και πάθος για να φτάσουμε ως εδώ. Εγώ είμαι 79 ετών σήμερα και τρέχω ακόμα. Όλη μας η ζωή ήταν το σινεμά. Περάσαμε ωραίες αλλά και πολλές άσχημες στιγμές. Στενοχωριέμαι γιατί η Θεσσαλονίκη δεν τίμησε αυτούς τους δύο ανθρώπους όπως θα τους άξιζε», λέει στο «Βήμα» η Θωμαή Ζαφειρίου, αδερφή του Λάκη Ράππου.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, από τα χέρια του Λάκη Ράππου και του Κοσμά Ζαφειρίου πέρασε όλη η ιστορία των κινηματογραφικών αιθουσών της Θεσσαλονίκης: «Αμυράλ», «Κλειώ», «Εγνατία», «Άντα» στους Αμπελόκηπους, το θρυλικό «Μαξίμ» στην Κρήτης, το «Rex» στην Μπότσαρη, «Ζέφυρος», «Ιντεάλ», «Ριβολί», «Αχίλλειον», «Τιτάνια», «Ράδιο Σίτυ», «Έσπερος», «Μακεδονικόν», «Ναταλί» και πολλά άλλα.
Ο μεγάλος του έρωτας, το «Ναταλί»
Το αγαπημένο «παιδί» του Λάκη Ράππου ήταν ο θερινός κινηματογράφος «Ναταλί». Ήταν εκείνος που το 1970 μετέτρεψε τον χώρο από μάντρα ασβεστοποιίας σε έναν από τους εμβληματικότερους θερινούς κινηματογράφους της χώρας, ο οποίος έχει χαρακτηριστεί μνημείο νεότερου πολιτισμού. «Ήταν ο μεγάλος του έρωτας γιατί, όπως συνήθιζε να λέει, ήταν αυτός που έβαλε το πρώτο τούβλο. Για τον πατέρα μου και τον θείο μου το σινεμά ήταν όλη τους η ζωή, ανέπνεαν γι’ αυτό. Οι κινηματογράφοι ήταν τα παιδιά του. Ξεκίνησαν με όνειρα, με την υποτροφία του θείου μου, και συνέχισαν με πείσμα. Όλα αυτά τα χρόνια πέρασαν αρκετές κρίσεις, αλλά ήταν πάντα εκεί. Αντιστάθηκαν, πάλεψαν σκληρά. Αίθουσες που σώζονται μέχρι σήμερα το οφείλουν σε αυτούς τους ανθρώπους, χάρη στις ανακαινίσεις που έκαναν τη δεκαετία του 1990 σε κινηματογράφους όπως το “Ράδιο Σίτυ” και το “Μακεδονικόν”», λέει στο Βήμα ο Γιάννης Ζαφειρίου, ανιψιός του Λάκη Ράππου και γιος του Κοσμά Ζαφειρίου.
Ο Λάκης Ράππος συνήθιζε να κάνει καθημερινά βόλτα στην παραλία και στη συνέχεια ντους με το λάστιχο στην αυλή του «Ναταλί». «Για 50 χρόνια αυτή ήταν η καθημερινή του συνήθεια. Χειμώνα, καλοκαίρι», λέει ο γαμπρός του, Κώστας Μπακιρτζής.
«Πονούσε» με την αλλαγή χρήσης των κινηματογράφων
Όσοι γνώρισαν από κοντά τον Λάκη Ράππο θυμούνται έναν ήρεμο, γλυκό και εργατικό άνθρωπο που πάλευε με νύχια και με δόντια να κρατήσει ζωντανούς τους κινηματογράφους μέσα από τις διαδοχικές κρίσεις των τελευταίων ετών.

«Ήρθα στη Θεσσαλονίκη στα μέσα της δεκαετίας του 1990 για να σπουδάσω στη Σχολή Κινηματογράφου και Τηλεόρασης “Παράλλαξη”. Ως σπουδαστές πηγαίναμε να δούμε ταινίες στο “Μακεδονικόν”, στον “Έσπερο”, στο “Φαργκάνη”, στο “Βακούρα”. Εκεί γνώρισα τον Λάκη. Πάντα θα με συγκινεί που με έβαζε δωρεάν στις προβολές. Ήταν πάντα ήρεμος και γλυκός άνθρωπος. “Πονούσε” βλέποντας την αλλαγή χρήσης των κινηματογράφων. Γνώρισε πολλές δόξες, αλλά και όλες τις δυσκολίες που πέρασε και περνάει ο κινηματογράφος. Εγώ θα τον χαρακτήριζα διασώστη του σινεμά της γειτονιάς στη Θεσσαλονίκη και τον τελευταίο μεγάλο αιθουσάρχη της Ελλάδας», είπε στο Βήμα ο δημοσιογράφος Γιώργος Τσιτιρίδης.
«Λάκη, κι άλλο σινεμά πήρες;»
Η κόρη του Λάκη Ράππου, Ιωάννα, αποχαιρέτησε τον πατέρα της με ένα συγκινητικό κείμενο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. «Θυμάμαι τη μαμά να σου λέει: “Λάκη, κι άλλο σινεμά πήρες;”. Ακόμη και σε εποχές που δυσκολευόμασταν να καλύψουμε τα δικά μας έξοδα, εσύ επέμενες να σώζεις κινηματογράφους. Μας τραβούσες κι εμάς και έφτιαχνες τα σινεμά από το μηδέν με τα ίδια σου τα χέρια. Γιατί για σένα δεν ήταν μια δουλειά. Ήταν η ζωή σου. Και τελικά έγινε και η δική μας. Πολλοί λέτε πως ο πατέρας μας αξίζει να τιμηθεί από την πολιτεία για όσα πρόσφερε στη Θεσσαλονίκη. Και πράγματι, άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμά του στην πόλη που τόσο αγάπησε. Όμως δεν μπορώ να φανταστώ μεγαλύτερη τιμή από όλη αυτή την αγάπη που του δείχνετε», έγραψε, μεταξύ άλλων, στην ανάρτησή της.
Σε μία από τις τελευταίες συνεντεύξεις του, στην «Παράλλαξη», ο Λάκης Ράππος είχε περιγράψει τη σχέση ζωής του με τον κινηματογράφο: «Στο καφενείο δεν έχω πάει ποτέ στη ζωή μου. Δεν έχω κάνει ποτέ διακοπές στη ζωή μου, γιατί δεν μπορούσα να αφήσω το θερινό σινεμά. Όλη τη ζωή μου εδώ μέσα την πέρασα. Δεν υπάρχει τίποτα, ο κινηματογράφος έμεινε. Όλη μου η ζωή ήταν και είναι το σινεμά».
Η «ψυχή» των σινεμά της Θεσσαλονίκης
Η Κινηματογραφική Ένωση Βορείου Ελλάδος (Κ.Ε.Β.Ε.) αποχαιρέτησε τον Λάκη Ράππο σημειώνοντας ότι «ταύτισε ολόκληρη τη ζωή του με την ιστορία της κινηματογραφικής αίθουσας στη Θεσσαλονίκη». «Υπήρξε η “ψυχή” των σινεμά της πόλης. Από το 1963, όταν νεαρός ακόμα ξεκίνησε το ταξίδι του από τον “Ποσειδώνα”, πέρασε από τη διαχείριση δεκάδων ιστορικών θερινών και χειμερινών αιθουσών, όπως τον “Έσπερο”, το “Μακεδονικόν”, το “Βακούρα”, το “Αθήναιον”, το “Ράδιο Σίτυ”, το “Ελληνίς”, τον “Ζέφυρο”, το “Ναταλί” και τόσες άλλες. Ο Λάκης Ράππος δεν υπήρξε απλώς ένας επιχειρηματίας του χώρου· ήταν ένας πιστός υπηρέτης της μεγάλης οθόνης, που πάλεψε με ανιδιοτέλεια, μεράκι και αστείρευτο πάθος απέναντι σε κάθε δυσκολία για να κρατήσει ζωντανή τη μαγεία της σκοτεινής αίθουσας», ανέφερε στην ανακοίνωσή της.
Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, στον δικό του αποχαιρετισμό, υπογράμμισε ότι ο Λάκης Ράππος, μαζί με τον Κοσμά Ζαφειρίου, συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση του κινηματογραφικού τοπίου της Θεσσαλονίκης, διαχειριζόμενος ιστορικές αίθουσες. «Τα θεμέλια που έβαλε συνεχίζουν να κρατούν ζωντανή την αγάπη για το σινεμά: τέσσερις κινηματογραφικές αίθουσες της πόλης υποδέχονται νέους θεατές και καλλιεργούν το πάθος για τη μεγάλη οθόνη στις επόμενες γενιές σινεφίλ. Η αγάπη του για το σινεμά και η αφοσίωσή του στη μαγεία της μεγάλης οθόνης θα μείνουν ζωντανές στη μνήμη της πόλης», σημείωσε στην ανακοίνωσή του το Φεστιβάλ.
Σήμερα, οι οικογένειες Ράππου και Ζαφειρίου διαχειρίζονται τους κινηματογράφους «Βακούρα», «Μακεδονικόν», «Ναταλί», «Απόλλων», «Φαργκάνη», «Κολοσσαίον» και «Ελληνίς 1» και «Ελληνίς 2».
