Του Τάσου Δασόπουλου
Παρά τη σταθερή πρόθεση της ΕΚΤ να συνεχίσει τις αυξήσεις επιτοκίων μέχρι ο πληθωρισμός να υποχωρήσει στον στόχο του 2% από το 3,8% όπου έφτασε τον περασμένο Σεπτέμβριο, οι εξελίξεις μπορεί να μας εκπλήξουν και η τρίτη αύξηση επιτοκίων, η οποία θα γίνει τον Δεκέμβριο, να είναι και η τελευταία.
Η “έκπληξη” μπορεί να έρθει από την “αποπληθωριστική” επίδραση που έχει η αύξηση του κόστους δανεισμού, η οποία λειτουργεί το ίδιο και ίσως και καλύτερα από την αύξηση των επιτοκίων από την ΕΚΤ. Η κεντρική τράπεζα του ευρώ είχε κάνει πρώτη την πρώτη αύξηση επιτοκίων του ευρώ κατά 0,25% τον περασμένο Ιούνιο, όταν ο πληθωρισμός ήταν στο 2,8%. Όσο η κρίση βρισκόταν σε εξέλιξη, ο πληθωρισμός αυξανόταν, φτάνοντας στο τέλος Αυγούστου στο 3,2%. Το γεγονός αυτό οδήγησε την ΕΚΤ στη δεύτερη αύξηση κατά 0,25%, με το παρεμβατικό επιτόκιο του ευρώ να έχει φτάσει στο 2,5%, από 2% που ήταν τον Μάιο.
Την Πέμπτη η ΕΚΤ διέκοψε τις διαδοχικές αυξήσεις, εκτός των άλλων επειδή οι συνθήκες είχαν αλλάξει. Εκτός από τον πληθωρισμό, σε ανοδική πορεία βρίσκονταν και οι αποδόσεις των ομολόγων της Ευρωζώνης, οι οποίες, από 2,8% τον Ιούνιο, έχουν ξεπεράσει το 4%, με εξαίρεση τη Γαλλία, η οποία, λόγω της πολιτικοοικονομικής κρίσης που αντιμετωπίζει, έχει στείλει την απόδοση του 10ετούς ομολόγου της στο 5%.
Αύξηση του κόστους δανεισμού
Με τα επιτόκια δανεισμού των κρατών της Ευρωζώνης να αυξάνονται και τις τιμές των ομολόγων να καταρρέουν, η κρίση πέρασε και στις τράπεζες, οι οποίες κατέχουν περίπου το 40% των κρατικών τίτλων της Ευρωζώνης. Η ανησυχία για τη μείωση της κεφαλαιοποίησης (τα κρατικά ομόλογα αθροίζονται στα εποπτικά κεφάλαια των τραπεζών) επηρέασε τον διατραπεζικό δανεισμό. Το Euribor των 12 μηνών αυξήθηκε από το 2,3% στην αρχή του χρόνου στο 3,3%. Το γεγονός αυτό είχε ως αποτέλεσμα να αυξηθούν τα επιτόκια χορηγήσεων των τραπεζών σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο με αυτό που επιδίωκε η ΕΚΤ: να μειώσει τη ρευστότητα της αγοράς και, μέσω της μείωσης της ρευστότητας, να μειωθεί η κατανάλωση και στη συνέχεια και ο πληθωρισμός.
Ωστόσο το μειονέκτημα της αύξησης των επιτοκίων της ΕΚΤ ήταν αφενός ότι δεν είχε το αποτέλεσμα που επιδίωκε η τράπεζα, αφού ο πληθωρισμός δεν οφείλεται σε υπερβάλλουσα ζήτηση αλλά σε περιορισμένη προσφορά λόγω του πολέμου στο Ιράν και της διακοπής των μεταφορών πετρελαίου και φυσικού αερίου μέσω του Στενού του Ορμούζ και στη συνέχεια της Ερυθράς Θάλασσας. Αφετέρου, η αύξηση των επιτοκίων αύξανε περισσότερο το κόστος δανεισμού των κρατών, απειλώντας την ούτως ή άλλως αναιμική ανάπτυξη της Ευρωζώνης.
Αποπληθωρισμός μέσω της αγοράς
Ερωτηθείς πρόσφατα για το κατά πόσο η ΕΚΤ θα επιμείνει σε συνεχείς αυξήσεις επιτοκίων, ο Γάλλος κεντρικός τραπεζίτης, κ. Εμανουέλ Μουλέν, έχοντας τις μεγαλύτερες απώλειες σε τιμές και επιτόκια ομολόγων, άφησε να εννοηθεί ότι μέρος της αντιπληθωριστικής πολιτικής της ΕΚΤ μπορεί να έρθει από την αγορά, μέσω της αύξησης των επιτοκίων δανεισμού της πραγματικής οικονομίας. Την ίδια άποψη εξέφρασαν εμμέσως και τα πιο συντηρητικά μέλη της ΕΚΤ, δείχνοντας ότι, αν τελικά γίνει και τρίτη αύξηση επιτοκίων τον Δεκέμβριο, μπορεί να είναι και η τελευταία. Αυτό θα γίνει γιατί προηγουμένως η χρηματοδότηση επιχειρήσεων και νοικοκυριών θα έχει περιοριστεί από την αύξηση του κόστους δανεισμού των ευρωπαϊκών κρατών, ως αποτέλεσμα της ενεργειακής κρίσης που έφερε ο πόλεμος στο Ιράν.
Κέρδος για την Ελλάδα
Μια τέτοια κατάσταση μπορεί και να ευνοήσει την Ελλάδα, η οποία δέχεται μεγαλύτερο πλήγμα από την αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ από ό,τι από την αύξηση του κόστους δανεισμού του ευρωπαϊκού χρέους. Λόγω του ότι τα 2/3 του χρέους της Ελλάδας είναι στα χέρια του “επίσημου” τομέα (Ευρωζώνη, EFSF, ESM) και του ότι η οικονομία παράγει υψηλά πλεονάσματα, έχει πολύ μικρές ανάγκες χρηματοδότησης. Το 2027 η Ελλάδα δεν θα χρειαστεί να δανειστεί από την αγορά πάνω από 8 δισ. ευρώ. Επίσης, τα ταμειακά της διαθέσιμα στο τέλος του 2026 θα ξεπερνούν τα 30 δισ. ευρώ. Συνεπώς, το δημόσιο χρέος είναι σχετικά θωρακισμένο απέναντι στη μεγάλη νευρικότητα της αγοράς χρήματος. Η μετάδοση θα γινόταν και στα επιτόκια χορηγήσεων, αλλά με χρονική καθυστέρηση και ανάλογα με την πολιτική της κάθε τράπεζας.

