-
Το ενδεχόμενο να ξεπεράσει η τιμή του ευρωπαϊκού φυσικού αερίου το ψυχολογικό όριο των 100 ευρώ ανά μεγαβατώρα βρίσκεται πλέον στο τραπέζι, καθώς η συνδυασμένη επίδραση των γεωπολιτικών εντάσεων, των περιορισμένων αποθεμάτων και της αβεβαιότητας για τις καιρικές συνθήκες δημιουργεί ένα ιδιαίτερα εκρηκτικό μείγμα. Με το ολλανδικό TTF να κινείται ήδη πάνω από τα 90 ευρώ ανά μεγαβατώρα, στα υψηλότερα επίπεδα από τον Δεκέμβριο του 2022, η ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας βρίσκεται αντιμέτωπη με τον κίνδυνο μιας νέας ανατιμητικής έξαρσης, η οποία θα μπορούσε να επηρεάσει όχι μόνο το κόστος θέρμανσης αλλά και τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας και την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας.
Το ερώτημα που απασχολεί πλέον τους traders και τους αναλυτές δεν είναι μόνο εάν οι τιμές θα φτάσουν τα 100 ευρώ, αλλά κυρίως πόσο γρήγορα θα μπορούσε να συμβεί αυτό και, ακόμη σημαντικότερο, για πόσο διάστημα θα παραμείνουν σε τόσο υψηλά επίπεδα.
Στην αγορά διαμορφώνεται η εκτίμηση ότι μια κίνηση προς τα 95 ευρώ είναι απολύτως πιθανή βραχυπρόθεσμα, ενώ η υπέρβαση των 100 ευρώ θεωρείται ρεαλιστικό σενάριο ακόμη και μέσα στον Νοέμβριο, εφόσον συνεχιστεί η γεωπολιτική αβεβαιότητα στη Μέση Ανατολή και επιβεβαιωθούν οι προβλέψεις για χαμηλότερες θερμοκρασίες.
Ορισμένες εκτιμήσεις τοποθετούν μάλιστα την υπέρβαση του συγκεκριμένου ορίου πριν από τα τέλη Νοεμβρίου, χωρίς ωστόσο να υπάρχει ομοφωνία ως προς την πιθανότητα ή τη διάρκεια μιας τέτοιας εξέλιξης.
Ο παράγοντας Μέση Ανατολή
Ο σημαντικότερος παράγοντας που καθορίζει τη συμπεριφορά των τιμών παραμένει η γεωπολιτική κατάσταση και ειδικότερα ο κίνδυνος νέας στρατιωτικής κλιμάκωσης στη Μέση Ανατολή.
Η αγορά έχει ήδη ενσωματώσει ένα σημαντικό ασφάλιστρο γεωπολιτικού κινδύνου στις τιμές, καθώς ενδεχόμενη διαταραχή των θαλάσσιων μεταφορών LNG, ιδιαίτερα στην περιοχή των Στενών του Ορμούζ, θα μπορούσε να περιορίσει περαιτέρω τη διαθέσιμη προσφορά.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι οι γεωπολιτικές εξελίξεις δεν επηρεάζουν πλέον μόνο τις προσδοκίες των επενδυτών αλλά ενδέχεται να μεταβάλουν ουσιαστικά το ισοζύγιο προσφοράς και ζήτησης. Εάν καθυστερήσουν ή περιοριστούν οι παραδόσεις υγροποιημένου φυσικού αερίου, η Ευρώπη θα αναγκαστεί να ανταγωνιστεί ακόμη πιο έντονα τις ασιατικές αγορές για την εξασφάλιση φορτίων.
Ακόμη και στην περίπτωση αποκλιμάκωσης της κρίσης, η αποκατάσταση των ροών δεν συνεπάγεται αυτομάτως επιστροφή των τιμών στα προηγούμενα επίπεδα. Τα φορτία που θα φτάσουν στην Ευρώπη θα πρέπει αφενός να καλύψουν την τρέχουσα κατανάλωση και αφετέρου να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για την αναπλήρωση των αποθεμάτων ενόψει του επόμενου χειμώνα.
Το πρόβλημα των αποθεμάτων
Η δεύτερη μεγάλη πηγή ανησυχίας αφορά την κατάσταση των ευρωπαϊκών αποθηκών φυσικού αερίου.
Με τα επίπεδα πληρότητας να κινούνται περίπου μεταξύ 72% και 75% κατά την έναρξη της χειμερινής περιόδου, η Ευρώπη εισέρχεται στους μήνες αυξημένης κατανάλωσης με αισθητά μικρότερο περιθώριο ασφαλείας.
Οι δυσμενείς προσομοιώσεις για την εξέλιξη των αποθεμάτων δείχνουν ότι, υπό συνθήκες ιδιαίτερα αυξημένης ζήτησης, η πληρότητα θα μπορούσε να υποχωρήσει ακόμη και κοντά στο 11% στο τέλος Μαρτίου.
Πρόκειται για σενάριο πίεσης και όχι για βασική πρόβλεψη, το οποίο ωστόσο αναδεικνύει την ευαισθησία της ευρωπαϊκής αγοράς απέναντι σε έναν συνδυασμό παρατεταμένου ψύχους και περιορισμένης προσφοράς.
Αντίστοιχα, ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στο ενδεχόμενο τα αποθέματα να υποχωρήσουν κοντά στο 55% ήδη μέχρι τα Χριστούγεννα. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να προκαλέσει εντονότερη αντίδραση των τιμών, καθώς θα δημιουργούσε ανησυχίες για την επάρκεια του φυσικού αερίου κατά το υπόλοιπο του χειμώνα.
Ο καιρός μπορεί να κάνει τη διαφορά
Παρά το γεγονός ότι οι εποχικές προβλέψεις παραπέμπουν συνολικά σε έναν σχετικά ήπιο χειμώνα, η αγορά παρακολουθεί με ιδιαίτερη προσοχή τα ενδεχόμενα επεισόδια έντονου ψύχους.
Σε μια αγορά με περιορισμένα αποθέματα, ακόμη και δύο ή τρεις εβδομάδες ιδιαίτερα χαμηλών θερμοκρασιών μπορεί να αποδειχθούν σημαντικότερες από τη μέση θερμοκρασία ολόκληρης της χειμερινής περιόδου.
Ειδικά εάν ένα κύμα ψύχους συμπέσει με χαμηλή παραγωγή αιολικής και ηλιακής ενέργειας, η ζήτηση φυσικού αερίου για ηλεκτροπαραγωγή θα μπορούσε να αυξηθεί απότομα, επιταχύνοντας την απομείωση των αποθεμάτων.
Στην εξίσωση προστίθενται και οι απρογραμμάτιστες διακοπές παραγωγής στη Νορβηγία, οι οποίες περιορίζουν την ευελιξία της ευρωπαϊκής αγοράς σε μια περίοδο κατά την οποία κάθε πρόσθετη ποσότητα αερίου αποκτά αυξημένη σημασία.
Ο κίνδυνος για τα 200 ευρώ και η βιομηχανία
Παρότι το βασικό σενάριο που εξετάζεται αφορά την υπέρβαση των 100 ευρώ, δεν απουσιάζουν και πολύ πιο απαισιόδοξες εκτιμήσεις, οι οποίες κάνουν λόγο ακόμη και για επιστροφή σε επίπεδα κοντά στα 200 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Πρόκειται πάντως για ακραίο σενάριο, το οποίο θα προϋπέθετε σοβαρή και παρατεταμένη διαταραχή της προσφοράς, σε συνδυασμό με ιδιαίτερα δυσμενείς καιρικές συνθήκες. Η αγορά διαχωρίζει μια πρόσκαιρη εκτίναξη των τιμών από μια παρατεταμένη περίοδο εξαιρετικά υψηλού κόστους, όπως εκείνη που καταγράφηκε κατά την ενεργειακή κρίση του 2022.
Ήδη, πάντως, οι υψηλές τιμές των προθεσμιακών συμβολαίων δημιουργούν προβληματισμό στη βιομηχανία. Ενδεικτική είναι η εικόνα στην πολωνική αγορά, όπου καταγράφεται σημαντική υποχώρηση των συναλλαγών σε συμβόλαια φυσικού αερίου για το 2027, καθώς οι βιομηχανικοί καταναλωτές εμφανίζονται απρόθυμοι να δεσμευτούν σε τόσο υψηλές τιμές.
Παράλληλα, η άνοδος του φυσικού αερίου μεταφέρεται ήδη στις προθεσμιακές αγορές ηλεκτρικής ενέργειας. Στην Ισπανία, για παράδειγμα, οι τιμές των συμβολαίων ηλεκτρισμού βασικού φορτίου για το 2027 έχουν αυξηθεί από περίπου 88 ευρώ σε πάνω από 110 ευρώ ανά μεγαβατώρα μέσα σε διάστημα μικρότερο του ενός μήνα.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα για την ευρωπαϊκή οικονομία δεν είναι απαραίτητα μια πρόσκαιρη υπέρβαση των 100 ευρώ, αλλά η πιθανότητα να παγιωθεί ένα νέο καθεστώς υψηλών ενεργειακών τιμών, το οποίο θα επιβαρύνει τη βιομηχανική παραγωγή, θα ενισχύσει τις πληθωριστικές πιέσεις και θα περιορίσει τα περιθώρια ανάπτυξης το 2027.
Η συζήτηση επεκτείνεται πλέον και στην ανάγκη ενίσχυσης της ενεργειακής ασφάλειας της Ευρώπης, με μεγαλύτερες στρατηγικές εφεδρείες, εναλλακτικές διαδρομές τροφοδοσίας και επενδύσεις σε πρόσθετη δυναμικότητα.
Σε κάθε περίπτωση, το επόμενο διάστημα θα είναι καθοριστικό. Η εξέλιξη της κρίσης στη Μέση Ανατολή, οι πρώτες σοβαρές ψυχρές εισβολές και ο ρυθμός απομείωσης των αποθεμάτων θα κρίνουν εάν τα 100 ευρώ θα αποτελέσουν απλώς ένα πρόσκαιρο ψυχολογικό ορόσημο ή την αφετηρία μιας νέας, παρατεταμένης περιόδου ενεργειακής ακρίβειας στην Ευρώπη.

