spot_imgspot_img

Related Posts

Top 5 This Week

Το βρώμικο παρασκήνιο σε TV και social media

Ολη η νοσηρότητα που όλοι, λίγο ως πολύ, έχουμε την υποψία ότι λούζει το παρασκήνιο των λαϊκίστικων εκπομπών της τηλεόρασης (τύπου reality) βγαίνει στην επιφάνεια κατά τη διάρκεια της ταινίας «Primetime» (ΗΠΑ, 2026) του Λανς Οπενχάιμ, η οποία στηρίζεται σε πραγματικά πρόσωπα και γεγονότα. Και ίσως, τελικά, αυτό να έχει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον σε μια ταινία, η οποία σου προκαλεί την αίσθηση ότι βουλιάζεις στον βούρκο – και εδώ θα πρέπει να επισημανθεί η συμβολή της «βρώμικης» φωτογραφίας του Ντέιβιντ Μπόλεν.

Πρόσωπο-κλειδί της ιστορίας είναι ο Κρις Χάνσεν (ο Ρόμπερτ Πάτινσον εξακολουθεί να πειραματίζεται σε σκοτεινούς ρόλους), μια διάσημη προσωπικότητα της τηλεόρασης στις Ηνωμένες Πολιτείες, που πριν από 20 περίπου χρόνια έγινε όνομα με τη reality σειρά «To Catch a Predator». Στόχος της σειράς – κάτι στο οποίο εμμένει πάρα πολύ η ταινία – ήταν η live «σύλληψη» υποψήφιων παιδόφιλων τους οποίους ο Χάνσεν «ψάρευε» μέσω Διαδικτύου και στη συνέχεια παγίδευε με τη βοήθεια ανθρώπων – δολωμάτων (ο νεαρός ηθοποιός Σκάιλερ Γκισόντο είναι εξαιρετικός παίζοντας έναν ηθοποιό που στην προσπάθεια να κάνει τα πρώτα βήματα της καριέρας του δέχεται, παρά τις αμφιβολίες του, να αναλάβει αυτόν τον «ρόλο»).

Οπως πολλά χρόνια στο παρελθόν έκανε ο ΣίντνεΪ Λουμέτ στο «Δίκτυο» ή ο Πίτερ Γουίρ στην «Ζωντανή μετάδοση: The Truman Show»), έτσι και ο Οπενχάιμ ενδιαφέρεται για τη λεπτομερή παρουσίαση του τρομακτικού κυνισμού που επικρατεί στο παρασκήνιο και αυτό αποτυπώνεται τόσο στους υπεύθυνους του NBC που αποφασίζουν να βάλουν το σόου στην ζώνη υψηλής τηλεθέασης (primetime), όσο και στην παραγωγό του Χάνσεν, που υποδύεται και είναι πολύ καλή η Μέριτ Γουέβερ (γνωστή κυρίως από τηλεοπτικές δουλειές της όπως οι σειρές «Severance» και «Nurse Jackie», για την οποία υπήρξε υποψήφια για το ΕΜΜΥ).

Από μόνη της, όλη αυτή η κατάσταση είναι εξαιρετικά ενοχλητική, πόσω μάλλον όταν γνωρίζεις ότι όλα όσα βλέπεις γίνονταν στ’ αλήθεια. Ο Οπενχάιμ το υπογραμμίζει, αλλά ίσως μια ιδέα περισσότερο απ’ ό,τι χρειαζόταν.

Στα άδυτα του Facebook

Κάτι που οφείλουν να γνωρίζουν όσοι σκοπεύουν να παρακολουθήσουν την ταινία «The Social Reckoning» (ΗΠΑ 2026) είναι ότι αν δεν έχουν ιδέα περί Facebook δεν θα καταλάβουν παρά μόνο τα βασικά: το πώς δηλαδή αυτό το κοινωνικό δίκτυο, όπως εξάλλου… όλα, έχει τη δυνατότητα να καθοδηγεί τη σκέψη των χρηστών μέσω αλγορίθμων και συστημάτων, που μόνο όσοι ασχολούνται με αυτά τα πράγματα μπορούν να αντιληφθούν.

Μιλάμε δηλαδή για κανονική πλύση εγκεφάλου και στην προκειμένη περίπτωση υπεύθυνος είναι ο δημιουργός του Facebook, ο Μαρκ Ζάυκερμπεργκ (Τζέρεμι Στρονγκ), ένας «άνθρωπος μηχανή», χωρίς κανένα απολύτως συναίσθημα (έτσι τουλάχιστον τον παρουσιάζει η ταινία), ο οποίος, όπως γνωρίζουμε, λογοδότησε για όλη αυτή την κατάσταση απέναντι στην αμερικανική δικαιοσύνη. Και όλα ξεκίνησαν όταν μια νεαρή υπάλληλος του Facebook, η Φράνσες Χόγκεν (Μίκι Μάντισον) αντιλήφθηκε ότι 64% των χρηστών του κοινωνικού δικτύου έχουν εξαιτίας του γίνει μέλη εξτρεμιστικών ομάδων.

Η Χόγκεν απευθύνθηκε στον Τύπο και ο Τζεφ Χόρογουιτς (Τζέρεμι Αλεν Γουάιτ), διάσημος ερευνητής ρεπόρτερ της «Wall Street Journal», ξεκίνησε μαζί της ένα «ταξίδι» με στόχο την αποκάλυψη των καλά φυλαγμένων μυστικών του κοινωνικού δικτύου. Αυτή η ακαδημαϊκά γυρισμένη ταινία από τον (βασικά σεναριογράφο) Ααρον Σόρκιν (σεναριογράφο του «The Social Network» του Ντέιβιντ Φίντσερ που αναφέρεται στη δημιουργία του συγκεκριμένου κοινωνικού δικτύου), είναι αρκετά διαφωτιστική σε ό,τι αφορά το πώς λειτουργούν τα κοινωνικά δίκτυα, δεν είναι όμως καθόλου «φιλική» προς τον θεατή που αν δεν γνωρίζει κάτι για όλα αυτά που βλέπει, πολύ δύσκολα θα επικοινωνήσει.

Πλημμυρισμένη από ατελείωτους και άκρως βαρετούς διαλόγους με όρους που αφορούν το Διαδίκτυο, σε κάνει να νιώθεις μια αφόρητη πλήξη ακόμα και αν είσαι μέλος του Facebook. Γιατί αν δεν είσαι, ούτε απέξω από το σινεμά δεν αξίζει ο κόπος.

Μόνο για σινεφίλ

Ενα χρόνο και κάτι μήνες μετά την πρεμιέρα της στο Φεστιβάλ των Καννών όπου κέρδισε το Ειδικό Βραβείο της Επιτροπής, η «Αναγέννηση» (Resurrection, Κίνα/Γαλλία/ΗΠΑ, 2025) του κινέζου auteur Μπι Γκαν ανοίγει σε μόλις μία αίθουσα της Αθήνας, τη Newman. Λογικό. Κοντά στις τρεις ώρες (160′) και εντελώς «ονειρική», η ταινία δεν απευθύνεται σε μεγάλο κοινό, δεν είναι δηλαδή «ευρείας κατανάλωσης».

Είναι όμως μια ταινία που μπορεί να συναρπάσει όσους αγαπούν βαθιά την τέχνη του κινηματογράφου. Η «Αναγέννηση» δεν μπορεί να μπει σε «κουτί είδους». Από το να την αποκαλέσεις επιστημονική φαντασία, προτιμότερο να μείνεις στο σκέτη φαντασία. Αν προσπαθήσεις να την ερμηνεύσεις, θα βρεθείς μπροστά σε τοίχο.

Είναι ένα ταξίδι ονείρου, με σταθμούς εποχές του ίδιου του κινηματογράφου. Ενας λαβύρινθος ιδεών, ένα ψυχεδελικό καλειδοσκόπιο εικόνων που μεταφέρουν τον θεατή από τον κόσμο του βωβού κινηματογράφου μέχρι το σινεμά των καιρών μας. Eίναι το σινεμά του Ζορζ Μελιές, του Ντέιβιντ Λιν, του Ζαν-Λικ Γκοντάρ, του Ντέιβιντ Λιντς και του Γουόνγκ Καρ Βαΐ μέσα σε μια ταινία. Νιώθεις σαν να βλέπεις πολλές ταινίες  και να μην καταλαβαίνεις καμία, αλλά το ρήμα-κλειδί εδώ δεν είναι τόσο το βλέπω όσο το νιώθω.

Ολα τα στοιχεία της – η φωτογραφία, άλλοτε έγχρωμη άλλοτε ασπρόμαυρη – ο ήχος, οι ερμηνείες, το μοντάζ καταλήγουν σε ένα σύνολο που το μόνο που θέλει είναι, άνευ όρων, να σε κάνει να νιώσεις τη μαγεία που λέγεται κινηματογράφος. Χωρίς εξηγήσεις.

Το παρόν της είναι ένας κόσμος όπου το όνειρο απαγορεύεται γιατί έρχεται σε σύγκρουση με τη μακροβιότητα. Ομως, αν δεν μπορείς να ονειρευτείς, να φανταστείς, τότε ποιος ο λόγος να ζεις, μοιάζει να αναρωτιέται ο σκηνοθέτης.

Σημασία δεν έχει τι όνειρο θα δεις αρκεί να το δεις. Συνεπώς, οι «επαναστάτες» εδώ, είναι εκείνοι που προτιμούν μια ζωή με ημερομηνία λήξης αλλά και με συναρπαστική διαδρομή, όπου το απρόβλεπτο και το άγνωστο προκαλεί συναίσθημα. Την πορεία ενός τέτοιου «επαναστάτη» παρακολουθεί ο Μπι Γκαν, μέσα από το ταξίδι του στον χρόνο, με πέντε σταθμούς, πέντε κινηματογραφικά είδη, πέντε ιστορίες που μοιάζουν χωρίς αρχή και χωρίς τέλος (ο αριθμός πέντε έχει ενδιαφέρον σημειολογικό γιατί αντιστοιχεί με τις πέντε ανθρώπινες αισθήσεις, όραση, ακοή, αφή, όσφρηση και γεύση).

Ο Μπι Γκαν ζητά από τον θεατή την απελευθέρωσή του, όπως περίπου συμβαίνει με τα όνειρα που βλέπουμε, στα οποία δεν μπορούμε να παρέμβουμε, απλώς είμαστε εκεί και τα βλέπουμε. Κάποια μας αρέσουν, κάποια μας τρομάζουν αλλά όλα μας κάνουν να αισθανόμαστε ζωντανοί.

Αιματοβαμμένος λουκουμάς

Η συμμετοχή μιας σοβαρής, βραβευμένης με Οσκαρ ηθοποιού όπως η Τζέσικα Τσαστέιν σε ένα b movie – θρίλερ όπως η «Αλλη μαμά» (Other mommy, ΗΠΑ, 2026) του Ρομπ Σάβατζ, δεν μπορεί παρά να έγινε για ένα και μόνο λόγο: τη δοκιμασία της Τσαστέιν σε ένα είδος με το οποίο, ως τώρα, δεν είχε καμία σχέση: του τρόμου. Μέχρι εδώ καλά.

Παίζοντας τον διπλό ρόλο μιας μητέρας που λατρεύει το παιδί της και μιας «άλλης μητέρας», ενός φαντάσματος που το τρομοκρατεί, η Τσαστέιν μας δίνει όντως κάτι πρωτόγνωρο για αυτήν. Οχι ότι το χρειαζόμασταν όμως. Το τσαπατσούλικο και κυρίως ανόητο σενάριο των Νέιθαν Ελστον, Τζος Μάλερμαν, τσαλαβουτάει σε ήδη γνωστά θρίλερ αυτού του τύπου – από τον «Εξορκιστή» ως τα franchise «Paranormal activity» και «Insidious» – και το αποτέλεσμα είναι ένας αιματοβαμμένος λουκουμάς που το μόνο που μπορεί να προκαλέσει είναι το μειδίαμα αλλά και μια θλίψη για την κατάντια του είδους (διόλου τυχαία ο παραγωγός της ταινίας είναι ο Τζέιμς Γουάν, δημιουργός του απαράδεκτου franchise τρόμου «Σε βλέπω»).

Οσο για την ψυχανάλυση του γλυκού νερού, θέλει την «άλλη μαμά» να είναι το κακό alter ego της καλής μαμάς και τον μπαμπά (Τζέι Ντουπλάς) να προσπαθεί να βγάλει την άκρη μέσα σε ένα δίχως ειρμό, σεναριακό μπάχαλο που πολύ απλά καταντά κουραστικό με την αλόγιστη δίψα του για αίμα, με όποιον τρόπο μπορεί.

Προβάλλονται επίσης

«Ξεχασμένο νησί» (Forgotten island, ΗΠΑ, 2026) των Τζόελ Κρόφορντ, Τζάνιουελ Μερκάντο. Η φιλία δύο κοριτσιών θα δοκιμαστεί από τη στιγμή που αποφασίζουν να μπουν στον μαγικό κόσμο ενός νησιού όπου τα περιστοιχίζουν μυθικά πλάσματα, άλλα φιλικά, άλλα τρομαχτικά.

Πολύχρωμα, φαντασμαγορικά και εντελώς ακατανόητα κινούμενα σχέδια στα οποία όλοι φωνάζουν χωρίς λόγο και τίποτα δεν δείχνει να έχει πραγματική σημασία. Από τα λιγότερο ενδιαφέροντα animation της Dreamworks που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια. Οι HER, Λίζα Σομπεράνο, Ντέιβ Φράνκο δίνουν τις φωνές τους στην αμερικανική κόπια.

«Γάζα: Η Λωρίδα της Εξόντωσης» (Gaza, La Franja del exterminio, Μεξικό, 2024) του Ραφαέλ Ρανζέλ. Ντοκιμαντέρ που εισχωρεί στην καρδιά της Λωρίδας της Γάζας και καταγράφει τα γεγονότα των βομβαρδισμών και της καταστροφής, αποτυπώνοντας τα απάνθρωπα βάσανα των τραυματιών – κυρίως παιδιών.

YouTube thumbnail

Popular Articles