Της Σίσσυς Σταυροπιερράκου
Για ακόμη μία φορά τις τελευταίες ημέρες, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο προσωρινής μείωσης του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης, προκειμένου να περιοριστεί η επιβάρυνση των οικογενειακών προϋπολογισμών από την ενεργειακή ακρίβεια. Στην κυριακάτικη ανασκόπησή του επανέλαβε ότι, εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση επιτρέψει έκτακτες εθνικές παρεμβάσεις χωρίς αυτές να προσμετρώνται στα όρια δαπανών, “θα μπορούσαμε να εξετάσουμε και την προσωρινή μείωση της φορολογίας στα καύσιμα”. Μια τέτοια μείωση θα οδηγούσε σε άμεση πτώση της τιμής στην αντλία, ελαφρύνοντας, έστω και πρόσκαιρα, τους καταναλωτές και συγκρατώντας τον πληθωρισμό.
Ωστόσο, ο ΕΦΚ αποτελεί μία από τις βασικότερες και πιο σταθερές πηγές τακτικών εσόδων του προϋπολογισμού. Η ελληνική πλευρά ζητά εξαίρεση από την οροφή δαπανών, ώστε η δημοσιονομική απώλεια από μια ενδεχόμενη μείωσή του να μην προσμετρηθεί ως υπέρβαση των ευρωπαϊκών κανόνων. Μια οριζόντια και μόνιμη μείωση θα δημιουργούσε μεγάλο δημοσιονομικό κενό, το οποίο θα έπρεπε να καλυφθεί είτε με περικοπές δαπανών είτε με άλλους φόρους.
Μια μονομερής μείωση του ΕΦΚ θα στερούσε εκατοντάδες εκατομμύρια ευρώ από τα δημόσια ταμεία, αυξάνοντας το έλλειμμα. Εάν, όμως, η ΕΕ δώσει το “πράσινο φως” για έκτακτες παρεμβάσεις, η δημοσιονομική αυτή απώλεια θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί στο πλαίσιο των σχετικών ευρωπαϊκών κανόνων.
Για παράδειγμα, εάν το πετρέλαιο θέρμανσης διατίθεται προς 2,00 ευρώ το λίτρο, μια μείωση του ΕΦΚ κατά 0,15 ευρώ θα έριχνε την τελική τιμή στα 1,81 ευρώ το λίτρο, συνυπολογίζοντας και τη μείωση του ΦΠΑ. Έτσι, για μια παραγγελία 1.000 λίτρων, ένα νοικοκυριό θα εξοικονομούσε περίπου 186 ευρώ. Για τα δημόσια ταμεία, ωστόσο, η παρέμβαση αυτή θα σήμαινε ετήσια απώλεια άνω των 200 εκατομμυρίων ευρώ.
Αντίστοιχα, εάν η αμόλυβδη βενζίνη διατίθεται προς 2,10 ευρώ το λίτρο, μια μείωση του ΕΦΚ κατά 0,15 ευρώ θα περιόριζε την τελική τιμή στα 1,91 ευρώ το λίτρο, συνυπολογίζοντας τη μείωση του ΦΠΑ 24%. Για έναν οδηγό που καταναλώνει 100 λίτρα τον μήνα, το όφελος θα ανερχόταν σε 18,60 ευρώ μηνιαίως, δηλαδή σε περίπου 223 ευρώ ετησίως. Για τα δημόσια οικονομικά, όμως, μια τέτοια οριζόντια παρέμβαση θα προκαλούσε ετήσια απώλεια εσόδων άνω των 500 εκατομμυρίων ευρώ.
Τα έσοδα από τον ΕΦΚ
Το δημοσιονομικό βάρος μιας ενδεχόμενης μείωσης του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης γίνεται σαφέστερο αν δει κανείς τα έσοδα που αποφέρει σήμερα: ο κρατικός προϋπολογισμός εισπράττει από τον ΕΦΚ στα καύσιμα περίπου 4,1 δισ. ευρώ ετησίως. Αν συνυπολογιστούν και τα έσοδα από τον ΦΠΑ 24%, ο οποίος επιβάλλεται και επί του ΕΦΚ, οι συνολικές εισπράξεις του κράτους από τα καύσιμα προσεγγίζουν τα 7 δισ. ευρώ.Από τον ΕΦΚ, τα έσοδα ανά κατηγορία καυσίμου διαμορφώνονται ως εξής:
-Βενζίνη: 2,1 δισ. ευρώ
-Πετρέλαιο κίνησης: 1,515 δισ. ευρώ
-Πετρέλαιο θέρμανσης: 299 εκατ. ευρώ
-Φυσικό αέριο: 38 εκατ. ευρώ
-Υγραέριο: 3 εκατ. ευρώ
Τα ποσά αυτά δείχνουν γιατί ακόμη και μια προσωρινή μείωση του φόρου έχει αισθητό κόστος για τον προϋπολογισμό.
Τι πληρώνουμε για φόρους
Η Ελλάδα κατατάσσεται στις υψηλότερες θέσεις της ΕΕ ως προς τη φορολόγηση των καυσίμων, με τους φόρους να καλύπτουν πάνω από το 55% της τελικής τιμής στην αντλία.
Βενζίνη (95 οκτ.): Βρίσκεται στην 4η με 5η ακριβότερη θέση στην ΕΕ. Ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωση είναι σχεδόν διπλάσιος από το ελάχιστο όριο της ΕΕ (€0,359), πίσω μόνο από χώρες όπως η Ολλανδία, η Ιρλανδία και η Ιταλία.
Πετρέλαιο Κίνησης: Κατέχει μεσαία θέση, με τον ΕΦΚ, κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Η υψηλή επιβάρυνση οφείλεται στον συνδυασμό του υψηλού σταθερού ΕΦΚ και του ΦΠΑ 24%, ο οποίος υπολογίζεται πάνω στην αρχική τιμή μαζί με τον ΕΦΚ.
Ωστόσο εάν η επιβάρυνση συσχετιστεί με το μέσο διαθέσιμο εισόδημα και την αγοραστική δύναμη των πολιτών, η Ελλάδα βρέθηκε στην 1η θέση στην ΕΕ σε αναλογία κόστους καυσίμων προς τον μηνιαίο μισθό.
Πώς διαμορφώνονται οι φόροι
Πετρέλαιο Θέρμανσης
Το πετρέλαιο θέρμανσης επιβαρύνεται σημαντικά από φόρους και τέλη, τα οποία διαμορφώνουν σε μεγάλο βαθμό την τελική τιμή καταναλωτή.
Βασικότερη επιβάρυνση αποτελεί ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης, ο οποίος κατά την περίοδο διάθεσης (15 Οκτωβρίου έως 30 Απριλίου) ανέρχεται σε €0,28 ανά λίτρο. Στην τελική αξία επιβάλλεται ΦΠΑ 24%, ο οποίος υπολογίζεται επί της συνολικής τιμής, δηλαδή πάνω στην τιμή του διυλιστηρίου, τα περιθώρια κέρδους αλλά και τον ίδιο τον ΕΦΚ.
Παράλληλα, την τιμή επιβαρύνουν μικρότερα ρυθμιστικά τέλη και ανταποδοτικές εισφορές, όπως τα Δικαιώματα Εκτέλεσης Τελωνειακών Εργασιών (ΔΕΤΕ) ύψους 0,5%, η εισφορά υπέρ ΡΑΕΥ, καθώς και ειδικές κρατικές εισφορές εκτελωνισμού.
Τέλος, το τελικό κόστος διαμορφώνεται από τα περιθώρια κέρδους των εταιρειών εμπορίας και των πρατηριούχων, καθώς και από τα μεταφορικά έξοδα, τα οποία διαφοροποιούνται ανάλογα με τη γεωγραφική περιοχή.
Πετρέλαιο κίνησης
Tο πετρέλαιο κίνησης επιβαρύνεται με υψηλότερους φόρους σε σχέση με το θέρμανσης, οι οποίοι καλύπτουν σχεδόν τη μισή τελική τιμή.
Βασικότερος επιβαρυντικός παράγοντας είναι ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης , ο οποίος ανέρχεται σταθερά σε €0,41 ανά λίτρο. Στο σύνολο της αξίας επιβάλλεται ΦΠΑ 24%, ο οποίος υπολογίζεται πάνω στην τιμή διυλιστηρίου, τα περιθώρια κέρδους αλλά και τον ίδιο τον ΕΦΚ.
Επιπλέον, την τιμή επιβαρύνουν τα Δικαιώματα Τελωνειακών Εργασιών (ΔΕΤΕ 0,5%), η εισφορά τηρήσεως αποθεμάτων έκτακτης ανάγκης (ΡΕΑ), καθώς και τέλη υπέρ ΡΑΕΥ.
Το τελικό κόστος διαμορφώνεται από τα περιθώρια κέρδους εταιρειών και πρατηριούχων, καθώς και τα μεταφορικά έξοδα.
Αμόλυβδη
Στην αμόλυβδη βενζίνη (95 οκτανίων), οι φόροι είναι οι υψηλότεροι μεταξύ των υγρών καυσίμων, αντιπροσωπεύοντας το 55%–60% της τελικής τιμής στο πρατήριο.
Βασική επιβάρυνση αποτελεί ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης, ο οποίος ορίζεται στα €0,70 ανά λίτρο. Στο συνολικό ποσό (τιμή διυλιστηρίου, περιθώρια κέρδους, ΕΦΚ και τέλη) επιβάλλεται ΦΠΑ 24%, ο οποίος υπολογίζεται και πάνω στον ίδιο τον ΕΦΚ των €0,70.
Παράλληλα, την τιμή επιβαρύνουν τα Δικαιώματα Εκτέλεσης Τελωνειακών Εργασιών, η εισφορά ΡΕΑ για τη διατήρηση των στρατηγικών αποθεμάτων έκτακτης ανάγκης, καθώς και η εισφορά υπέρ ΡΑΕΥ και λοιπών ασφαλιστικών ταμείων.
Το κόστος συμπληρώνεται από τα περιθώρια κέρδους των εταιρειών εμπορίας και των πρατηριούχων, καθώς και από τα μεταφορικά έξοδα.
