Η νέα ταινία του Πάβελ Παβλικόφσκι που κέρδισε στις Κάννες το βραβείο σκηνοθεσίας ακολουθεί την επιστροφή του νομπελίστα συγγραφέα στη μεταπολεμική Γερμανία

03.09.2026
“Fatherland”: Ήδη ο τίτλος σημαίνει και επισημαίνει πολλά. Γιατί όχι “Motherland”; Επειδή αυτή η λέξη κρύβει ανάμεσα στα γράμματά της και τη φροντίδα, το νοιάξιμο, τη ζεστασιά και το συναίσθημα. Αντίθετα, ο όρος «Fatherland» έχει συνδεθεί με την καταγωγή, το κράτος, το έθνος και σε προδιαθέτει εξαρχής με μια ψυχρότητα. Καίρια λοιπόν η επιλογή και καθοριστική για την ταυτότητα της νέας ταινίας του Πολωνού Πάβελ Παβλικόφσκι, η οποία είναι ξεκάθαρα συγγενής με το υπόλοιπο έργο του που θαυμάσαμε, τη βραβευμένη με Όσκαρ «Ίντα» (2013) και τον βραβευμένο στις Κάννες «Ψυχρό Πόλεμο» (2018), καταρχάς σε επίπεδο αισθητικής, με δηλωμένη και πάλι την πίστη στα ασπρόμαυρα τετράγωνα κάδρα, αλλά και σε επίπεδο ουσίας αφού και τα τρία φιλμ διατρέχει το πνεύμα μιας Ευρώπης που προσπαθεί να ορθοποδήσει πάνω σε συντρίμια πολέμου και στο τραύμα μιας συλλογικής ενοχής και που ψάχνει τους νέους φάρους που θα οδηγήσουν το βλέμμα και την πορεία της προς το μέλλον.
Καμιά φορά αρκεί να «επιστρατευτούν» γι΄ αυτήν τη αποστολή τα λαμπρά μυαλά του παρόντος που δεν έχασαν το κύρος και την οξύνοια τους. Σαν τον νομπελίστα Τόμας Μαν. Αρκεί να επιστρέψουν στην πατρίδα και να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στην… Fatherland.

Σάντρα Χίλερ και Χανς Ζίσλερ, Έρικα Μαν και Τόμας Μαν κάνουν ένα ταξίδι με μια μαύρη Buick στην μεταπολεμική Γερμανία @Agata Grybowska
Βρισκόμαστε στο 1949 όταν ο νομπελίστας συγγραφέας, και αυτοεξόριστος στην Αμερική λόγω της αντίθεσης του στο ναζιστικό καθεστώς, Τόμας Μαν επιστρέφει στην ηττημένη και κατεστραμμένη πατρίδα του που έχει πάνω της και τη βαριά σκιά του Ψυχρού Πολέμου για να τιμηθεί για το έργο του και κυρίως, για να ανεβάσει το ηθικό των συμπατριωτών του.
Σε μια οδική «περιπλάνηση» που δίνει και έναν on the road χαρακτήρα στην ταινία, ο Τόμας Μαν διασχίζει τη διχοτομημένη Γερμανία με στάσεις και στην αμερικανοκρατούμενη Φρανκφούρτη (όπου ένας πράκτορας του FBI του γίνεται στενός «κορσές») αλλά και τη σοβιετική Βαΐμάρη. Θα δώσει διαλέξεις όπου θα μιλήσει για υψηλά ιδανικά και μεγάλες ιδέες-ό,τι ακριβώς χρειάζεται η χώρα για να προχωρήσει κι ας είναι κάπως κρυπτικός ο λόγος του-αλλά θα αντιμετωπίσει και την καχυποψία των συμπατριωτών του.
«Τι σημαίνει η φυγή σας στην Αμερική; προδοσία ή έλλειψη αλληλεγγύης» επιμένουν να τον ρωτάνε οι δημοσιογράφοι. Άλλοι πάλι περιμένουν από αυτόν μια ξεκάθαρη απάντηση στο ερώτημα παγίδα: «ποιος είναι ο καλύτερος δρόμος για την ανθρωπότητα; ο καπιταλισμός ή ο σοβιετικός κομμουνισμός;». Για τον Μαν που κρατάει τις απαντήσεις, αν τις έχει, για τον εαυτό του και τις κρύβει στα πολλά μειδιάματα που αχνοφαίνονται στο πρόσωπο του, ίσως μία από όλες να βρίσκεται στη ρήση του Καντ που αποδίδει ελεύθερα λέγοντας ότι «από ένα στραβό ξύλο όπως ο άνθρωπος τίποτα ίσιο δεν μπορεί να βγει». Στο πλευρό του, σε κάθε του βήμα, βρίσκεται συνέχεια η κόρη του, Έρικα, σε έναν ρόλο που τα περιλαμβάνει όλα, από γραμματέας και μεταφράστρια, μέχρι φροντίστρια, ακόμα και φωνή της συνείδησης του. Η Γερμανίδα Σάντα Χίλερ επιβεβαιώνει για μια ακόμη φορά ότι είναι η σημαντικότερη ηθοποιός της γενιάς της-οι εκφράσεις της αλλάζουν με την ταχύτητα του φωτός από κάδρο σε κάδρο και εκτοξεύονται με ευκολία από την μία συναισθηματική άκρη του τόξου, απέναντι στην άλλη. Έχει αποδώσει την ψυχραιμία και την στωικότητα μιας κόρης σε «υπηρεσία» στο πλευρό του σημαντικού πατέρα, με όση υπαινικτική δυναμική χρειάζεται.

Η Σάντρα Χίλερ δεν σταματά να μας εκπλήσσει ως ηθοποιός με ερμηνείες ακρίβειας, μέτρου και βάθους @Agata Grybowska
Ο Τόμας Μαν, που υποδύεται έξοχα ο Χανς Ζίσλερ, ο οποίος ισορροπεί ανάμεσα στο επιβλητικό και το αινιγματικό, σαν ένα άγαλμα που κάποιες φορές ραγίζει αλλά ποτέ δεν ζωντανεύει, τουλάχιστον συναισθηματικά, την ώρα που αδυνατεί να αναγνωρίσει την χώρα που γέννησε κι αυτόν και το πνεύμα του, επιστρέφει σε μια πατρίδα που δεν υπάρχει πια, όπου τον υποδέχονται μετά βαΐων και κλάδων με παρελάσεις και τιμές, για να βρει μόνο χαμένα βλέμματα που αναζητούν νέες αξίες ή επιθυμούν να ξαναβρούνε τις σταθερές τους για να αποκτήσουν και πάλι προσανατολισμό.
Πού χάθηκε η αρμονία και η ομορφιά του κόσμου; Και ποια είναι η ευθύνη των καλλιτεχνών σε όλο αυτό; Κάπως πρέπει να κλείσει το συλλογικό τραύμα και να ξεπεραστεί η ενοχή. Η τέχνη και τα γράμματα είναι πάντα ένας δρόμος και η νέα Γερμανία θέλει να ευλογηθεί από τον πολιτισμό, πόσω μάλλον όταν προέρχεται από τον συγγραφέα του «Μαγικού βουνού» που θεωρείται ο δεύτερος μεγαλύτερος Γερμανός συγγραφέας μετά τον Γκαίτε.

Ο Χανς Ζίσλερ είναι ο δωρικός και αινιγματικός Τόμας Μαν @Agata Grybowska
Η ταινία ξεκινά με τον γιο του Τόμας Μαν, τον Κλάους Μαν, που ήταν συγγραφέας και ο ίδιος («Μεφίστο»), να μιλάει στο τηλέφωνο με την αδερφή του, Έρικα, η οποία βρίσκεται σε κάποιο δωμάτιο ξενοδοχείου, σε μια στάση από το μεγάλο ταξίδι που κάνει με τον πατέρα τους. Με αυτό το τηλεφώνημα, ο θεατής νοιώθει πόσο ανήσυχο και ανασφαλές πλάσμα είναι ο Κλάους (θαυμάσιος ο Αουγκούστ Ντιλ στην ολιγόλεπτη αλλά καθοριστική εμφάνιση του), αλλά και πόσο «τραυματισμένα» είναι και τα δύο αδέρφια από έναν επιβλητικό, δωρικό και σημαντικό (για τον κόσμο και την ανθρωπότητα) πατέρα, που έχει κλειστεί σε ένα πανίσχυρο κάστρο περίτεχνων λέξεων, «απόρθητο» συναισθηματικά όχι μόνο από τους ξένους αλλά τελικά και από την ίδια την οικογένεια του. Είναι μια σκηνή, όχι απλά έναρξης, αλλά κλειδί για την εξέλιξη και την καρδιά της ταινίας, που επανέρχεται στο μυαλό μας όσο προχωρά η αφήγηση.
Ο Παβλικόφσκι, που πίνει κρασί (μάλλον ελληνικό αφού έχει κάνει την Ελλάδα δεύτερο σπίτι του) στο όνομα της αφηγηματικής λιτότητας, σε αυτό το μινιμάλ κομψοτέχνημα «παίζει» με τις έννοιες του πατριωτισμού, της πατρίδας, αλλά και της πατρότητας, εμφανίζοντας έναν πατέρα που δείχνει να ανησυχεί περισσότερο για τη δημόσια εικόνα του, παρά για τη συναισθηματική κατάσταση του γιου του, και τελικά τον θάνατο του από υπερβολική δόση υπνωτικών.
Ο στυλίστας σκηνοθέτης που έχει αναμφισβήτητα στόφα auteur παραδίδει μια εγκεφαλική, αλλά καθόλου δύστροπη ταινία που την αφήνει να λειτουργήσει πάνω στις ψυχρές αποχρώσεις της ασπρόμαυρης φωτογραφίας (του Λούκας Ζαλ), φροντίζοντας κάθε μικρή λεπτομέρεια στα ακριβή και ακαδημαΐκά του κάδρα. Το ξέσπασμα της Έρικα όταν ουρλιάζει στους φασίστες που περνάνε κάτω από το παράθυρο της λειτουργεί σαν μια μικρή αλλά αναγκαία βαλβίδα αποσυμπίεσης, αμέσως όμως, ξαναμπαίνει το καπάκι στην χύτρα και η ταινία συνεχίζει στον ίδιο ρυθμό να θέτει τα ηθικά και πολιτικά διλήμματα της εποχής, και ίσως και των καιρών μας.

