Έλαμψε στη χρυσή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου, αλλά δεν περιορίστηκε εκεί – ξεχώρισε στη μουσική, στον χορό, αλλά και στη συγγραφή και την ποίηση. Όταν συναντιόμαστε, διαισθάνομαι αμέσως πως βρίσκομαι απέναντι σε κάποιον που ανήκει σε εκείνη την κατηγορία των ανθρώπων που σπάνια προσπαθούν να τραβήξουν την προσοχή, ίσως επειδή έχουν μάθει να ζουν διαρκώς μέσα σε αυτήν.
Διαβάζοντας την ιστορία του στο «V.I.P. Η Ιστορία του Θόδωρου Ρουμπάνη», γλαφυρά δοσμένη από τη Φρίντα Μπιούμπι (εκδόσεις Εξάντας), καταλαβαίνω πως ποτέ δεν έζησε αποκλειστικά σε έναν τόπο, ούτε παρέδωσε έναν συγκεκριμένο ορισμό του εαυτού του και πλέον χαλαρός, σήμερα με υποδέχεται χαμογελαστός. Δανδής μιας άλλης εποχής, ώριμος αλλά ανάλαφρος από τις χιλιάδες εμπειρίες, ο Θόδωρος Ρουμπάνης δεν προσπαθεί να αποδείξει κάτι.
«Νιώθω περισσότερο ο εαυτός μου όταν βρίσκομαι σε αρμονία με τις αξίες μου, όταν είμαι πραγματικά παρών και μοιράζομαι όσα έχουν σκοπό και ουσία. Ποτέ δεν λειτούργησα ως εικόνα, δεν αισθάνθηκα την ανάγκη να γίνω αποδεκτός», με επιβεβαιώνει.
Υπάρχει μία φυσικότητα στον τρόπο που μιλάει, το στυλ πηγάζει αβίαστο, σαν τίποτα να μη χρειάζεται να αποδειχθεί. Σε μια εποχή όπου ακόμα και η αυθεντικότητα μοιάζει συχνά μια επιμελημένη εικόνα, εκείνος παραδίδει ένα σπουδαίο μάθημα σαβουάρ βιβρ. Κατασταλαγμένος, επιλέγει τη διακριτικότητα από την υπερέκθεση, παίζει σε ταινίες φίλων του, επανεκδίδει τη βιογραφία του, υποστηρίζει την ορατότητα του παρελθόντος του γιατί θέλει τα παιδιά του να τον θυμούνται για τις καλές προθέσεις του απέναντι στις μητέρες τους, τους επικούς έρωτες, την υποστηρικτική αγάπη.
Η ζωή που έζησε για χρόνια έμοιαζε με όνειρο. Νέα Υόρκη, Λος Αντζελες, ταξίδια σε όλο τον κόσμο, γνωριμίες με σπουδαίες προσωπικότητες, καθημερινότητα γεμάτη ένταση και λάμψη. Όλα ξεκίνησαν από μια υποτροφία που τον έφερε στο κέντρο της Νέας Υόρκης, την καρδιά του μουσικού θεάτρου, που τον οδήγησε σε δρόμους όπου λίγοι έχουν την ευκαιρία να περπατήσουν.
«Σπουδές, πρόβες, μεγάλα ονόματα, ένας κόσμος που για άλλους ήταν όνειρο, για μένα ήταν καθημερινότητα. Μια ζωή λαμπερή, αλλά και απαιτητική, πιο μεγάλη απ’ ό,τι μπορούσα τότε να φανταστώ», περιγράφει. Ασκούσε τεράστια έλξη στις συντρόφους του – το διαπιστώνω όταν μου δείχνει τα γράμματα της πρώτης συζύγου του, ηθοποιού, λογοτεχνικά κομψοτεχνήματα παθιασμένου έρωτα. Και ένας χωρισμός που τον ακολούθησε ο επόμενος έρωτας, σε μια κρουαζιέρα τζετ σέτερ πάνω σε ένα γιοτ. «Στο Ιόνιο, σε μια δύσκολη περίοδο, γνώρισα τη Σάρα. Ημασταν δύο πληγωμένοι άνθρωποι που έψαχναν τον μοναδικό άλλον να στηριχθούν. Μιλήσαμε. Και από εκείνη τη στιγμή όλα άλλαξαν. Από φίλοι, γίναμε ζευγάρι. Παντρευτήκαμε.
Η Λαίδη Σάρα Τσόρτσιλ ήταν Βρετανίδα αριστοκράτισσα, δισεγγονή του Ουίνστον Τσόρτσιλ. Στην Αγγλία κατοικούσαν στο Μπλένχαϊμ. Μετά το Μπάκιγχαμ και το Ουίνδσορ, μόνο ένα ακόμη κτίσμα μπορεί να αποκαλείται “παλάτι”: το Μπλένχαϊμ. Ολα τα υπόλοιπα είναι κάστρα. Ζήσαμε 13 χρόνια γεμάτα ταξίδια και έναν κόσμο σαν νομάδες. Ταξίδια, πόλεις, άνθρωποι. Μια ζωή που έμοιαζε ονειρική, χωρίς ρίζες. Που γραφόταν μόνο με επιτυχίες, αλλά μέσα της έκρυβε κάτι βαθύτερο: την ανάγκη να ανήκεις κάπου. Από παιδί άλλαζα συνεχώς τόπους. Νέες πόλεις, νέα σχολεία, νέες αρχές.
Έγινα ένας χαμαιλέοντας, ικανός να ανήκω παντού, αλλά τελικά να ψάχνω πάντα το ίδιο πράγμα: κάπου να μείνω». Και μετά, τα διαζύγια έγιναν δύο. «Οταν χώρισα με τη Σάρα, είχαμε περιουσία, σπίτια, επενδύσεις. Στο τέλος, δεν πήρα τίποτα. Έμεινα με 150 δολάρια στην τσέπη και ξεκίνησα από την αρχή στην Αμερική. Και μέσα σε έξι μήνες είχα ξανασταθεί στα πόδια μου: σπούδασα Οικονομικά, άνοιξα δική μου επιχείρηση και έκλεισα μεγάλες δουλειές. Το ίδιο μοτίβο επαναλήφθηκε και σε άλλες σχέσεις μου.
Εχασα χρήματα, περιουσίες, αντικείμενα αξίας. Αλλά ποτέ δεν με πείραξε πραγματικά. Η ζωή μου ήταν γεμάτη πάθη, ένταση, περιπέτειες. Έζησα σε επαύλεις, θαλαμηγούς, παλάτια, στη φυλακή. Είχα άφθονο χρήμα κατά καιρούς, αλλά υπήρξα και απένταρος. Γνώρισα γυναίκες που ήταν πρόθυμες να κάνουν τα πάντα για να με έχουν κοντά τους, αλλά και ό,τι ήταν αδύνατον για να με εκδικηθούν. Επίπονες δικαστικές διαμάχες για κηδεμονία, βαθιά μοναξιά. Νόμιζα ότι είχα χιλιάδες φίλους, αλλά όταν τους χρειάστηκα, απουσίαζαν».
Η στιγμή της επιστροφής στην Ελλάδα το 1989, όταν αγόρασε τη «Λαγουδέρα», δεν ήταν απλώς μια επιλογή, ήταν ανάγκη. «Γύρισα στην Ελλάδα όχι μόνο για την ομορφιά της, αλλά για κάτι πολύ πιο ουσιαστικό: τους ανθρώπους. Τους φίλους που μου έμειναν, τους δεσμούς που δεν χάθηκαν με τον χρόνο. Ισως γιατί, τελικά, όσο μακριά κι αν φτάσει κανείς, η αληθινή πατρίδα δεν είναι οι τόποι, είναι οι άνθρωποι».
Παρατηρώ ότι τα άτομα στις φωτογραφίες που μου δείχνει είναι όλα μεγαλύτερα από αυτόν. «Από μικρός, ειδικά στο γυμνάσιο, έκανα παρέα με μεγαλύτερους γιατί με εξέφραζαν περισσότερο από τους συνομηλίκους μου. Το ίδιο συνεχίστηκε σε όλη μου τη ζωή, ακόμα και στις σχέσεις μου. Σήμερα κάνω και με νεότερους, γιατί τελικά δεν μετρά η ηλικία, αλλά αυτό που κουβαλάει ο καθένας μέσα του. Δεν ήθελα ποτέ να αφοσιωθώ σε ένα πράγμα. Οταν μου είπαν ότι για να γίνω πρωταθλητής πρέπει να δοθώ αποκλειστικά μόνο σε ένα άθλημα, επέλεξα το αντίθετο: να τα κάνω όλα. Αθλητισμό, τέχνη, δημιουργία. Ηθελα να είμαι πάνω από τον μέσο όρο, να ζήσω. Σε όλους δίνονται ευκαιρίες, το θέμα είναι να τις αναγνωρίσεις και να τις αρπάξεις. Ετσι έζησα μια γεμάτη ζωή, παρότι έκανα πολλά λάθη. Αλλά αν γύριζα πίσω, τα ίδια θα έκανα. Τα χρήματα έχουν αξία μόνο όταν τα ζεις, όχι όταν τα αποθηκεύεις. Εχω ζήσει τη ζωή μου σαν να ήμουν πάμπλουτος. Και αυτό έχει σημασία».
Του ζητώ να βάλει μπλέιζερ για τη φωτογράφηση και με ρωτάει τι χρώμα. Στο σπίτι του εκείνο το απόγευμα, ανάμεσα σε αντίκες, κορνίζες με φωτογραφίες, πίνακες ζωγραφικής και κλασάτα κοστούμια, πέφτω στην έκδοση ποιημάτων του το 1970. Θαυμάζω τον χειρισμό της γλώσσας στα ελληνικά και τα αγγλικά και στέκομαι στο ποίημά του «Αθήνα»: «Σκυλί κυνηγιάρικο δίχως αφέντη, γυρίζω και συνεχίζω/ όχι για το θήραμα παρά για κυνήγι/ όχι απ’ ανάγκη παρά από συνήθεια./ Κρυφή χαρά: όχι πουλιά παρά νεκρές πεταλούδες να βρω»

