Από σήμερα στην κυκλοφορία ο σημαντικότερος αυτοκινητόδρομος στην Ελλάδα
Ολόκληρος ο Αυτοκινητόδρομος Κεντρικής Ελλάδας (Ε65) παραδίδεται πλέον στην κυκλοφορία, έπειτα από περισσότερες από δύο δεκαετίες σχεδιασμού, κατασκευαστικών δυσκολιών, οικονομικών αναταράξεων και διαδοχικών καθυστερήσεων. Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα έργα υποδομής που έχουν κατασκευαστεί στη χώρα, καθώς δημιουργεί έναν νέο εθνικό οδικό άξονα, ο οποίος συνδέει απευθείας την ΠΑΘΕ με την Εγνατία Οδό και μειώνει αισθητά τις αποστάσεις μεταξύ της νότιας, της κεντρικής και της βόρειας Ελλάδας.
Με την ολοκλήρωση των τελευταίων 46 χιλιομέτρων, από την Καλαμπάκα έως τον κόμβο της Εγνατίας Οδού κοντά στα Γρεβενά, ο συνολικός άξονας φτάνει σε μήκος 182,1 χιλιομέτρων και λειτουργεί πλέον ενιαία από τη Λαμία έως τη Δυτική Μακεδονία.
Η σημασία του έργου ξεπερνά την κατασκευή ενός ακόμη αυτοκινητοδρόμου. Ο Ε65 δημιουργεί έναν νέο κάθετο αναπτυξιακό άξονα, φέρνοντας πιο κοντά περιοχές που μέχρι σήμερα παρέμεναν συγκοινωνιακά απομονωμένες. Παράλληλα, αποσυμφορεί παραδοσιακές διαδρομές, προσφέρει υψηλότερα επίπεδα οδικής ασφάλειας και μειώνει τόσο τον χρόνο μετακίνησης όσο και την κατανάλωση καυσίμου.
Η διαδρομή από την Αθήνα έως την Εγνατία Οδό περιορίζεται πλέον περίπου στις τέσσερις ώρες, ενώ από τη Λαμία έως τη συμβολή με την Εγνατία απαιτούνται περίπου 1 ώρα και 45 λεπτά. Παράλληλα, η πρόσβαση προς τα Γρεβενά, το Μέτσοβο, την Κοζάνη και την Καστοριά γίνεται αισθητά ταχύτερη, με το κέρδος σε αρκετές περιπτώσεις να ξεπερνά τη μία ώρα σε σχέση με το παρελθόν.
Τα οφέλη δεν αφορούν μόνο τους ιδιώτες οδηγούς. Ο Ε65 αποτελεί πλέον έναν από τους σημαντικότερους εμπορευματικούς διαδρόμους της χώρας, συνδέοντας αποτελεσματικότερα τα λιμάνια του Πειραιά, του Βόλου και της Ηγουμενίτσας. Με αυτόν τον τρόπο δημιουργείται ένας νέος διάδρομος μεταφορών προς τα δυτικά Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη, με σημαντική μείωση του χρόνου διακίνησης εμπορευμάτων και του λειτουργικού κόστους για τις επιχειρήσεις.
Παράλληλα, αναμένεται να ενισχυθεί ο τουρισμός, καθώς περιοχές όπως τα Μετέωρα, η λίμνη Πλαστήρα, τα Τζουμέρκα, η Πίνδος, η Δυτική Μακεδονία και η Ήπειρος αποκτούν πολύ ευκολότερη οδική πρόσβαση από την Αθήνα και συνολικά από τη νότια Ελλάδα.
Ο Ε65 αποτελεί, επίσης, ιδιαίτερα απαιτητικό τεχνικό έργο. Κατασκευάστηκε εξ ολοκλήρου σε νέα χάραξη, σύμφωνα με σύγχρονες ευρωπαϊκές προδιαγραφές ασφάλειας. Ο αυτοκινητόδρομος διαθέτει δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και λωρίδα έκτακτης ανάγκης σε όλο το μήκος του.
Κατά τη διάρκεια της κατασκευής δημιουργήθηκαν 14 ανισόπεδοι κόμβοι και δύο ημικόμβοι, πέντε δίδυμες σήραγγες, 31 μεγάλες γέφυρες μήκους άνω των 50 μέτρων, περισσότερες από 110 άνω και κάτω διαβάσεις, τέσσερις σύγχρονοι Σταθμοί Εξυπηρέτησης Αυτοκινητιστών, χώροι στάθμευσης και ανάπαυσης, Κέντρα Ελέγχου και Συντήρησης, Κέντρο Διαχείρισης Κυκλοφορίας, καθώς και ειδικές εγκαταστάσεις για την Τροχαία και την Πυροσβεστική.
Το συνολικό κόστος του έργου προσεγγίζει τα 1,4 δισ. ευρώ, ενώ η ολοκλήρωσή του αποτέλεσε μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις των τελευταίων ετών για τον κατασκευαστικό κλάδο. Οι εργασίες είχαν ουσιαστικά διακοπεί κατά την οικονομική κρίση, επανεκκίνησαν μετά από πολυετείς διαπραγματεύσεις με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Ελληνικό Δημόσιο και τις χρηματοδοτούσες τράπεζες και ολοκληρώθηκαν έπειτα από διαδοχικές φάσεις κατασκευής.
Η ολοκλήρωση του Ε65 δεν αποτελεί απλώς την παράδοση ενός ακόμη αυτοκινητοδρόμου. Δημιουργεί έναν νέο στρατηγικό οδικό άξονα για ολόκληρη τη χώρα, αναβαθμίζοντας τη συνδεσιμότητα της Κεντρικής Ελλάδας, της Θεσσαλίας, της Ηπείρου και της Δυτικής Μακεδονίας. Παράλληλα, ενισχύει τις επενδύσεις, τις εμπορευματικές μεταφορές και τον τουρισμό, ενώ αυξάνει σημαντικά το επίπεδο οδικής ασφάλειας για τους χιλιάδες οδηγούς που θα χρησιμοποιούν καθημερινά τον δρόμο.
Για πολλούς συγκοινωνιολόγους και στελέχη της αγοράς υποδομών, πρόκειται για το σημαντικότερο νέο οδικό έργο που παραδίδεται στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια. Ο Ε65 μεταβάλλει ουσιαστικά τον χάρτη των μετακινήσεων και δημιουργεί έναν νέο αναπτυξιακό διάδρομο, οι επιπτώσεις του οποίου αναμένεται να γίνουν ακόμη πιο αισθητές τα επόμενα χρόνια.

