Του Νίκου Κωτσικόπουλου
Ταχύτερα κινούνται πλέον οι διαδικασίες αναγκαστικής είσπραξης στα “κόκκινα δάνεια”, την ώρα που οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων στρέφουν όλο και μεγαλύτερο μέρος της δραστηριότητάς τους στις συναινετικές λύσεις. Περίπου μία στις δύο υποθέσεις καταλήγει πλέον σε συμφωνία.
Καθοριστικό ρόλο, σύμφωνα με στελέχη της αγοράς, έχουν οι πρόσφατες παρεμβάσεις του υπουργείου Δικαιοσύνης. Η δυνατότητα έκδοσης διαταγών πληρωμής από δικηγόρους, η ηλεκτρονική πλατφόρμα για τον επαναπροσδιορισμό των ανακοπών και τα ηλεκτρονικά κατασχετήρια έχουν περιορίσει σημαντικά τους χρόνους. Διαδικασίες που στο παρελθόν μπορούσαν να διαρκέσουν έως και δύο χρόνια, εκτιμάται τώρα ότι μπορούν να ολοκληρώνονται σε περίπου 20 ημέρες.
Παρά την πρόοδο, το ιδιωτικό χρέος παραμένει μεγάλο βάρος της οικονομίας. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια αφορούν περίπου 1,6 εκατομμύρια φυσικά και νομικά πρόσωπα, ενώ οι συνολικές απαιτήσεις παραμένουν κοντά στα 80 δισ. ευρώ. Το ποσό επιβαρύνουν οι τόκοι που συνεχίζουν να συσσωρεύονται στα καθυστερούμενα δάνεια και οι οποίοι, στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν μπορούν να διαγραφούν. Ακόμη και όταν γίνονται αποπληρωμές και ρυθμίσεις, οι ονομαστικές απαιτήσεις δεν μειώνονται πάντα με την ίδια ταχύτητα.
Περίπου οι μισές επιχειρήσεις με “κόκκινα δάνεια”, παραμένουν ενεργές. Οι ρυθμίσεις είναι αναγκαίες γιατί δεν πρόκειται απλά για ανάκτηση απαιτήσεων, αλλά και για προσπάθεια να διατηρηθεί “ζωντανή” η οικονομική δραστηριότητα.
Γρήγορα έχει περιοριστεί το ανοιχτό μέτωπο των υποθέσεων του νόμου Κατσέλη. Περίπου 10.000 υποθέσεις εκκρεμούν ακόμη για την οριστική υπαγωγή δανειοληπτών στις διατάξεις του νόμου, μετά το ξεκαθάρισμα που έγινε μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας του υπουργείου Δικαιοσύνης. Συνολικά, στον νόμο έχουν ενταχθεί περίπου 100.000 υποθέσεις, από τις οποίες εκτιμάται ότι περίπου 70.000 παραμένουν ενεργές.
Στο μεταξύ, οι πρώτοι υπολογισμοί των εταιρειών διαχείρισης για τα χαρτοφυλάκια του “Ηρακλή”, ανεβάζουν την επίπτωση από την πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου για τους δανειολήπτες του νόμου Κατσέλη σε περίπου 400 εκατ. ευρώ. Το ποσό θεωρείται σημαντικά χαμηλότερο από τις αρχικές εκτιμήσεις, γεγονός, που περιορίζει τον φόβο για μεγαλύτερη επιβάρυνση των τιτλοποιήσεων.

