Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, κάπου στο Ιόνιο, ο πανίσχυρος μεγιστάνας Μάρκος Τιμολέων διοργανώνει στο ιδιωτικό του νησί ένα πολυτελέστατο πάρτι γενεθλίων για τη Σοφία, τη μοναχοκόρη και κληρονόμο του.
Συχνά, το Πάρτι Γενεθλίων, ένα παράξενο κράμα ελαφράς ψυχαγωγίας και υπόκωφου πένθους, δείχνει να μην έχει στόχο. Την παρτίδα σώζει ο Γουίλεμ Νταφόου σε ένα one man show.
Μέσα στην αγωνία και την αλαζονεία του, ο μεγιστάνας Μάρκος Τιμολέων, όπως τον ενσαρκώνει ο Γουίλεμ Νταφόου, αρνείται πεισματικά, σχεδόν απαγορεύει στον εαυτό του, να υποκύψει σε οποιονδήποτε επιζήμιο συμβιβασμό, ακόμη κι αν πρόκειται για το σπλάχνο του. Γιορτάζει η Σοφία, μοναχοκόρη του μετά τον χαμό του γιου του, ο οποίος τον έχει κάμψει αλλά δεν έχει λειάνει τα έμφυτα αντανακλαστικά επιβίωσης που τον έχουν κάνει μεγάλο και τρανό, και το πάρτι γενεθλίων της είναι μια πρώτης τάξης (δραματουργική) ευκαιρία για επετειακή συνάθροιση και update των παλιών, καλών και ενοχλητικών λογαριασμών, ώσπου η εγκυμοσύνη της Σοφίας, ανεπιθύμητη για τα σχέδιά του, καθυστερεί την έκβαση που έχει στον νου του και μπερδεύει τη χαρμόσυνη φιέστα στο ιδιόκτητο νησί του Αιγαίου, κάπου στα τέλη των ’70s, αν κρίνουμε από τη μουσική υπόκρουση. Οι ομοιότητες του πρωταγωνιστή με τον Ωνάση είναι πολλές και ηθελημένα χτυπητές, αλλά το μυθιστόρημα του Πάνου Καρνέζη έξυπνα ξεφεύγει από το στενό βιογραφικό πλαίσιο και διευρύνει την πολλαπλή δυναμική της εξουσίας και ο σκηνοθέτης Μιγκέλ Άνχελ Χιμένεθ εκμεταλλεύεται προς όφελός του το παιχνίδι της σύγκρισης.
Ο larger than life πάτερ φαμίλιας ενσωματώνει οικείες παθογένειες στη συβαριτική του αρχοντιά – δεν είναι τόσο τέρας όσο dealer με στυγνά διαπραγματευτικά εργαλεία και ξέφωτα αδυναμίας. Συχνά, το Πάρτι Γενεθλίων, ένα παράξενο κράμα ελαφράς ψυχαγωγίας και υπόκωφου πένθους, δείχνει να μην έχει στόχο: η πλοκή φανερώνεται απότομα και αμέσως υποχωρεί σε μια ατμόσφαιρα ημι-φελινική, με πολλούς καλεσμένους στο φόντο, καταδικασμένους να περιφέρονται σαν κομπάρσοι σε μια βραδιά που δεν τους αφορά. Την παρτίδα σώζει ο Γουίλεμ Νταφόου σε ένα one man show. Συναρμολογεί έναν κροίσο παλαιάς κοπής (δεν το συζητάμε πως θα είχε ακυρωθεί αν τολμούσε να ξεμυτίσει στις μέρες μας…) από γνωστά κομμάτια και του δίνει ανάσες ελευθερίας, τόσο με το τίμιο ζεϊμπέκικο που επιχειρεί, αν και έχει δηλώσει πως αισθάνεται άβολα με τον χορό, όσο και με τα οικογενειακά δράματα. Επειδή είναι ατρόμητος ηθοποιός, ποντάρει φανερά στις απρόβλεπτες κινήσεις, ειδικά όταν περιμένει τις αντιδράσεις των άλλων, αφήνοντας ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα.

