Του Νίκου Ρουσάνογλου
Σημαντικά περιθώρια περαιτέρω μεγέθυνσης της αγοράς στεγαστικής πίστης διαπιστώνουν στελέχη της αγοράς, καθώς παρά τις μεγάλες αυξήσεις των τιμών πώλησης που έχουν καταγραφεί από την ολοκλήρωση του καθοδικού κύκλου της κτηματαγοράς το 2017, 7 στους 10 αγοραστές εξοφλούν το σύνολο του απαιτούμενου ποσού για την αγορά κατοικίας με ίδια κεφάλαια, τοις μετρητοίς και χωρίς καθόλου τραπεζικό δανεισμό.
Αυτό ανέφερε ο κ. Κυριάκος Καμπούρης, CEO της IMS FC, στο πλαίσιο της πρόσφατης παρουσίας του στο 4ο Real Estate Conference του Capital.gr και του Forbes, στο Μέγαρο Μουσικής. Με δεδομένο ότι από τις αρχές του 2025 “τρέχει” το πρόγραμμα Σπίτι Μου ΙΙ, το εύρημα είναι εντυπωσιακό. Υπενθυμίζεται ότι μέσω του εν λόγω προγράμματος, είχαν μέχρι το τέλος Απριλίου, εγκριθεί 13.461 αιτήσεις στεγαστικών δανείων, με το ποσοστό απορρόφης του προϋπολογισμού των 2 δισ. ευρώ, να φτάνει στο 84,1%.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις της IMS, η οποία αποτελεί ηγέτιδα εταιρεία στον τομέα της διαμεσολάβησης στεγαστικής πίστης, το 2026, το 2026 αναμένεται να ολοκληρωθεί με χρηματοδοτήσεις ύψους 2,7 δις ευρώ, καθώς θα εκταμιευτούν τα σχετικά κεφάλαια και θα ολοκληρωθούν οι πράξεις που συμφωνήθηκαν το προηγούμενο διάστημα. Ωστόσο, σύμφωνα με τον κ. Καμπούρη, “με βάση τα πληθυσμιακά δεδομένα της χώρας, ο συνολικός όγκος των χρηματοδοτήσεων στεγαστικής πίστης, μπορούν να φτάσουν τα 4 δισ. ευρώ, με τη βοήθεια και του προγράμματος Σπίτι Μου ΙΙ”.
Ήδη πάντως, παρατηρείται σημαντική ανάπτυξη τα τελευταία χρόνια, καθώς το 2022, ο όγκος των στεγαστικών δανείων δεν ξεπερνούσε το 1,21 δισ. ευρώ. Το 2025, με τη βοήθεια των προγραμμάτων “Σπίτι Μου”, το μέγεθος αυτό είχε αυξηθεί κατά 106% σε 2,51 δισ. ευρώ. Από αυτά, τα 843 εκατ. ευρώ αφορούσαν δάνεια μέσω των προγραμμάτων και τα υπόλοιπα 1,67 δισ. ευρώ στεγαστικά χωρίς οι δανειολήπτες να αξιοποιούν τις διατάξεις του προγράμματος. Υπενθυμίζεται ότι η IMS αύξησε κατά 43,6% τις εκταμιεύσεις στα χορηγούμενα τραπεζικά κεφάλαια το 2025, σε 210 εκατ. ευρώ, με μερίδιο 10% της αγοράς στεγαστικής πίστης.
Όπως εξήγησε ο κ. Καμπούρης, πλέον υπάρχουν τράπεζες που δανείζουν ακόμα και το 90% της συνολικής αξίας του συμβολαίου αγοραπωλησίας, διευκολύνοντας την υλοποίηση πράξεων. Ωστόσο, οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να εμφανίζουν σταθερό εισόδημα, κάτι που αποτελεί βασικό κριτήριο, ενώ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η συνολική τους πιστοληπτική εικόνα.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η εικόνα που προκύπτει από την αγορά στεγαστικών δανείων το πρώτο τρίμηνο, σύμφωνα με τα στοιχεία της IMS. Σύμφωνα με αυτά, παρατηρείται αύξηση του ποσοστού δανείου σε σχέση με τη συνολική αξία του ακινήτου, σε σχέση με το αντίστοιχο περσινό διάστημα, κάτι που δείχνει ότι όσοι αγοραστές προχωρούν σε τραπεζικό δανεισμό, χρειάζεται πλέον να δανειοδοτούνται με μεγαλύτερο ποσό, προκειμένου να μπορούν να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της απόκτησης κατοικίας, απόρροια της αύξησης των τιμών που έχει μεσολαβήσει. Ειδικότερα, το μέσο δάνειο το 2025 ανερχόταν σε 122.000 ευρώ, ποσό που έχει αυξηθεί κατά 8% σε 132.000 ευρώ κατά το φετινό πρώτο τρίμηνο, ενώ το ποσοστό της χρηματοδότησης (επί της αξίας του συμβολαίου) αυξήθηκε επίσης από 60% το 2025, σε 65% το πρώτο τρίμηνο.
Σύμφωνα με την IMS, η μεγαλύτερη αύξηση παρατηρείται στην κατηγορία δανείων 50.000 – 70.000 ευρώ, με αύξηση κατά 15% του ποσοστού δανείου/αξία ακινήτου, με αποτέλεσμα πλέον να ανέρχεται σε 78,5% από 67,1% πέρσι. Παράλληλα, αξίζει να σημειωθεί ότι τα μεγαλύτερα ποσοστά δανεισμού/αξία ακινήτου, με 82,4% και 82,1% παρατηρείται σε αξίες δανείου 150.000 – 200.000 ευρώ και 200.000 – 300.000 ευρώ αντίστοιχα.
Παρόλα αυτά, οι περισσότεροι δανειολήπτες, σε ποσοστό 91,4%, εξασφαλίζουν πλέον το 100% του αιτούμενου ποσού. Ειδικότερα, τα υψηλότερα ποσοστά πλήρους εκταμίευσης καταγράφονται στα δάνεια 50.000-70.000 ευρώ (96,8%), 70.000-100.000 ευρώ (95,5%) και 150.000-200.000 ευρώ (95,3%), ενώ ιδιαίτερα υψηλό είναι το ποσοστό και στην κατηγορία έως 50.000 ευρώ (92,9%). Αντίθετα, μεγαλύτερη απόκλιση μεταξύ αιτούμενου και τελικά εγκριθέντος ποσού εμφανίζεται στις κατηγορίες 100.000-150.000 ευρώ, όπου το 17,1% δεν έλαβε το σύνολο του ποσού που ζήτησε, και 200.000-300.000 ευρώ, με αντίστοιχο ποσοστό 14,6%.

