Στο «Έτσι Ξαφνικά», ο Χαμαγκούτσι παραδίδει αντικαπιταλιστικά μαθήματα ανθρωπιάς
Στο νέο δράμα του Ιάπωνα σκηνοθέτη βρίσκουμε δύο βραβευμένες ερμηνείες, ψυχή και μαραθώνια διάρκεια

18.10.2026
Οι ταινίες του Ριουσούκε Χαμαγκούτσι συνήθως έχουν στο επίκεντρό τους συσχετισμούς μεταξύ των ανθρώπων. Η επικοινωνία, οι μικρές τελετουργίες και οι απρόσμενες συνδέσεις αποτελούν τα βασικά συστατικά ενός ποιητικού σινεμά που κρύβει το νόημά του στις λεπτομέρειες. Στο «Έτσι Ξαφνικά», που διαγωνίστηκε στις Κάννες φέτος και χάρισε το βραβείο Καλύτερης Γυναικείας Ερμηνείας στις δύο πρωταγωνίστριές του, Βιρζινί Εφιρά («Παράλληλες Ιστορίες») και Τάο Οκαμότο («Γούλβεριν»), ο Ιάπωνας επιλέγει ως αφετηρία το δύσκολο ζήτημα της αξιοπρέπειας στο θάνατο.
Για την πρώτη γαλλόφωνη ταινία του, ο Χαμαγκούτσι εμπνέεται από ένα βιβλίο που καταγράφει τις επιστολές μεταξύ μιας φιλοσόφου με καρκίνο του μαστού και μιας βιολογικής ανθρωπολόγου. Στην ταινία, οι δύο γυναίκες με τις δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος. Από τη μία, η Μαρί-Λου (Εφιρά) είναι η διευθύντρια ενός οίκου ευγηρίας στον οποίο προσπαθεί να εφαρμόσει την τεχνική «humanitude», μια εναλλακτική προσέγγιση στη φροντίδα που έχει ως θεμέλιο τον σεβασμό προς τον ασθενή.
Η άλλη είναι η Μαρί (Οκαμότο), μια διάσημη θεατρική σκηνοθέτρια που ανεβάζει το τελευταίο της έργο, εμπνευσμένο από τον πραγματικό αγώνα του ψυχιάτρου Φράνκο Μπαζάλια, ο οποίος πρωτοστάτησε στην αναμόρφωση του συστήματος ψυχιατρικής περίθαλψης της χώρας του, με άξονα την αξιοπρέπεια των ασθενών. Η Μαρί πάσχει από καρκίνο τέταρτου σταδίου και δεν γνωρίζει πόσος χρόνος της απομένει. Όταν, όμως, γνωρίζεται τυχαία με τη Μαρί-Λου, οι δύο γυναίκες ανακαλύπτουν η μια στο πρόσωπο της άλλης μια απρόσμενη φίλη και πιθανή συνεργάτιδα.

Μια φιλία που ξεκίνησε «Έτσι Ξαφνικά»
Η ιδέα της ριζοσπαστικής τρυφερότητας βρίσκεται στον πυρήνα της ταινίας του Χαμαγκούτσι. Η Μαρί-Λου έχει αφιερώσει ολόκληρη την καριέρα της στην ανθρωποκεντρική φροντίδα, πασχίζοντας να πείσει τους επενδυτές του οίκου ευγηρίας για την αξία της δαπανηρής επιμόρφωσης των νοσηλευτών. Αυτός είναι ο λόγος που η σύνδεσή τους είναι ακαριαία: ο τρόπος με τον οποίο επικοινωνούν ξεπερνά τις λέξεις (κατά μια διαβολεμένη σύμπτωση, και οι δύο μιλούν τόσο ιαπωνικά όσο και γαλλικά) και μοιάζει να πηγάζει από μια βαθύτερη σύμπνοια, από την αίσθηση πως έχουν βρει έναν άνθρωπο με τον οποίο μοιράζονται τις ίδιες αγωνίες σε θεμελιώδες επίπεδο, παρά τις πολιτισμικές διαφορές τους.
Τη συγκινητική αυτή σύνδεση, ο Χαμαγκούτσι τη μεταφράζει σε κινηματογραφική γλώσσα και αποτυπώνει στις δύο πρωταγωνίστριες του δύο ανθρώπους που υπάρχουν ξεχωριστά από τον υπόλοιπο κόσμο. Σε μια από τις πρώτες τους συναντήσεις, τις παρακολουθούμε να περπατούν κυριολεκτικά παράλληλα, με το Παρίσι να απλώνεται πίσω τους. Η κάμερα τις ακολουθεί, ενώ εκείνες είναι απολύτως συντονισμένες η μια στην άλλη, σαν να μην υπάρχει τίποτα έξω από τη δική τους επικοινωνία. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει το ίδιο βράδυ, όταν επιστρέφουν στον οίκο ευγηρίας και περνούν το βράδυ τους μιλώντας ή λίγο αργότερα, όταν οι δυο τους τρώνε μαζί πάνω στον κορμό ενός πεσμένου δέντρου, με φόντο τα βουνά της Ιαπωνίας, έχοντας πάρει την κοινή και συνειδητή απόφαση να μπλέξουν τις ζωές τους ακόμη περισσότερο. Αυτό είναι και ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της ταινίας, δηλαδή ο χρόνος και το βάθος με το οποίο καταγράφεται αυτή η ασυνήθιστα αρμονική φιλία.

Πες το δυνατότερα για όσους κάθονται στις πίσω θέσεις
Πάντως, ο Χαμαγκούτσι είναι αποφασισμένος να μας δώσει και το πλαίσιο που έχει γεννήσει το πάθος για την ανθρωπιά στις δύο γυναίκες. Σε ένα «εξήγησέ μου σαν να είμαι πέντε χρονών» κομμάτι αυτής της βραδιάς, περνούν μερικά λεπτά να αναλύουν τον τρόπο με τον οποίο ο καπιταλισμός είναι καταδικασμένος όχι μόνο να εμποδίζει τους ανθρώπους να λάβουν τη φροντίδα που χρειάζονται, αλλά και να καταστρέφει σταδιακά τα πάντα γύρω του, μέχρι να μη μείνει τίποτα. Ο Χαμαγκούτσι εδώ δεν εφευρίσκει τον τροχό, αλλά υπάρχει κάτι διασκεδαστικό σε αυτό το εισαγωγικό μάθημα οικονομικών, με το οποίο διασφαλίζει πως δεν παραμένει καμιά αμφιβολία για το ποιος στέκεται ανάμεσα στην ανάγκη και την εκπλήρωσή της.
Μια ασταμάτητη δύναμη και ένα αμετακίνητο αντικείμενο
Ωστόσο, αυτή η σκηνή λειτουργεί ως ο πομπώδης προθάλαμος για τη συνέχεια της ταινίας, όταν ο Χαμαγκούτσι θα φέρει σε επαφή δύο διαφορετικές αντιλήψεις για τη φροντίδα μέσα από τη συνάντηση της Ιαπωνίας με τη Γαλλία – της Ανατολής με τη Δύση. Στην κλινική και αποστειρωμένη προσέγγιση της δυτικής ιατρικής, ο Ιάπωνας αντιπαραβάλλει την αφή, τη δημιουργικότητα και τη ρεφλεξολογία, παρουσιάζοντάς τες ως μια συγγενική εκδοχή της «humanitude».

Αλλά, καθώς η επανάληψη είναι η μητέρα της μάθησης, ο σκηνοθέτης αντιμετωπίζει αυτήν την ιδέα με μια επιμονή η οποία μεταφράζεται σε μια μαραθώνια διάρκεια που ξεπερνά τις τρεις ώρες. Ο Χαμαγκούτσι εξαντλεί την ιδέα της δημιουργικής απασχόλησης, καταλήγοντας σε μια τρίτη πράξη που διαρκεί περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται και, όπως εύστοχα έχει πει ο Πίτερ Γκρίφιν, «επιμένει στον εαυτό της».
Στο τέλος της ημέρας, είναι δύσκολο να σταθείς απέναντι σε μια ταινία της οποίας το μήνυμα σε βρίσκει απολύτως σύμφωνη. Είναι μια θλιβερή αλήθεια πως η φροντίδα των συνανθρώπων μας (για οποιονδήποτε λόγο κι αν τη χρειάζονται) δεν θα μπορούσε ποτέ να είναι η προτεραιότητα χωρίς μια μαζική και ριζική αναδιάρθωση του συστήματος μέσω του οποίου την προσφέρουμε. Στην απαισιόδοξη εκδοχή του, το «Έτσι Ξαφνικά» θα μπορούσε να αρκεστεί στην ιδέα πως ο θάνατος έρχεται για όλους μας και τίποτα δεν έχει σημασία, αλλά αυτό δεν θα ήταν ένα μήνυμα που θα ενδιέφερε τον Χαμαγκούτσι. Αντίθετα, η ταινία του υποστηρίζει κάτι που, αν δεν ισχύει ήδη, θα άξιζε να προσπαθήσουμε να το κάνουμε πραγματικότητα: ότι ο θάνατος έρχεται για όλους μας και το μόνο που έχουμε είναι ο ένας τον άλλο.
To «Έτσι Ξαφνικά» κυκλοφορεί στους κινηματογράφους στις 15 Οκτωβρίου από τη Weird Wave. Διαβάστε περισσότερες κριτικές για τις ταινίες που παίζονται.

