Της Ξανθής Γούναρη
Τα σούπερ μάρκετ εξακολουθούν να διεκδικούν και να κερδίζουν μεγαλύτερο μερίδιο από το πορτοφόλι των καταναλωτών. Στο οκτάμηνο ο τζίρος της οργανωμένης λιανικής τροφίμων αυξήθηκε κατά 671 εκατ. ευρώ σε σχέση με πέρυσι, φθάνοντας τα 11,124 δισ. ευρώ, από 10,453 δισ. ευρώ, με άνοδο 6,4%.
Πρόκειται για την τελευταία εικόνα της αγοράς πριν από την εθελοντική συμφωνία για μειώσεις τιμών στα ράφια, καθώς τα στοιχεία της NielsenIQ σταματούν στις 23 Αυγούστου, περίπου μία εβδομάδα πριν από την εφαρμογή του μέτρου σε 1.740 κωδικούς.
Το ενδιαφέρον, ωστόσο, είναι ότι η άνοδος των πωλήσεων δεν προέρχεται μόνο από τις ανατιμήσεις. Στα ταχέως κινούμενα καταναλωτικά προϊόντα (FMCGs), η ονομαστική αύξηση διαμορφώνεται στο 5,4%, με τον όγκο να ενισχύεται κατά 4,4% και την αξία ανά μονάδα κατά 1%. Και εφέτος, επομένως, ο όγκος έχει σαφώς μεγαλύτερο βάρος στην αύξηση του τζίρου.
Την ίδια ώρα, τα σούπερ μάρκετ διευρύνουν το αποτύπωμά τους σε κατηγορίες όπου παραδοσιακά ισχυρή θέση είχε το μικρό, εξειδικευμένο λιανεμπόριο. Ενδεικτική είναι η πορεία στα νωπά και χύμα προϊόντα, όπου οι πωλήσεις αυξάνονται εφέτος κατά 7,9%, μετά τη διψήφια άνοδο που είχαν καταγράψει και το 2025. Πρόκειται για κατηγορίες στις οποίες οι αλυσίδες ανταγωνίζονται κρεοπωλεία, μανάβικα, φούρνους, ιχθυοπωλεία και άλλα εξειδικευμένα καταστήματα.
Πού πήγαν τα 671 εκατ. ευρώ
Το μεγαλύτερο κομμάτι του πρόσθετου τζίρου προήλθε από τα τρόφιμα και ποτά, τη μεγαλύτερη άλλωστε κατηγορία της αγοράς. Οι πωλήσεις τους αυξήθηκαν κατά περίπου 330 εκατ. ευρώ, από 5,705 δισ. στα 6,035 δισ. ευρώ, με άνοδο 5,8%. Σχεδόν ένα στα δύο από τα επιπλέον ευρώ του τζίρου προήλθε από τη συγκεκριμένη κατηγορία.
Σε επίπεδο ποσοστών, πάντως, την καλύτερη επίδοση σημείωσε η κατηγορία bazaar, με άνοδο 10,7% και πωλήσεις 704 εκατ. ευρώ. Ακολούθησαν τα νωπά και χύμα προϊόντα με +7,9%, τα οποία, λόγω του πολύ μεγαλύτερου μεγέθους τους, πρόσθεσαν περίπου 202 εκατ. ευρώ στον τζίρο, φθάνοντας τα 2,772 δισ. ευρώ.
Χαμηλότερα από τον μέσο όρο της αγοράς κινήθηκαν τα προϊόντα υγείας και ομορφιάς, με +4,9%, και τα είδη νοικοκυριού, με +4,5%. Ακόμη και οι δύο πιο αδύναμες κατηγορίες, πάντως, παρέμειναν σε θετικό έδαφος, προσθέτοντας περίπου 33 εκατ. και 38 εκατ. ευρώ αντίστοιχα.
Στο +21,3% το online
Πολύ μεγαλύτερη ταχύτητα έχει αναπτύξει το ηλεκτρονικό κανάλι. Οι online πωλήσεις στους έξι λιανεμπόρους που παρακολουθεί ο σχετικός δείκτης της NielsenIQ (Σκλαβενίτης, ΑΒ Βασιλόπουλος, Μασούτης, My Market, Χαλκιαδάκης και ΑΝΕΔΗΚ Κρητικός) έφθασαν τα 245,4 εκατ. ευρώ, από 202,2 εκατ. ευρώ πέρυσι, σημειώνοντας άνοδο 21,3%. Σε απόλυτους αριθμούς, πρόκειται για επιπλέον 43,2 εκατ. ευρώ σε ετήσια βάση.
Η σύγκριση με τα φυσικά καταστήματα είναι ενδεικτική. Εκεί οι πωλήσεις αυξήθηκαν κατά 6,6%, δηλαδή με λιγότερο από το ένα τρίτο της ταχύτητας του online.
Παρά το άλμα, το ηλεκτρονικό κανάλι εξακολουθεί να αντιπροσωπεύει μικρό κομμάτι της αγοράς. Το μερίδιό του ανέβηκε στο 3,2%, από 3% το 2025 και 2,8% το 2024. Το 2022 βρισκόταν στο 2,6%.
Τα νησιά στην κορυφή
Με την τουριστική κίνηση να ενισχύει την κατανάλωση στους δημοφιλείς προορισμούς, πρωταθλητές στην ανάπτυξη αναδεικνύονται τα νησιά, όπου οι πωλήσεις αυξάνονται κατά 9%, έναντι 6,4% στο σύνολο της χώρας.
Ακολουθούν η Θεσσαλονίκη με +7,6% και η Κρήτη με +7,5%. Η Κεντρική Ελλάδα βρίσκεται κοντά στον μέσο όρο με +6,3%, ενώ Αττική και Πελοπόννησος κινούνται στο +6%. Τη χαμηλότερη ανάπτυξη εμφανίζουν Μακεδονία και Θράκη, με +4,8%. Καμία περιοχή, ωστόσο, δεν καταγράφει πτώση.
Η Αττική παραμένει η αγορά με το μεγαλύτερο βάρος, καθώς συγκεντρώνει 40,3% των συνολικών πωλήσεων. Ακολουθούν η Κεντρική Ελλάδα με 12,9%, Μακεδονία και Θράκη με 12%, τα νησιά με 9,5%, η Θεσσαλονίκη με 9,4%, η Πελοπόννησος με 8,9% και η Κρήτη με 7,1%.
Μικρά και πολύ μεγάλα καταστήματα κερδίζουν έδαφος
Στους διαφορετικούς τύπους καταστημάτων, τις υψηλότερες επιδόσεις εμφανίζουν δύο εκ διαμέτρου αντίθετα formats: οι superettes, επιφάνειας 100-399 τ.μ., και τα hypermarkets, άνω των 2.500 τ.μ.
Οι superettes καταγράφουν αύξηση 8,8%, την υψηλότερη μεταξύ των διαφορετικών τύπων καταστημάτων, και ακολουθούν τα hypermarkets με +8,6%. Και στις δύο περιπτώσεις η ανάπτυξη βρίσκεται περισσότερο από δύο ποσοστιαίες μονάδες πάνω από το σύνολο της αγοράς.
Πιο συγκρατημένη είναι η άνοδος στα μικρά supermarkets, με +5,9%, ενώ τα μεγάλα supermarkets καταγράφουν τη χαμηλότερη επίδοση, με +5,3%.
Οι συσχετισμοί σε επίπεδο μεγέθους, πάντως, δεν αλλάζουν. Τα μεγάλα supermarkets εξακολουθούν να έχουν το μεγαλύτερο μερίδιο, 39,3%, και ακολουθούν τα μικρά supermarkets με 34,4%, οι superettes με 14,8% και τα hypermarkets με 11,6%.
Οι προσφορές χάνουν έδαφος
Την ώρα που οι πωλήσεις ανεβαίνουν, η προωθητική ένταση ακολουθεί αντίθετη πορεία. Στο σύνολο των FMCGs υποχώρησε στο 34,2%, από 37,5% το 2025, χάνοντας 3,3 ποσοστιαίες μονάδες μέσα σε έναν χρόνο.
Ακόμη μεγαλύτερη είναι η υποχώρηση στα επώνυμα FMCGs, όπου η προωθητική ένταση περιορίστηκε από 44,4% στο 39,6%, δηλαδή κατά 4,8 ποσοστιαίες μονάδες.
Η αλλαγή γίνεται ακόμη πιο καθαρή σε βάθος χρόνου. Στα επώνυμα προϊόντα το αντίστοιχο ποσοστό είχε φθάσει το 68% το 2023 και παρέμενε στο 66,7% το 2024, πριν υποχωρήσει αισθητά τα δύο επόμενα χρόνια.
Φρένο στην ιδιωτική ετικέτα
Μικρή υποχώρηση καταγράφεται και στα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας. Έπειτα από διαδοχικές χρονιές ενίσχυσης, το μερίδιό τους διαμορφώνεται στο 24%, από 24,4% το 2025, χάνοντας 0,4 ποσοστιαία μονάδα.
Η μεταβολή είναι μικρή, αλλά αξιοσημείωτη, καθώς έρχεται έπειτα από μια πολυετή περίοδο σταδιακής ενίσχυσης της ιδιωτικής ετικέτας. Από 22,4% το 2021, το μερίδιό της είχε ανέβει στο 23,9% το 2022, στο 24,2% το 2023, στο 24,3% το 2024 και στο 24,4% το 2025.
Προς νέο ρεκόρ το 2026
Οι επιδόσεις του οκταμήνου διατηρούν την οργανωμένη λιανική τροφίμων σε τροχιά για νέο ιστορικό υψηλό το 2026.
Το 2025 οι πωλήσεις είχαν φθάσει τα 16,242 δισ. ευρώ, από 15,167 δισ. ευρώ το 2024, καταγράφοντας αύξηση 7,1%. Μέσα σε μία χρονιά, περισσότερο από 1 δισ. ευρώ είχε προστεθεί στον τζίρο της αγοράς.
Το τελευταίο τρίμηνο θα κρίνει την τελική επίδοση της χρονιάς, με την εορταστική περίοδο των Χριστουγέννων να αποτελεί παραδοσιακά ισχυρό χαρτί για το λιανεμπόριο. Η κατανάλωση, ωστόσο, συνεχίζει να κινείται υπό την πίεση του υψηλού κόστους ζωής και των επιβαρυμένων οικογενειακών προϋπολογισμών.

