Οι «15 οικογένειες» της Κρήτης – Όπλα, εκβιασμοί, ΟΠΕΚΕΠΕ και ομερτά
Η μεγάλη αστυνομική επιχείρηση σε περιοχές του Ηρακλείου και του Ρεθύμνου επανέφερε τη συζήτηση για τις οικογενειακές φατρίες που, σύμφωνα με τον Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, λυμαίνονται το νησί επί δεκαετίες
Απαγορεύεται από το δίκαιο της Πνευμ. Ιδιοκτησίας η καθ΄οιονδήποτε τρόπο παράνομη χρήση/ιδιοποίηση του παρόντος, με βαρύτατες αστικές και ποινικές κυρώσεις για τον παραβάτη
Η πρόσφατη δημόσια παραδοχή του Μιχάλη Χρυσοχοΐδη ότι δεκαπέντε οικογένειες λυμαίνονται εδώ και χρόνια την Κρήτη περιγράφει ουσιαστικά την καρδιά των εγκληματικών οργανώσεων του νησιού, που στον πυρήνα τους βρίσκονται μέλη οικογενειών και πρόσωπα στενά συνδεόμενα μεταξύ τους ως σύντεκνοι.
Στην πρόσφατη «Υπόθεση του Αμαρίου», ένας 43χρονος άνδρας και τα δύο ανίψια του (προφυλακίστηκαν και οι τρεις) κατηγορούνται ότι τρομοκρατούσαν και εκβίαζαν δεκάδες αγρότες και κτηνοτρόφους εξαναγκάζοντάς τους να τους παραχωρούν χωράφια και επιδοτήσεις. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, κάποια από τα θύματά τους αναγκάστηκαν ακόμη και να εγκαταλείψουν την περιοχή, ενώ άλλοι υπέκυψαν στο καθεστώς της ομερτά που είχαν επιβάλει οι τρεις, βλέποντας ότι οι προσπάθειές τους να μιλήσουν και να ζητήσουν βοήθεια από τις Αρχές δεν είχαν αποτέλεσμα.
Η σπείρα
Στο πλαίσιο της έρευνας για τις παράνομες επιδοτήσεις μέσω του ΟΠΕΚΕΠΕ, όπου συνελήφθησαν συνολικά 22 άτομα που αντιμετωπίζουν κακουργηματικές κατηγορίες, προέκυψαν στοιχεία για την εγκληματική δράση της οργάνωσης, που εξαρθρώθηκε στη συνέχεια στη μεγάλη επιχείρηση της Αστυνομίας που έγινε ταυτόχρονα σε Ηράκλειο, Ζωνιανά, Ρέθυμνο και Άγιο Νικόλαο. Μέλη τριών οικογενειών, ανάμεσά τους ένας πατέρας με τους δύο γιους του και ένα ζευγάρι με τους γιους του, περιλαμβάνονται στη μεγάλη δικογραφία με 76 κατηγορούμενους, ενώ 116 είναι οι κατηγορούμενοι για τις παράνομες επιδοτήσεις μέσω του ΟΠΕΚΕΠΕ. Κατηγορούνται, κατά περίπτωση, για διακίνηση ναρκωτικών, παράνομα όπλα, αλλά και κατοχή αρχαιοτήτων. Στην ταυτόχρονη επιχείρηση της Αστυνομίας πήραν μέρος διακόσιοι και πλέον αστυνομικοί, ανάμεσά τους και μονάδα της ΕΚΑΜ. Στα Ζωνιανά, πάντως, κάτοικοι «υποδέχτηκαν» τις αστυνομικές δυνάμεις με πέτρες και προπηλακισμούς, ιδιαίτερα όταν έγινε έρευνα στο σπίτι κατηγορούμενου ζευγαριού που είχε ως αποτέλεσμα τη σύλληψη μιας 35χρονης γυναίκας.
Πληροφορίες αναφέρουν ότι πολλοί από τους συγκεντρωθέντες ήταν συγγενείς της συλληφθείσας. Στη διάρκεια της επιχείρησης έγιναν δεκάδες έρευνες σε σπίτια και ποιμνιοστάσια, δεσμεύτηκαν πάνω από 50 τραπεζικοί λογαριασμοί, ενώ η υπόθεση ανέδειξε τη σύνδεση ανάμεσα σε οικογενειακές φατρίες με το οργανωμένο έγκλημα. Και σε αυτήν την περίπτωση, η ανθρωπογεωγραφία των συλληφθέντων και οι μεταξύ τους δεσμοί οδηγούν τις διωκτικές αρχές στην εκτίμηση ότι στην Κρήτη λειτουργούν ισχυρά οικογενειακά δίκτυα με χαρακτηριστικά και δομή εγκληματικών οργανώσεων. Αυτά τα οικογενειακά δίκτυα έχουν ως βασικό «εργαλείο» τη σιωπή και χρησιμοποιούνται τόσο για την κάλυψη της παράνομης δραστηριότητας όσο και για την αποθήκευση ναρκωτικών, όπλων κ.ά.
Το τέλος της ανοχής
Ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη υποστήριξε ότι πλέον υπάρχει πολιτική βούληση να επιβληθεί ο νόμος στην Κρήτη, δεχόμενος ότι υπήρχε καθεστώς ανοχής που επέτρεψε σε συγκεκριμένες εγκληματικές ομάδες να δρουν ανεξέλεγκτα στο νησί. Προανήγγειλε δε την ενίσχυση της νέας Υποδιεύθυνσης Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος στην Κρήτη με 150 αστυνομικούς, ως τμήμα του ελληνικού FBI, με στόχο ακριβώς την αντιμετώπιση των εγκληματικών οργανώσεων. Η επιχείρηση της περασμένης εβδομάδας που έγινε ταυτόχρονα σε τέσσερις περιοχές της Κρήτης θεωρείται από τις μεγαλύτερες, αν όχι η μεγαλύτερη μετά από εκείνη που έγινε τον Νοέμβριο του 2007 στα Ζωνιανά, στη διάρκεια της οποίας τραυματίστηκε βαρύτατα ο αστυνομικός Στάθης Λαζαρίδης, ο οποίος δεν συνήλθε ποτέ και πέθανε τελικά το 2015. Τότε, τις αστυνομικές δυνάμεις που πήγαιναν για ελέγχους για ναρκωτικά στα Ζωνιανά ένοπλοι κάτοικοι τις είχαν υποδεχθεί με καλάσνικοφ. Ο βαρύτατος τραυματισμός του Στάθη Λαζαρίδη (και ο ελαφρύτερος άλλων δύο αστυνομικών) είχε προκαλέσει σοκ. Το κράτος είχε αντιδράσει λίγες εβδομάδες αργότερα, όταν εκατοντάδες αστυνομικοί μπήκαν στο χωριό και κατάσχεσαν ολόκληρα οπλοστάσια, ναρκωτικά, εκρηκτικά, ενώ βρήκαν και στοιχεία που έδειχναν τη δράση εγκληματικών ομάδων και άλλα που οδήγησαν στην εξιχνίαση δολοφονιών. Στα επόμενα χρόνια το δόγμα της Αστυνομίας άλλαξε και οι επιχειρήσεις έγιναν συχνότερες ώστε το άβατο να σπάσει.
Η ιδιοτυπία της εγκληματικότητας της Κρήτης, όμως, είναι ότι ένα μεγάλο μέρος της κρητικής κοινωνίας δεν συνειδητοποιεί ότι είναι παραβατική και λειτουργεί έξω από κανόνες. Ένα χαρακτηριστικό της παραδοχής παραβατικών συμπεριφορών σαν να μην είναι τέτοιες είναι το εύρος της οπλοκατοχής στο νησί. Σύμφωνα με έρευνα, υπολογίζεται ότι τα πάσης φύσεως πυροβόλα όπλα στην Κρήτη ξεπερνούν τα 400.000, με τον συνολικό αριθμό να είναι κοντά στις 625.000! Επίσης, συχνά οι Κρητικοί επιδεικνύουν αλληλεγγύη και αλληλοβοήθεια σε συγγενείς και φίλους οι οποίοι συχνά παραβαίνουν τους κανόνες, ενώ χαρακτηρίζονται από αγένεια και έλλειψη σεβασμού στην κοινωνική συμπεριφορά τους. Σε γενικές γραμμές πρόκειται για μια κοινωνία ανοχής παραβατικών πράξεων, που ενίοτε αγγίζει τα όρια της συνενοχής. Είναι χαρακτηριστικό ότι συχνά πολυπληθείς ομάδες συγγενών, φίλων, συγχωριανών συμπαρίστανται ενεργά σε παραβάτες του νόμου που έχουν συλληφθεί, είτε κατά τη σύλληψή τους είτε στα δικαστήρια, ενώ υπάρχει αρκετός σεβασμός και προσφέρεται βοήθεια σε φυλακισμένους συγγενείς και φίλους.
Οι οικογένειες του εγκλήματος
Πρέπει να σημειωθεί πάντως ότι και σε άλλες περιοχές στην Ελλάδα έχει διαπιστωθεί μέλη της ίδιας οικογένειας να αναπτύσσουν από κοινού εγκληματική δράση, ενώ μέλη οικογενειών βρέθηκαν να δρουν και στους κόλπους της 17Ν (αδέλφια Ξηρού, μέλη της οικογένειας Σερίφη). Στην Κρήτη, ωστόσο, οι οικογενειακοί δεσμοί στην παρανομία συναντώνται με πολύ μεγαλύτερη συχνότητα.
Στην περιοχή του Μυλοποτάμου και στα Ζωνιανά ειδικότερα, οι οικογενειακοί δεσμοί είναι ιδιαίτερα ισχυροί, το στοιχείο της τοπικής αυτονομίας είναι έντονο, ενώ η οπλοκατοχή είναι συνυφασμένη με την κουλτούρα της τιμής και της προστασίας της οικογένειας. Με αυτά τα χαρακτηριστικά, η Αστυνομία αντιμετωπίζει εδώ και δεκαετίες τον Μυλοπόταμο ως περιοχή με κλειστή κοινωνική δομή, όπου οι συγγενικές σχέσεις δεν αποτελούν μόνο στοιχείο της κοινωνικής ζωής, αλλά και της παράνομης δραστηριότητας. Οι βεντέτες και οι κανόνες της αντεκδίκησης αφορούσαν οικογένειες. Πολλοί εμπλεκόμενοι σε υποθέσεις ζωοκλοπών ή ναρκωτικών ήταν μέλη μεγάλων οικογενειών – οι περισσότεροι στην ορεινή Κρήτη είναι πολύτεκνοι, πράγμα που διαπιστώθηκε και στις πρόσφατες δύο υποθέσεις που οδηγήθηκαν στη Δικαιοσύνη. Οι μεγάλες οικογένειες είχαν αντίστοιχη επιρροή και ισχύ, ενώ συχνά απολάμβαναν και εύνοια. Στο παρελθόν η κτηνοτροφία ήταν η βασική ασχολία τους, ενώ τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν και να καταγράφεται στροφή σε ολοένα εντεινόμενη εγκληματική δράση από τη δεκαετία του ’90.
Οι χασισοφυτείες, η διακίνηση ναρκωτικών και όπλων και συνακόλουθα το ξέπλυμα του μαύρου χρήματος από αυτές τις δραστηριότητες απασχολούσαν ολοένα και συχνότερα την Αστυνομία, που έτσι κι αλλιώς είχε περιορισμένη παρουσία στις ορεινές περιοχές της Κρήτης. Οι οικογένειες προστάτευαν συλλογικά τα μέλη τους όταν η Αστυνομία επιχειρούσε ελέγχους, ενώ εκτός από το κορυφαίο -και αιματηρό- φιάσκο του 2007 έχουν καταγραφεί απόπειρες κατάρριψης των ελικοπτέρων της ΕΛ.ΑΣ. που εντόπιζαν φυτείες από αέρος, ενώ το 2000 μέλη μιας οικογένειας είχαν φτάσει στο σημείο να κρατήσουν επί ώρες όμηρο έναν αξιωματικό της Αστυνομίας ζητώντας να επιστρέψει συγγενής τους που θεωρούσαν ότι είχε «εξαφανιστεί» με υπαιτιότητα της Αστυνομίας. Επισήμως, για ευνόητους λόγους, η Αστυνομία δεν επιβεβαίωσε ποτέ το συγκεκριμένο περιστατικό, ωστόσο, είχαν γίνει γνωστές όλες οι λεπτομέρειες, καθώς και το όνομα του αξιωματικού.
Όπως λένε αστυνομικοί που ξέρουν καλά τη δομή της «οικογενειακής εγκληματικότητας» στην Κρήτη, λειτουργεί μεταξύ ατόμων με συγγενικούς δεσμούς ή δεσμούς συντεκνίας, που συνήθως έχουν τοπική ισχύ και πρόσβαση σε όπλα, ενώ η ομερτά του αίματος έχει ως συνέπεια να μην ανοίγουν τα στόματα, να μην μπορούν εύκολα να διεισδύσουν πληροφοριοδότες και να είναι δύσκολη η διάσπαση αυτών των ομάδων. Οι περιοχές που έχουν κυρίως απασχολήσει για εγκληματική δράση μελών οικογενειών, εκτός από τα Ζωνιανά, είναι τα Λιβάδεια, τα Ανώγεια, το ορεινό Μαλεβίζι και περιοχές του Ψηλορείτη.
Όπως σημειώνει πάντως ο εγκληματολόγος και πρώην διευθυντής της Αστυνομίας στο Ρέθυμνο Γιώργος Παπακωνσταντής στο βιβλίο του «Από την παράδοση στην παράβαση – Προσεγγίσεις της παραβατικότητας και της αντιμετώπισής της στην Κρήτη», η ύπαρξη οργανωμένου εγκλήματος στο νησί μέχρι τα τέλη του 2007 δεν γινόταν παραδεκτή από την Πολιτεία. «Είναι χαρακτηριστικό ότι στις εκθέσεις που υπέβαλε η χώρα μας κάθε χρόνο προς την Ευρωπαϊκή Ενωση για την κατάσταση του οργανωμένου εγκλήματος στην Ελλάδα δεν είχε αναφερθεί καμία περίπτωση οργανωμένου εγκλήματος στην Κρήτη, παρόλο που τόσο στις επίσημες υπηρεσιακές εκθέσεις αξιωματικών της Αστυνομίας όσο και αναφορές και εισηγήσεις σε συνέδρια επιστημόνων αποδείκνυαν ότι σε πολλές περιπτώσεις ομάδες οργανωμένης εγκληματικότητας ασχολούνταν με την παραγωγή και το εμπόριο ναρκωτικών, με τη διάπραξη ληστειών, καθώς και με τη διακίνηση μεταναστών. Ακόμη, φαίνεται ότι υπήρξαν αρκετές περιπτώσεις διακίνησης γυναικών με σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευση».
Αποδοχή από την κοινωνία
Όπως σημειώνει ο ίδιος, «οι λόγοι για τους οποίους δεν γινόταν παραδεκτή η ύπαρξη οργανωμένου εγκλήματος είναι κυρίως ότι η ύπαρξη τέτοιας μορφής εγκληματικότητας δεν είναι εύκολο να γίνει διακριτή από την τοπική κοινωνία. Πολλές φορές οι δράσεις του οργανωμένου εγκλήματος είναι “αποδεκτές” από την ίδια την κοινωνία – και μάλιστα σε αρκετές περιπτώσεις η ζήτηση που δημιουργείται για υπηρεσίες που παρέχει το οργανωμένο έγκλημα είναι το στοιχείο-κλειδί για την ανάπτυξή του».
Οι μορφές του οργανωμένου εγκλήματος που υπήρχαν στην Κρήτη μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 2000, σύμφωνα με τον κ. Παπακωνσταντή, ήταν κυρίως η ζωοκλοπή, η παραγωγή και το εμπόριο ναρκωτικών, το εμπόριο όπλων, η διακίνηση και εκμετάλλευση της εργασίας των αλλοδαπών, η διακίνηση και η σεξουαλική εκμετάλλευση γυναικών, η διάπραξη ληστειών από οργανωμένες ομάδες. Μάλιστα, ήδη από τότε στη δράση των οργανωμένων εγκληματικών ομάδων περιλαμβάνονταν και οι απάτες ως προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, που στην πιο σύγχρονη εκδοχή τους αφορούν την είσπραξη -παρανόμως- επιδοτήσεων μέσω του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Φωτογραφία: EUROKINISSI
ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ
157
206
260
74
136
9
Δείτε Επίσης

