-
Την ώρα που αναζωπυρώνεται η πολιτική αντιπαράθεση γύρω από την απολιγνιτοποίηση και πληθαίνουν οι φωνές –κυρίως από την αντιπολίτευση– που υποστηρίζουν ότι η Ελλάδα εγκαταλείπει τους λιγνίτες ταχύτερα από όσο θα έπρεπε, ζητώντας την παράταση της λειτουργίας των λιγνιτικών μονάδων για λόγους ενεργειακής ασφάλειας και κόστους, τα τελευταία στοιχεία δείχνουν μια διαφορετική εικόνα.
Πρόσφατη ανάλυση του GreenTank για το ανθρακικό αποτύπωμα της ηλεκτροπαραγωγής καταγράφει ότι η χώρα πέτυχε τον Μάιο του 2026 ιστορικό χαμηλό στην ένταση άνθρακα της ηλεκτροπαραγωγής, εξέλιξη που συνδέεται άμεσα με τη δραστική υποχώρηση του λιγνίτη και την ιστορικά υψηλή συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και των υδροηλεκτρικών στο ενεργειακό μείγμα.
Σύμφωνα με τη μελέτη, η ένταση άνθρακα της ηλεκτροπαραγωγής περιορίστηκε τον Μάιο στα μόλις 200,1 γραμμάρια CO2 ανά κιλοβατώρα, επίδοση που αποτελεί νέο ιστορικό χαμηλό για τη χώρα. Πρόκειται για μείωση κατά 10,6% σε σχέση με τον Απρίλιο και κατά 9,6% έναντι του Μαΐου του 2025. Το προηγούμενο χαμηλότερο επίπεδο είχε καταγραφεί τον Οκτώβριο του 2024, όταν η παραγωγή από λιγνίτη είχε επίσης υποχωρήσει σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα.
Ακόμη πιο ενδεικτική είναι η εικόνα για το σύνολο του πρώτου πενταμήνου. Η μέση ένταση άνθρακα διαμορφώθηκε στα 227 γραμμάρια CO2 ανά κιλοβατώρα, μειωμένη κατά 15,6% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025 και επίσης σε ιστορικό χαμηλό. Η εξέλιξη αυτή αποδίδεται κυρίως στα διαδοχικά ρεκόρ παραγωγής από - και μεγάλα υδροηλεκτρικά, σε συνδυασμό με τη σημαντική υποχώρηση της λιγνιτικής παραγωγής.
Οι περικοπές - στέρησαν ακόμη μεγαλύτερο περιβαλλοντικό όφελος
Η ανάλυση του GreenTank αναδεικνύει και μια ακόμη σημαντική διάσταση: το περιβαλλοντικό όφελος θα μπορούσε να είναι ακόμη μεγαλύτερο.
Συγκεκριμένα, στο πρώτο πεντάμηνο του έτους οι περικοπές παραγωγής από - εκτιμώνται σε 1.303 GWh, ποσότητα που αντιστοιχεί σχεδόν στο 10% της συνολικής παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές.
Εάν αυτή η ενέργεια είχε αποθηκευτεί σε συστήματα μπαταριών και είχε αξιοποιηθεί ώστε να υποκαταστήσει παραγωγή από φυσικό αέριο και λιγνίτη, τότε η μέση ένταση άνθρακα της ηλεκτροπαραγωγής θα είχε περιοριστεί στα 194,7 γραμμάρια CO2 ανά κιλοβατώρα, δηλαδή κατά 14,2% χαμηλότερα από την πραγματική επίδοση.
Το εύρημα αυτό αναδεικνύει τη σημασία της επιτάχυνσης των επενδύσεων στην αποθήκευση ηλεκτρικής ενέργειας, ώστε να αξιοποιείται πλήρως η παραγωγή από - και να μειώνεται περαιτέρω η χρήση ορυκτών καυσίμων.
Ο Άγιος Δημήτριος παρέμεινε ο μεγαλύτερος ρυπαντής
Παρά τη γενική αποκλιμάκωση των εκπομπών, ο λιγνιτικός ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου παρέμεινε και το πρώτο πεντάμηνο του 2026 ο μεγαλύτερος μεμονωμένος ρυπαντής της χώρας.
Ο σταθμός, ο οποίος σταμάτησε οριστικά τη λειτουργία του στις 15 Μαΐου, εξέπεμψε 1,58 εκατ. τόνους CO2 στο πρώτο πεντάμηνο, ποσότητα που αντιστοιχεί στο 26,6% των συνολικών εκπομπών της ηλεκτροπαραγωγής. Μόνο τον τελευταίο μήνα λειτουργίας του εξέπεμψε περίπου 110 χιλιάδες τόνους CO2.
Στη δεύτερη θέση βρέθηκε ο σταθμός φυσικού αερίου του Αγίου Νικολάου ΙΙ με 560 χιλ. τόνους, ενώ ακολούθησαν η Μεγαλόπολη V, η Θερμοηλεκτρική Κομοτηνής και η Πτολεμαΐδα 5.
Οι συνολικές εκπομπές παραμένουν σε τροχιά αποκλιμάκωσης
Οι συνολικές εκπομπές του τομέα ηλεκτροπαραγωγής ανήλθαν σε 5,93 εκατ. τόνους CO2 στο πρώτο πεντάμηνο του 2026, παρουσιάζοντας μείωση 7,9% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2025.
Το φυσικό αέριο εξακολουθεί να αποτελεί τη μεγαλύτερη πηγή εκπομπών, με 3,36 εκατ. τόνους και μερίδιο 56,6%, ενώ οι λιγνιτικές μονάδες παρήγαγαν 1,87 εκατ. τόνους, που αντιστοιχούν στο 31,6% του συνόλου.
Αντίθετα, οι εκπομπές από τις πετρελαϊκές μονάδες των μη διασυνδεδεμένων νησιών περιορίστηκαν στα 530 χιλιάδες τόνους, καταγράφοντας μείωση 46,1%, κυρίως χάρη στη διασύνδεση της Κρήτης.
Το στοίχημα του ΕΣΕΚ
Η μελέτη υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το αναθεωρημένο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα, ο προϋπολογισμός άνθρακα της ηλεκτροπαραγωγής για το 2026 διαμορφώνεται σε 8,96 εκατ. τόνους CO2.
Με τις εκπομπές να έχουν ήδη φτάσει τους 5,93 εκατ. τόνους, έχει καταναλωθεί περίπου το 66% του ετήσιου “προϋπολογισμού”, γεγονός που σημαίνει ότι για το υπόλοιπο του έτους απομένουν περίπου 3 εκατ. τόνοι προκειμένου η χώρα να παραμείνει εντός της τροχιάς που προβλέπει το ΕΣΕΚ.
Η απολιγνιτοποίηση αποδίδει
Τα στοιχεία του GreenTank προσθέτουν μια ακόμη διάσταση στη δημόσια συζήτηση για τον ρόλο του λιγνίτη. Παρότι η ενεργειακή κρίση και οι γεωπολιτικές αναταράξεις επανέφεραν κατά διαστήματα τη συζήτηση για διατήρηση λιγνιτικών μονάδων σε λειτουργία για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, τα πραγματικά δεδομένα δείχνουν ότι η σταδιακή απόσυρσή τους έχει ήδη αποφέρει σημαντικό περιβαλλοντικό όφελος.
Η επίτευξη ιστορικά χαμηλού ανθρακικού αποτυπώματος στην ηλεκτροπαραγωγή, σε συνδυασμό με τη ραγδαία αύξηση της συμμετοχής των -, αποδεικνύει ότι η μετάβαση σε ένα καθαρότερο ενεργειακό σύστημα δεν αποτελεί μόνο περιβαλλοντική επιλογή, αλλά και βασική προϋπόθεση για την επίτευξη των εθνικών και ευρωπαϊκών κλιματικών στόχων.
Σε μια περίοδο όπου η κλιματική κρίση επιδεινώνεται, οι παρατεταμένοι καύσωνες και τα ακραία καιρικά φαινόμενα γίνονται ολοένα συχνότερα και οι συνέπειες της υπερθέρμανσης του πλανήτη είναι πλέον ορατές στην καθημερινότητα, η πολιτική της ταχείας απολιγνιτοποίησης φαίνεται να δικαιώνεται. Τα στοιχεία δείχνουν ότι η σταδιακή αντικατάσταση του λιγνίτη από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και καθαρότερες τεχνολογίες αποτελεί όχι μόνο τη βέλτιστη περιβαλλοντική επιλογή, αλλά και τη μόνη βιώσιμη στρατηγική για μια οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα τα επόμενα χρόνια.

