-|-
Γρήγορα βήματα πραγματοποιούνται για την επίτευξη του στόχου ο οποίος θέλει μεγάλες και μικρότερες ελληνικές εταιρείες να πετυχαίνουν αύξηση του ποσοστού συμμετοχής τους στα εξοπλιστικά προγράμματα των Ενόπλων Δυνάμεων στο 25%.
Εκτός από τον εξοπλιστικό πυρετό στον οποίο έχει επιδοθεί το σύνολο της Ε.Ε., η Ελλάδα έχει βάλει στο τραπέζι ένα τεράστιο (για τα ελληνικά δεδομένα) εξοπλιστικό πρόγραμμα 30 δισ. ευρώ μέχρι και το 2036, το οποίο μπορεί και να αναθεωρηθεί, οριοθετώντας και το αντικείμενο των προοπτικών, ως προς την προσπάθεια που θα πρέπει να καταβληθεί. Ο στόχος που έθεσε σχετικά πρόσφατα ο υπουργός Εθνικής Άμυνας, κ. Νίκος Δένδιας, για αύξηση της συμμετοχής των ελληνικών εταιρειών αμυντικών συστημάτων στο 25% στο εξοπλιστικό πρόγραμμα των Ε.Δ., δείχνει και κάτι άλλο. Η κυβέρνηση, μέσω της άμυνας, θέλει να προωθήσει έναν κλάδο ο οποίος άντεξε τις διαδοχικές κρίσεις της Ελλάδας, ώστε να εξοικονομήσει πόρους από τις τεράστιες αμυντικές δαπάνες που έχει επωμιστεί λόγω της επιθετικότητας της Τουρκίας και παράλληλα να αυξήσει τις εξαγωγές προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας.
Η συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας στην έκθεση Eurosatory 2026, που πραγματοποιήθηκε στο Παρίσι από τις 15 έως τις 19 Ιουνίου, αποτέλεσε μία από τις πιο δυναμικές και οργανωμένες παρουσίες των τελευταίων ετών. Κεντρικό σημείο αναφοράς ήταν το Ελληνικό Εθνικό Περίπτερο, το οποίο υλοποιήθηκε από τον ΣΕΚΠΥ, φιλοξενώντας δεκατέσσερις ελληνικές εταιρείες. Εκεί παρουσιάστηκαν καινοτόμες λύσεις στους τομείς των μη επανδρωμένων συστημάτων, των σύνθετων υλικών, των δορυφορικών επικοινωνιών, των ηλεκτρονικών, της τεχνητής νοημοσύνης και της αμυντικής βιομηχανικής παραγωγής, αναδεικνύοντας το εύρος των δυνατοτήτων του ελληνικού οικοσυστήματος.
Οι κινήσεις Metlen – ΓΕΚ Τέρνα
Μέχρι τώρα η ελληνική αμυντική βιομηχανία αριθμούσε περίπου 400 οντότητες μικρής και μεσαίας δυναμικότητας, αλλά φαίνεται ότι ο εξοπλιστικός πυρετός εντός και εκτός Ελλάδας έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον και των “μεγάλων” της ελληνικής οικονομίας.
Αυτό δείχνουν οι ανακοινώσεις των ομίλων Metlen και ΓΕΚ Τέρνα, οι οποίες δείχνουν ότι η νέα πραγματικότητα δεν θα ωφελήσει μόνο την ΕΑΒ, την ΕΑΣ και την ΕΛΒΟ. Έπειτα από ένα μεγάλο διάστημα στο περιθώριο, μπαίνουν στο παιχνίδι και μεγάλες εταιρείες της ιδιωτικής οικονομίας.
Πρώτη η Metlen εγκαινίασε την τέταρτη παραγωγική μονάδα του M Technologies Defence Hub στον Βόλο. Η νέα εγκατάσταση εντάσσεται σε ένα ολοκληρωμένο βιομηχανικό σύμπλεγμα για την παραγωγή προηγμένων αμυντικών συστημάτων και υποσυστημάτων, με στόχο τη συμμετοχή σε μεγάλα ευρωπαϊκά εξοπλιστικά προγράμματα και την ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής αυτονομίας.
Αμέσως μετά η ΓΕΚ Τέρνα έκανε δυναμική είσοδο στον χώρο της άμυνας, υπογράφοντας δύο σημαντικά μνημόνια συνεργασίας. Το πρώτο, με την Airbus Defence and Space, αφορά την ανάπτυξη λύσεων στους τομείς των στρατιωτικών δορυφορικών επικοινωνιών και της προστασίας κρίσιμων υποδομών. Το δεύτερο, με τη Rheinmetall, προβλέπει στρατηγική συνεργασία για την ανάπτυξη νέων τακτικών χερσαίων συστημάτων και την ενίσχυση της ελληνικής αμυντικής βιομηχανικής βάσης.
Χρηματοδότηση από κοινοτικούς πόρους
Εκτός από τα χαμηλότοκα δάνεια ύψους 150 εκατ. ευρώ τα οποία μπορούν να αξιοποιήσουν μεγάλες και μικρές αμυντικές βιομηχανίες από την πρωτοβουλία SAFE, στις αρχές της εβδομάδας εμφανίστηκε ακόμα μία πηγή χρηματοδότησης: η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων.
Σε ανακοίνωσή στην αρχή της εβδομάδας η ΕΤΕπ τόνιζε ότι προτίθεται να προχωρήσει στη χρηματοδότηση έργων άμυνας και ασφάλειας στην Ελλάδα με κεφάλαια έως 1 δισ. ευρώ. Πρόκειται για την πρώτη μεγάλη χρηματοδοτική παρέμβαση της ΕΤΕπ στον ελληνικό τομέα άμυνας και ασφάλειας, μετά τη στρατηγική στροφή που της επιτρέπει να χρηματοδοτεί όχι μόνο έργα διττής χρήσης, αλλά και επενδύσεις που ενισχύουν άμεσα τις αμυντικές δυνατότητες των κρατών-μελών.
Η ροή των κεφαλαίων, σύμφωνα με πληροφορίες, αναμένεται να ξεκινήσει το πρώτο εξάμηνο του 2027, τοποθετώντας την Ελλάδα στον νέο ευρωπαϊκό χάρτη της αμυντικής και τεχνολογικής καινοτομίας. Οι πρώτες χρηματοδοτήσεις εκτιμάται ότι θα κατευθυνθούν σε κρίσιμες υποδομές, κυβερνοασφάλεια, τεχνητή νοημοσύνη, λιμενικές και ενεργειακές εγκαταστάσεις, logistics, καθώς και σε τεχνολογίες διττής χρήσης (στρατιωτικές και αστικές), για τις οποίες η Ελλάδα θα πρέπει να δαπανά κάθε χρόνο περίπου 3 δισ. ευρώ.
Η συμμετοχή της ΕΤΕπ στις δαπάνες άμυνας των κρατών-μελών της Ε.Ε. είχε συζητηθεί έναν χρόνο νωρίτερα στις Βρυξέλλες, όταν πλέον γινόταν σαφές ότι η Ευρώπη χάνει την αμυντική ομπρέλα των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ και θα έπρεπε να επανεξοπλιστεί.
Μια νέα πηγή χρηματοδότησης θα είναι το τρέχον και το μελλοντικό ΕΣΠΑ. Ήδη το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών έχει σε τροχιά προκήρυξης δύο προσκλήσεις, για χρηματοδότηση έργων του STEP και έρευνας για άμυνα, συνολικού ύψους 200 εκατ. ευρώ. Η πρώτη αφορά μεγάλες επιχειρήσεις και θα χρηματοδοτεί επενδύσεις από 2 έως και 6 εκατ. ευρώ, με ποσοστά που θα ξεκινούν από 50% και θα φτάνουν το 90%, ανάλογα με το είδος της δαπάνης. Η δεύτερη πρόσκληση θα έχει προϋπολογισμό 80 εκατ. ευρώ και θα αφορά υφιστάμενες και νέες επιχειρήσεις. Τα ποσοστά επιδότησης θα είναι 67% για τις νέες επιχειρήσεις και 50% για υφιστάμενες και θα επιδοτούνται επενδύσεις με επιλέξιμες δαπάνες έως και 400.000 ευρώ.
Μονιμότητα στο 25%
To αίτημα των εκπροσώπων της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας είναι μια σταθερή πρόβλεψη για το 25%, ώστε η πρωτοβουλία τους να μπορεί να αποκτήσει ακόμα μεγαλύτερη δυναμική μέσα από ένα σταθερό πλαίσιο εφαρμογής, το οποίο θα προσφέρει προβλεψιμότητα στις επιχειρήσεις και θα διευκολύνει τον μακροπρόθεσμο επενδυτικό σχεδιασμό και τις δανειοδοτήσεις τους. Στο πλαίσιο αυτό, ο Σύνδεσμος Ελλήνων Κατασκευαστών Αμυντικού Υλικού (ΣΕΚΠΥ) έχει ζητήσει η πρόβλεψη για το 25% να αποκτήσει μόνιμο νομοθετικό χαρακτήρα, με σαφείς κανόνες εφαρμογής, διαφανείς διαδικασίες και αποτελεσματικό μηχανισμό ελέγχου. Όπως επισημαίνει, με τον τρόπο αυτό θα διασφαλίζεται ότι η ελληνική συμμετοχή θα αντιστοιχεί σε ουσιαστικό βιομηχανικό έργο και όχι σε περιορισμένες ή τυπικές συνεργασίες. Ωστόσο κάτι τέτοιο μπορεί να δημιουργήσει εμπλοκές στις τωρινές και τις μελλοντικές αμυντικές προμήθειες, οι οποίες θα γίνονται κυρίως από το εξωτερικό και σε κάποιους τομείς δεν υπάρχει η απαραίτητη τεχνογνωσία από ελληνικές εταιρείες του χώρου.

