Η βελτίωση της ποιότητας των θεσμών είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να φθάσει η Ελλάδα σε πιστοληπτική αξιολόγηση κατηγορίας Α πριν από το 2030, επισημαίνει ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας.
Όπως τόνισε μιλώντας στο δείπνο του Κύκλου “Women in Corporate Affairs, Government Relations and Public Policy” του Lean In Network Greec, οι πρόσφατες μεταρρυθμίσεις στη δημόσια διοίκηση θα πρέπει να αποτυπωθούν σταδιακά στους θεσμικούς δείκτες που παρακολουθούν οι οίκοι αξιολόγησης.
Σημαντική πρόοδος έχει σημειωθεί και στην απονομή της δικαιοσύνης. Με βάση στοιχεία της JustStat που επικαλέστηκε ο διοικητής της ΤτΕ, ο μέσος χρόνος έκδοσης πρωτόδικης απόφασης περιορίστηκε περίπου στις 357 ημέρες, από 774 ημέρες πριν από τη μεταρρύθμιση του δικαστικού χάρτη. Ταχύτερες και πιο προβλέψιμες δικαστικές διαδικασίες ενισχύουν την ασφάλεια δικαίου και την εμπιστοσύνη των επενδυτών.
Η αναβάθμιση της θεσμικής λειτουργίας εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια διατήρησης της αναπτυξιακής δυναμικής της Ελλάδας και θωράκισής της απέναντι στις διεθνείς αναταράξεις. Ο κ. Στουρνάρας υπογράμμισε ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αναπτύσσεται ταχύτερα από την ευρωζώνη: το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 1,9% σε ετήσια βάση το δεύτερο τρίμηνο του 2026, έναντι 1,2% στην ευρωζώνη.
Η ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας, σημείωσε, στηρίζεται στη δημοσιονομική εξυγίανση, στην ανάταξη του τραπεζικού συστήματος, στη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος και στις μεταρρυθμίσεις των τελευταίων ετών. Ωστόσο, το σημαντικό έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών καταδεικνύει ότι παραμένουν σοβαρές προκλήσεις.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ο διοικητής της ΤτΕ προειδοποίησε ότι η γεωπολιτική αβεβαιότητα, οι επιπτώσεις της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή στις αγορές ενέργειας, ο κατακερματισμός του διεθνούς εμπορίου και το υψηλό δημόσιο χρέος επιβαρύνουν το οικονομικό περιβάλλον. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο επενδυτικό χάσμα ανάμεσα στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης. Η τεχνολογία μπορεί να ενισχύσει την παραγωγικότητα, είπε, αλλά οι επιπτώσεις της στην αγορά εργασίας και στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα απαιτούν προσεκτική διαχείριση.
Για να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητά της, η Ευρώπη χρειάζεται να διοχετεύσει περισσότερες αποταμιεύσεις σε παραγωγικές επενδύσεις, να ολοκληρώσει την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων και την Τραπεζική Ένωση και να εμβαθύνει την Ενιαία Αγορά. Κοινές επενδύσεις σε υποδομές, άμυνα, ενεργειακή ασφάλεια και ψηφιακή και πράσινη μετάβαση θα μπορούσαν, κατά τον ίδιο, να στηρίξουν την ανάπτυξη και να ενισχύσουν τον διεθνή ρόλο του ευρώ.
Κλείνοντας, ο κ. Στουρνάρας αναφέρθηκε στα δύο βασικά διδάγματα από την κρίση χρέους: τα οικονομικά προβλήματα μπορούν να επιλυθούν όταν υπάρχει πολιτική βούληση και συνδυασμός εθνικών μέτρων με ευρωπαϊκή στήριξη, ενώ η καθυστέρηση στην αναγνώριση και αντιμετώπισή τους αυξάνει το συνολικό κόστος. Για την Ελλάδα, κατέληξε, η διατήρηση της δημοσιονομικής υπευθυνότητας και η ενίσχυση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας παραμένουν κρίσιμες προϋποθέσεις για βιώσιμη ανάπτυξη.

