Της -
Το χειρότερο σενάριο ξαφνικά επέστρεψε για τις αγορές και την οικονομία. Η αισιοδοξία που είχε αρχίσει να χτίζεται έπειτα από τη συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν τον περασμένο μήνα προσγειώθηκε απότομα, καθώς ξαφνικά όλα ανατράπηκαν, με τον Ντόναλντ Τραμπ να δηλώνει ότι η εκεχειρία και η συμφωνία τελείωσαν, με αποτέλεσμα να ακολουθήσουν νέες επιθέσεις. Αυτό αποτέλεσε αφορμή ώστε οι επενδυτές να ρευστοποιήσουν τα κέρδη τους, εν αναμονή των εξελίξεων, οι οποίες πιθανώς θα μεταβάλουν εκ νέου τη στρατηγική και των κεντρικών τραπεζών για τα επιτόκια. Και όλα αυτά εν μέσω μαζικών προειδοποιήσεων από θεσμούς όπως το ΔΝΤ και ο ESM, αλλά και επενδυτικούς οίκους, για τον κίνδυνο ισχυρής διόρθωσης στις αγορές.
Όλοι καταλαβαίνουν πως το ενδεχόμενο κλείσιμο εκ νέου των Στενών του Ορμούζ, εάν δεν αλλάξει κάτι και πάλι, βάζει “μπροστά” τα δυσμενή σενάρια για την οικονομία. Ήδη η ομαλοποίηση της αγοράς ενέργειας, παρά τη μεγάλη πτώση των τιμών του πετρελαίου τον τελευταίο μήνα, προβλεπόταν αργή και δύσκολη όταν έγινε γνωστή η συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν. Τώρα η ομαλοποίηση αναμένεται να διαταραχθεί, στην καλύτερη περίπτωση.
Προειδοποιήσεις από οίκους
Οι ανανεωμένες εντάσεις στη Μέση Ανατολή διέκοψαν τον εφησυχασμό των αγορών, ωθώντας τους επενδυτές να επανεκτιμήσουν τους γεωπολιτικούς κινδύνους έπειτα από αρκετές εβδομάδες τιμολόγησης μιας ομαλής πορείας προς την πλήρη αποκλιμάκωση. Οι τελευταίες εξελίξεις, καθώς και οι επιθέσεις που έγιναν την περασμένη εβδομάδα πριν από τη δήλωση Τραμπ, υπενθύμισαν στους επενδυτές ότι μια μόνιμη συμφωνία μεταξύ των ΗΠΑ και του Ιράν δεν είναι καθόλου εγγυημένη. Οι αγορές είχαν ουσιαστικά… βολευτεί με την ιδέα ότι η σύγκρουση θα σβήσει σταδιακά, αλλά όλα υποδηλώνουν ότι η υπόθεση αυτή ήταν πρόωρη.
Η Bank of America προειδοποίησε στις αρχές της εβδομάδας για το ενδεχόμενο βουτιάς 8% στις ευρωπαϊκές μετοχές. Όπως σημείωσε, η ίδια παραμένει αρνητική, καθώς οι αγορές αποτιμούν την… τελειότητα στην οικονομία, με τις προσδοκίες για περιθώρια κέρδους σε ιστορικά υψηλά επίπεδα και τα ασφάλιστρα κινδύνου σε χαμηλό 20 ετών, σε μια εποχή που τα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης κινδυνεύουν ολοένα και περισσότερο να εμπορευματοποιηθούν – γεγονός που θα μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση τις προσδοκίες για τις κεφαλαιακές δαπάνες της τεχνητής νοημοσύνης και να απειλήσει την αντιστροφή της δυναμικής που καθοδηγείται από την ΑΙ και η οποία έχει υποστηρίξει την αισιόδοξη τιμολόγηση που ενσωματώνεται στις ευρωπαϊκές μετοχές.
Παράλληλα, και η Capital Economics προειδοποίησε ότι ο κίνδυνος ακόμα μίας ισχυρής πτώσης στις μετοχές τεχνολογίας φαίνεται αρκετά υψηλός. Και αυτός ο κίνδυνος έχει σε κάποιο βαθμό υλοποιηθεί: τόσο ο δείκτης KOSPI στην Κορέα όσο και ο δείκτης Philadelphia Semiconductor, που περιλαμβάνει τις 30 μεγαλύτερες εταιρείες που διαπραγματεύονται στις ΗΠΑ στον κλάδο των ημιαγωγών, έχουν υποχωρήσει κατά περισσότερο από 20% και 10% αντίστοιχα μέσα σε περίπου δύο εβδομάδες, ενώ ο τεχνολογικός τομέας γενικότερα έχει υποαποδώσει, και περαιτέρω μεταβλητότητα βραχυπρόθεσμα φαίνεται πιθανή. Αλλά αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα το τέλος του ευρύτερου ράλι των μετοχών της τεχνητής νοημοσύνης, κατά τον οίκο.
Η Deutsche Bank, από την πλευρά της, εξέτασε τι φαίνεται περίεργο στις αγορές και μπορεί να οδηγήσει σε διόρθωση. Πολλές κατηγορίες περιουσιακών στοιχείων είχαν ομαλοποιηθεί πλήρως μετά τη συμφωνία ΗΠΑ – Ιράν, συμπεριλαμβανομένου του πετρελαίου, των μετοχών και των πιστώσεων, όπως σημείωσε. Ωστόσο οι αποδόσεις των ομολόγων ήταν η εξαίρεση, γεγονός που υποδηλώνει ότι εξακολουθούν να προεξοφλούν πιο διαρκείς επιπτώσεις.
Πράγματι, ακόμα και καθώς οι προσδοκίες για τον πληθωρισμό είχαν καταρρεύσει με την πτώση των τιμών του πετρελαίου, οι αγορές ταυτόχρονα προεξοφλούσαν μια πιο επιθετική Fed. Επιπλέον, η ομαλοποίηση δεν συμβάδιζε πλήρως με ό,τι συμβαίνει… επί του εδάφους, δεδομένου ότι τα Στενά του Ορμούζ εξακολουθούν να δέχονται μόνο ένα κλάσμα της ναυτιλιακής κίνησης σε σχέση με τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη σύγκρουση.
“Η φούσκα της ΑΙ θα σκάσει το 2028”
“Υπάρχει φούσκα στον κλάδο της τεχνητής νοημοσύνης και θα σκάσει, αλλά όχι ακόμη”, δήλωσε στο “Κ” o Πολ Μίικς, επικεφαλής ανάλυσης του τεχνολογικού κλάδου στη Freedom Capital Markets. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του, η φούσκα θα σκάσει το 2028 το νωρίτερο, οπότε έχουμε μπροστά μας άλλα δύο χρόνια κατά τα οποία το θέμα της ΑΙ θα συνεχίσει να προσφέρει ευκαιρίες.
Ωστόσο το σκάσιμο δεν αναμένεται να κάνει πολύ θόρυβο και να θυμίσει εποχές… dotcom. Τότε ο Nasdaq κατέγραψε βουτιά της τάξης του 80% και ανέκαμψε μόνο έπειτα από 14 χρόνια. Ο Μίικς γνωρίζει πολύ καλά τον “σεισμό” που χτύπησε τις αγορές, καθώς ο ίδιος διαχειριζόταν ένα από τα μεγαλύτερα τεχνολογικά funds στον κόσμο στη Merrill Lynch Investment Managers. “Υπάρχουν ομοιότητες αλλά και σημαντικές διαφορές μεταξύ της σημερινής φούσκας της ΑΙ και της φούσκας του dotcom”, όπως τόνισε. “Μοιάζουν, γιατί και τότε, όπως τώρα, οι αποτιμήσεις των μετοχών ήταν αρκετά “τεντωμένες””. Και οι ομοιότητες σταματούν εκεί, κατά τον ίδιο.
Οι ανησυχίες γύρω από τη σημερινή φούσκα κινούνται γύρω από τις τεράστιες δαπάνες των μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών, οι οποίες, κατά κάποιους, δεν θα οδηγήσουν σε αντίστοιχα οφέλη σε παραγωγικότητα.
Ωστόσο, τονίζει ο Μίικς, “το 90% των δαπανών για την ΑΙ γίνεται από τους λεγόμενους hyperscalers – τη Meta, την Google την Amazon, τη Microsoft και (λιγότερο) την Oracle. Αυτές οι εταιρείες έχουν πολύ ισχυρούς ισολογισμούς και μπορούν να ξοδέψουν”. Την εποχή του dotcom, όπως εξηγεί, οι εταιρείες δεν είχαν αυτή τη δύναμη και βασίζονταν κυρίως στο χρέος.
Οι hyperscalers θα συνεχίσουν να δαπανούν κεφάλαια για υποδομές ΑΙ και φέτος και το 2027, σύμφωνα με τα επιχειρηματικά τους σχέδια, με το σύνολο των δαπανών να ξεπερνά τελικά “τα μερικά τρισεκατομμύρια δολάρια”. Αλλά κάποια στιγμή θα σταματήσουν να δαπανούν. “Ναι, θα υπάρξει διόρθωση, το 2028 το νωρίτερο, αλλά δεν θα υπάρξει βίαιο και βαθύ sell-off, ούτε θα λυγίσει την οικονομία”, όπως επισημαίνει.
Κατά τον Μίικς, ένα σημαντικό τεστ για τις αγορές ωστόσο θα είναι όταν εταιρείες όπως η Anthropic ή η OpenAI προχωρήσουν σε IPO, κάτι που αναμένεται φέτος για την πρώτη και το 2027 για τη δεύτερη, γιατί αυτές οι εταιρείες, οι οποίες και υφίστανται μόλις δύο χρόνια περίπου, είναι “καθαρά ΑΙ παίκτες”. Τα IPOs τους θα ξεπεράσουν το 1-1,5 τρισεκατομμύριο δολάρια, εκτιμά ο Μίικς.
Πάντως, ο αναλυτής της Freedom θεωρεί ότι το νέο μεγάλο επενδυτικό story είναι οι εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον κλάδο των data centers, οι λεγόμενες εταιρείες neoclouds, όπως η αμερικανική CoreWeave Inc., η Nebius Group N.V. με έδρα το Άμστερνταμ και η αμερικανική Applied Digital Corp. “Οι hyperscalers έχουν τεράστια ανάγκη για ηλεκτρική ενέργεια και οι neoclouds θα επωφεληθούν σημαντικά από αυτή την τάση, η οποία αναμένεται να ενισχύεται συνεχώς τα επόμενα χρόνια”, σημειώνει χαρακτηριστικά.
Όσον αφορά τη νέα κλιμάκωση της κατάστασης στη Μέση Ανατολή την περασμένη εβδομάδα, ο Μίικς επισημαίνει πως το βέβαιο είναι ότι βιώνουμε μια πολύ δύσκολη περίοδο και τα πράγματα θα γίνουν ακόμα πιο δύσκολα. “Δεν νομίζω πως έχουμε δει τον πραγματικό αντίκτυπο της σύγκρουσης στην οικονομία ακόμη”, σημειώνει. “Αν η αναταραχή διαρκέσει περισσότερο, είναι πολύ πιθανό οι ΗΠΑ να εισέλθουν σε ύφεση”, προειδοποιεί. Ακόμα και εάν ανοίξουν πλήρως τα Στενά του Ορμούζ, “θα χρειαστούν πολλοί μήνες για να ομαλοποιηθεί η κατάσταση στην αγορά πετρελαίου, ειδικά με τις πολύ σοβαρές ζημιές που έχουν υποστεί οι ενεργειακές υποδομές”, συμπληρώνει ο αναλυτής.
“Καμπανάκι” από ΔΝΤ, ESM, ΕΚΤ, BoE
Μαζικές είναι οι προειδοποιήσεις από θεσμούς το τελευταίο διάστημα για τον κίνδυνο απότομου sell-off στις αγορές, οι οποίοι επισημαίνουν παράλληλα ότι η εκ νέου κλιμάκωση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν αποτελεί επίσης μεγάλο κίνδυνο για την οικονομία.
Όπως τόνισε το ΔΝΤ την περασμένη εβδομάδα στην επικαιροποιημένη έκθεσή του για τις παγκόσμιες προοπτικές, η πιθανότητα αναζωπύρωσης της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή είναι μεγάλη και θα μπορούσε να επεκτείνει την αστάθεια των τιμών των εμπορευμάτων, να απειλήσει περαιτέρω τις αλυσίδες εφοδιασμού, να αυξήσει τις τιμές και να επιβαρύνει τις χρηματοοικονομικές συνθήκες. Ο κατακερματισμός του εμπορίου θα μπορούσε να επιταχυνθεί, ενδεχομένως βλάπτοντας την παραγωγή και αυξάνοντας τις τιμές, όπως πρόσθεσε. Παράλληλα, προειδοποίησε πως μια πιθανή διόρθωση στις προσδοκίες που βασίζονται στην τεχνολογία αυξάνει τους κινδύνους.
Ο πιο άμεσος κίνδυνος πηγάζει από τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, τόνισε το ΔΝΤ. Η εκ νέου κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων θα βλάψει την ανάπτυξη και θα εντείνει τις πληθωριστικές πιέσεις. Η “μανία” για την τεχνητή νοημοσύνη και οι ζωηρές χρηματοπιστωτικές αγορές θα μπορούσαν, ταυτόχρονα, να σπείρουν τους σπόρους της μακροοικονομικής αστάθειας.
Κατά το ΔΝΤ, μια ανανεωμένη σύγκρουση θα εξαπλωθεί μέσω μιας περαιτέρω αύξησης των τιμών των εμπορευμάτων και παρατεταμένης αστάθειας, ελλείψεων στην προσφορά και πιέσεων στις συναλλαγματικές ισοτιμίες. Η συγκρατημένη αύξηση των τιμών του πετρελαίου και ο περιορισμένος αντίκτυπός της στην οικονομική δραστηριότητα οφείλονται στην απελευθέρωση αποθεμάτων, τα οποία τώρα πλησιάζουν σε πολυετή χαμηλά και θα μπορούσαν να φτάσουν σε επίπεδα πίεσης σε περίπτωση που συνεχιστούν οι διαταραχές στην προσφορά ή η συσσώρευση αποθεμάτων ενταθεί. Ακόμα κι αν τα αποθέματα δεν εξαντληθούν, εάν γίνει αντιληπτό ότι το σοκ θα επαναληφθεί ή θα γίνει πιο μόνιμο, η προθυμία για προσαρμογή σε αυτό με μειώσεις θα μπορούσε να αποδυναμωθεί, με δυνητικά μη γραμμική δυναμική στις τιμές.
Από την άλλη πλευρά, όπως προσθέτει το ΔΝΤ, οι προσδοκίες σχετικά με την κερδοφορία και τα κέρδη παραγωγικότητας που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσαν να αναθεωρηθούν προς τα κάτω. Σε ένα τέτοιο σενάριο, οι επενδύσεις σε τομείς έντασης τεχνολογίας θα μπορούσαν να μειωθούν απότομα και οι εύθραυστες αποτιμήσεις μετοχών –ιδίως σε οικονομίες και αγορές που εξάγουν τεχνητή νοημοσύνη με υψηλή συγκέντρωση σε εταιρείες τεχνολογίας– θα μπορούσαν να διορθώσουν απότομα.
Μια τέτοια ανατιμολόγηση θα μπορούσε να ενισχυθεί από την υψηλότερη ευαισθησία κινδύνου μεταξύ των επενδυτών που εκτίθενται στην τεχνητή νοημοσύνη και πιθανότατα θα επιβάρυνε την ιδιωτική κατανάλωση μέσω των επιπτώσεων στον πλούτο. Θα μπορούσε επίσης να μεταδοθεί διασυνοριακά μέσω εμπορικών διασυνδέσεων, διασυνοριακών ανοιγμάτων χαρτοφυλακίου και προσαρμογών ροών κεφαλαίων. Η ευρύτερη συνέπεια θα μπορούσε να είναι αυστηρότερες παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές συνθήκες, πιέσεις στους ισολογισμούς και ασθενέστερη δραστηριότητα που εκτείνεται πέρα από τον τεχνολογικό τομέα, τονίζει το ΔΝΤ. Επιπλέον, η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε να ενισχύσει τους κινδύνους κυβερνοασφάλειας για τις ψηφιακές υποδομές, ενδεχομένως διαταράσσοντας τη χρηματοπιστωτική διαμεσολάβηση και τα συστήματα πληρωμών και υπονομεύοντας την εμπιστοσύνη γενικότερα.
Η νέα έκθεση του ΔΝΤ ήρθε εν μέσω επανειλημμένων προειδοποιήσεων σχετικά με τους αυξανόμενους κινδύνους για την παγκόσμια χρηματοοικονομική σταθερότητα.
Η αναζωπύρωση των εντάσεων στη Μέση Ανατολή και ένα ξαφνικό sell-off των αμερικανικών περιουσιακών στοιχείων αποτελούν τους δύο μεγαλύτερους κινδύνους για την Ευρωζώνη, οι οποίοι, αν συμβούν ταυτόχρονα, θα μπορούσαν να οδηγήσουν την περιοχή σε ύφεση και πολλές χώρες σε δημοσιονομικό εκτροχιασμό, προειδοποίησε πριν από μερικές ήμερες και ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM), ο οποίος έκανε λόγο μάλιστα για ένα sell-off που θα αγγίξει το 30% στην ευρωπαϊκή αγορά.
Κατά τον ESM, δύο εξωτερικοί κίνδυνοι κυριαρχούν στις προοπτικές της περιοχής: οι παρατεταμένες γεωπολιτικές εντάσεις, συμπεριλαμβανομένης της πιθανότητας νέας κλιμάκωσης στη Μέση Ανατολή, και η απότομη απώλεια αξίας των αμερικανικών περιουσιακών στοιχείων. “Αυτοί οι δύο κίνδυνοι θα μπορούσαν να αλληλοενισχυθούν μέσω υψηλότερων τιμών ενέργειας και αβεβαιότητας, ασθενέστερης εμπιστοσύνης και αυστηρότερων χρηματοοικονομικών συνθηκών”, επισημαίνει.
Ο ESM εξηγεί πως η εμπιστοσύνη των επενδυτών στα αμερικανικά περιουσιακά στοιχεία θα μπορούσε να αποδυναμωθεί εάν εγχώριες εξελίξεις οδηγήσουν σε επανεκτίμηση της αξιοπιστίας της πολιτικής των ΗΠΑ ή σε αυξημένες αποτιμήσεις μετοχών.
Οι κύριες πηγές ανησυχίας για ένα sell-off στις ΗΠΑ είναι, όπως τονίζει, οι εξής τρεις: οι ανησυχίες σχετικά με τη δημοσιονομική δυναμική των ΗΠΑ, οι ανησυχίες σχετικά με την ανεξαρτησία της Fed και οι υπερβολικά αυξημένες αποτιμήσεις των αμερικανικών μετοχών. Κατά τον ESM, το sell-off μπορεί να στείλει τον S&P 500 σε βουτιά 20%, ενώ ο πανευρωπαϊκός δείκτης Euro Stoxx θα καταγράψει ελεύθερη πτώση 30% μέσα σε 18 μήνες.
Οι προειδοποιήσεις των ΔΝΤ – ESM ήρθαν επίσης εν μέσω φόβων ότι ακόμα περισσότεροι κίνδυνοι θα μπορούσαν να… σκάσουν στο τοπίο των αγορών. Ο Άντριου Μπέιλι, πρόεδρος του Συμβουλίου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (FSB) και επικεφαλής της Τράπεζας της Αγγλίας (BoE), προειδοποίησε πριν από μερικές εβδομάδες ότι η παγκόσμια οικονομία αντιμετωπίζει ένα πιθανό “διπλό πλήγμα”, στο οποίο η αστάθεια της αγοράς “συμπίπτει” με μια άλλη κρίση, όπως στην αγορά ιδιωτικών πιστώσεων.
Η αντιπρόεδρος της Τράπεζας της Αγγλίας, Σάρα Μπρίντεν, επίσης παρατήρησε ότι “υπάρχει μεγάλος κίνδυνος εκεί έξω, κι όμως οι τιμές των τίτλων είναι σε ιστορικά υψηλά”, προβλέποντας ότι σε κάποιο σημείο θα γίνει διόρθωση
Και η ΕΚΤ προειδοποίησε πριν από μερικές εβδομάδες για την πιθανότητα ξαφνικής και μεγάλης διόρθωσης στις αγορές, αναφέροντας ότι οι επενδυτές υποτιμούν τις απειλές –μεταξύ αυτών τις εντάσεις στη Μέση Ανατολή– που υπάρχουν στην παγκόσμια σκηνή. Οι μετοχές και τα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία διαπραγματεύονται σε υψηλές αποτιμήσεις που απομακρύνονται από την εύθραυστη οικονομική πραγματικότητα, θέτοντας τις βάσεις για μια ξαφνική ανατιμολόγηση, όπως τόνισε. Επιπλέον, η Ίζαμπελ Σνάμπελ, μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, δήλωσε την περασμένη εβδομάδα πως η Ευρωζώνη δεν έχει επιστρέψει στην προ του πολέμου κατάσταση, ακόμα και μετά την πρόσφατη πτώση των τιμών του πετρελαίου.
