spot_imgspot_img

Related Posts

Top 5 This Week

Άμυνα: Το €1,5 δισ. από την Ευρώπη, η συνεργασία Ελλάδας–Κύπρου και τι ζητά η βιομηχανία

Της Ελευθερίας Πιπεροπούλου

Νέα χρηματοδοτικά εργαλεία, μεγάλης κλίμακας ευρωπαϊκά projects και η ανάγκη να περάσει η αμυντική έρευνα από το εργαστήριο στην παραγωγή και τελικά στις παραγγελίες βρέθηκαν στο επίκεντρο του EDIP Info Day και της Ημέρας Αμυντικής Βιομηχανίας Ελλάδας – Κύπρου, που διοργάνωσε η Γενική Διεύθυνση Αμυντικών Επενδύσεων και Εξοπλισμών (ΓΔΑΕΕ)του υπουργείου Εθνικής Άμυνας στη Λέσχη Αξιωματικών Ενόπλων Δυνάμεων.

Στο επίκεντρο βρέθηκε το European Defence Industry Programme (EDIP), συνολικού ύψους €1,5 δισ., αλλά και τα νέα European Defence Projects of Common Interest (EDPCI). Παράλληλα, η συζήτηση με τους εκπροσώπους της βιομηχανίας ανέδειξε ένα διαφορετικό, αλλά κρίσιμο ζήτημα: το πώς τα ευρωπαϊκά και εθνικά κονδύλια θα μετατραπούν σε πραγματική παραγωγική δυνατότητα, βιομηχανικές υποδομές και παραγγελίες.

Τα €1,5 δισ. του EDIP και τα πέντε μεγάλα projects

Το EDIP αποτελεί ένα από τα βασικά ευρωπαϊκά εργαλεία για την ενίσχυση και τον εκσυγχρονισμό της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας. Το πολυετές πρόγραμμα διαθέτει €1,5 δισ., με περισσότερα από €700 εκατ. να κατευθύνονται στην ενίσχυση της ευρωπαϊκής παραγωγής, μεταξύ άλλων για κρίσιμα εξαρτήματα, πλατφόρμες, πυρομαχικά, πυραύλους και συστήματα αντιμετώπισης drones. Ανάλογα με την πρόσκληση, η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση μπορεί να καλύπτει από 35% έως και 100% των επιλέξιμων δαπανών.

Σημαντικό τμήμα του προγράμματος αφορά τα EDPCI, για τα οποία έχουν προβλεφθεί €325 εκατ. από το EDIP για την εγκαθίδρυση και την ανάπτυξή τους. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει προτείνει πέντε projects σε τομείς όπως τα drones και τα counter-drone συστήματα, η άμυνα στη θάλασσα και στον βυθό, το διάστημα, η ολοκληρωμένη αεράμυνα και αντιπυραυλική άμυνα και η ενίσχυση της ασφάλειας στην ανατολική πτέρυγα της ΕΕ.

Η κλίμακα των projects είναι, ωστόσο, πολύ μεγαλύτερη από το ποσό του EDIP, καθώς, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η συνολική χρηματοδοτική φιλοδοξία για τα projects ανέρχεται σε περίπου €190 δισ. έως το 2036.

Πρόκειται συγκεκριμένα για τα:

  1. Drones και Counter-Drone – DECODER: Ανάπτυξη διαλειτουργικών ευρωπαϊκών δυνατοτήτων σε drones και συστήματα αντιμετώπισης drones, καθώς και δημιουργία δικτύου τεχνολογικών hubs. Συμμετέχουν 26 κράτη-μέλη, με εκτιμώμενη χρηματοδοτική κλίμακα €3,5-5 δισ. έως το 2033.
  2. Θαλάσσια και υποθαλάσσια άμυνα – IMSD: Το Integrated Maritime and SeabedDefence αφορά την ενίσχυση των ευρωπαϊκών δυνατοτήτων στον θαλάσσιο και υποθαλάσσιο χώρο, από την επιτήρηση και τον ναυτικό πόλεμο έως την προστασία κρίσιμων υποδομών, όπως λιμάνια, καλώδια και αγωγοί. Η εκτιμώμενη κλίμακα ανέρχεται σε €43-72 δισ. έως το 2045.
  3. Διάστημα – SPACE: Ανάπτυξη ευρωπαϊκών διαστημικών αμυντικών δυνατοτήτων. Η εκτιμώμενη κλίμακα φτάνει έως τα €24 δισ. έως το 2034.
  4. Αεράμυνα και αντιπυραυλική άμυνα – EU-FIAMD: Στόχος η δημιουργία μιας διασυνδεδεμένης ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής αεράμυνας και αντιπυραυλικής άμυνας. Συμμετέχουν 16 χώρες, με εκτιμώμενη κλίμακα €55-80 δισ. έως το 2040.
  5. Ασφάλεια στην ανατολική πτέρυγα – Eastern FlankWatch: Ενίσχυση της ασφάλειας της ανατολικής πτέρυγας της ΕΕ. Συμμετέχουν 13 κράτη-μέλη, με εκτιμώμενη κλίμακα €60-100 δισ. έως το 2036.

Η συμμετοχή Ελλάδας και Κύπρου

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στη χθεσινή ημερίδα, η Ελλάδα και η Κύπρος συμμετέχουν ήδη στα DECODER, IMSD, SPACE και EU-FIAMD, ενώ η Κύπρος συμμετέχει επιπλέον και στο Eastern FlankWatch.

Το κενό μεταξύ έρευνας και παραγωγής

Για την αμυντική βιομηχανία, ωστόσο, το ζητούμενο δεν είναι μόνο η ύπαρξη των διαθέσιμων ευρωπαϊκών εργαλείων, αλλά το κατά πόσο αυτά μπορούν να δημιουργήσουν πραγματική παραγωγική δραστηριότητα.

Αυτό ακριβώς αποτέλεσε τον κοινό παρονομαστή στις χθεσινές παρεμβάσεις των εκπροσώπων της ελληνικής και κυπριακής αμυντικής βιομηχανίας.

Ο πρόεδρος του Συνδέσμου Ελλήνων Κατασκευαστών Πολεμικού Υλικού (ΣΕΚΠΥ), Αναστάσιος Ροζολής, έθεσε στο επίκεντρο την ανάγκη η χρηματοδότηση της έρευνας να οδηγεί στην ανάπτυξη προϊόντων και στη συνέχεια σε βιομηχανική παραγωγή και παραγγελίες. Όπως ανέφερε, το Ευρωπαϊκό Ταμείο Άμυνας (EDF)έχει δώσει σημαντικό βάρος στην έρευνα, όμως το κρίσιμο για την αγορά είναι το επόμενο στάδιο: η τεχνολογία που αναπτύσσεται να φτάνει σε βιομηχανική παραγωγή και παραγγελίες.

Σύμφωνα με τον ίδιο, με δεδομένο ότι το κράτος αποτελεί τον βασικό πελάτη της αμυντικής αγοράς, η βιομηχανία χρειάζεται σαφέστερη εικόνα για τις πραγματικές επιχειρησιακές ανάγκες.

Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκε η ανάγκη και για μια πιο σαφή εθνική κατεύθυνση στην αμυντική παραγωγή. Όπως επεσήμανε ο πρόεδρος του ΣΕΚΠΥ, σήμερα δεν υπάρχει ξεκάθαρη στρατηγική για το τι θέλει η Ελλάδα να παράγει εγχώρια, σε αντίθεση με τη δεκαετία του ’90, όταν υπήρχε αντίστοιχος κυβερνητικός σχεδιασμός. Η ανάγκη για μια νέα, συνεκτική στρατηγική θεωρείται πλέον κρίσιμη, ιδιαίτερα μπροστά στις ευκαιρίες που δημιουργούν τα νέα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά εργαλεία.

Στο ίδιο πλαίσιο έθεσε και το ζήτημα της εγχώριας προστιθέμενης αξίας, σημειώνοντας ότι το 25% της συμμετοχής της ελληνικής βιομηχανίας στα εξοπλιστικά προγράμματα θα πρέπει να συνοδεύεται από σαφείς κανόνες και μετρήσιμα κριτήρια. Ειδικά στην περίπτωση της “Ασπίδας του Αχιλλέα”, όπως ανέφερε, η συζήτηση δεν θα πρέπει να περιοριστεί μόνο στο ποσοστό της ελληνικής συμμετοχής, αλλά στο τι τεχνογνωσία και παραγωγική ικανότητα θα έχει απομείνει στη χώρα μετά την ολοκλήρωση του προγράμματος.

Υποδομές και χρηματοδότηση

Ο Δημήτρης Σκαλαίος της Ένωσης Ελληνικών Εταιρειών Αεροδιαστημικής, Ασφάλειας & Άμυνας (ΕΕΛΕΑΑ), τόνισε, με τη σειρά του, ότι αυτό που ζητά η βιομηχανία από το EDIP είναι βιομηχανοποίηση, μαζική παραγωγή και παραγγελίες. Για τις επιχειρήσεις, σύμφωνα με τον ίδιο, ιδιαίτερη σημασία έχουν η πρόσβαση σε χρηματοδότηση και δάνεια, αλλά και η ύπαρξη μακροπρόθεσμων συμβάσεων με τον πελάτη.

Στην εξίσωση αυτή εντάσσεται και ο ρόλος του Ελληνικού Κέντρου Αμυντικής Καινοτομίας (ΕΛΚΑΚ), το οποίο επιχειρεί να λειτουργήσει ως σύνδεσμος ανάμεσα στις ανάγκες των Ενόπλων Δυνάμεων και την αγορά. Από την πλευρά της βιομηχανίας, ζητούμενο είναι η διαδικασία αυτή να οδηγεί τελικά και στην πρώτη παραγγελία, ώστε οι τεχνολογίες που αναπτύσσονται να αποκτούν πραγματικό πεδίο εφαρμογής.

Κρίσιμο, ωστόσο, παραμένει το κατά πόσο η έρευνα καταλήγει σε αξιοποιήσιμο προϊόν. Δεν οδηγούν όλα τα ερευνητικά προγράμματα σε παραγωγή, γι’ αυτό και, σύμφωνα με τον ίδιο, τα προϊόντα που αναπτύσσονται θα πρέπει να ανταποκρίνονται σε πραγματικές ανάγκες του πελάτη, με συνεχή επικοινωνία με τις Ένοπλες Δυνάμεις.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η ανάγκη για μεγαλύτερη συμμετοχή των ελληνικών επιχειρήσεων σε δοκιμές πεδίου, ώστε οι λύσεις να αξιολογούνται σε πραγματικές επιχειρησιακές συνθήκες. Παράλληλα, όπως τόνισε, η ελληνική αμυντική βιομηχανία μπορεί να αναζητήσει ευκαιρίες και σε μεγάλες αγορές της Μέσης Ανατολής.

Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Πάνος Ξενοκώστας, πρόεδρος της Ένωσης Ελληνικών Ναυπηγείων (ΕΕΝ), υπογράμμισε ότι η επιτυχία ενός αμυντικού ερευνητικού προγράμματος δεν μπορεί να κρίνεται μόνο από την ανάπτυξη μιας τεχνολογίας, αλλά από το αν αυτή καταλήγει σε πραγματικό προϊόν και παραγγελία. Με αυτή τη λογική, σημείωσε ότι τα αμυντικά προγράμματα έρευνας δεν θα πρέπει να σχεδιάζονται αποκομμένα από την προοπτική προμήθειας του προϊόντος. Όποιος χρηματοδοτεί την έρευνα θα πρέπει, υπό συγκεκριμένους όρους, να συνδέει τη χρηματοδότηση με δέσμευση για την αγορά του προϊόντος.

Ο ρόλος των SMEs

Παράλληλα, ο κ. Σκαλαίος ανέδειξε τον χώρο που υπάρχει για τις μικρότερες και εξειδικευμένες επιχειρήσεις στην αμυντική εφοδιαστική αλυσίδα. Η αμυντική βιομηχανία, όπως σημείωσε, δεν περιορίζεται στα μεγάλα ολοκληρωμένα συστήματα, αλλά περιλαμβάνει ένα ευρύ οικοσύστημα εταιρειών που μπορούν να ενταχθούν στις αλυσίδες προμηθευτών μεγαλύτερων ομίλων, από εξαρτήματα και υποσυστήματα έως εξειδικευμένες τεχνολογίες.

15ετές πρόγραμμα ναυπηγήσεων στην Ελλάδα

Ο κ. Ξενοκώστας έθεσε, παράλληλα, στο τραπέζι την ανάγκη για ένα νέο, μακροπρόθεσμο πρόγραμμα ναυπήγησης αμυντικών πλοίων στην Ελλάδα, αλλά και δεσμευτικό εθνικό σχέδιο με 70% ελληνική προστιθέμενη αξία.

Όπως υποστήριξε, η χώρα δεν χρειάζεται να ανακαλύψει εκ νέου τη ναυπηγική της παράδοση, αλλά να λάβει τις αποφάσεις που θα επιτρέψουν στα ελληνικά ναυπηγεία να αποκτήσουν σταθερό ορίζοντα. Στο πλαίσιο αυτό, πρότεινε την άμεση θεσμοθέτηση ενός 15ετούς προγράμματος αμυντικής ναυπηγικής, με έμφαση στην εγχώρια παραγωγή. Ο ίδιος εκτίμησε ότι σημαντικό μέρος της ναυπηγικής δραστηριότητας μπορεί να πραγματοποιείται στην Ελλάδα, υποστηρίζοντας ότι ένα ποσοστό της τάξεως του 70% είναι εφικτό.

Στην ίδια λογική, έθεσε ζήτημα ταχύτητας στη λήψη αποφάσεων και χρηματοδότησης των αναγκαίων υποδομών. Όπως τόνισε, το ευρωπαϊκό πρόγραμμα SAFE παραβλέπει την παράμετρο της ταχύτητας και εστιάζει κυρίως στην αγορά. Δεν έχει δοθεί επαρκής έμφαση στη χρηματοδότηση των υποδομών, ενώ τόνισε ότι ζητούμενο είναι η επίσπευση των θεσμικών θωρακίσεων.

Επίσης, προειδοποίησε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να παρακολουθεί την κατανομή των αμυντικών προγραμμάτων, ώστε οι πόροι να μη συγκεντρώνονται σε δύο ή τρεις μεγάλους ομίλους.

Συνεργασία Ελλάδας-Κύπρου και 120 B2B συναντήσεις

Στο επίκεντρο της ημερίδας βρέθηκε και η ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου, με το πρακτικό σκέλος να αποτυπώνεται στις 120 οργανωμένες B2B συναντήσεις μεταξύ ελληνικών και κυπριακών επιχειρήσεων και οργανισμών.

Το γεγονός ότι Ελλάδα και Κύπρος διαθέτουν ίδια συστήματα, όπως επισημάνθηκε από τους εκπροσώπους αμυντικής βιομηχανίας Ελλάδας και Κύπρου, δημιουργεί τη βάση για να εξεταστούν από τους επιχειρησιακούς φορείς των δύο χωρών κοινές ανάγκες, κοινές λύσεις και ενδεχομένως κοινά συστήματα, με στόχο η συνεργασία να περάσει από το επίπεδο της ανταλλαγής τεχνογνωσίας σε πιο συγκεκριμένα projects.

Στο ίδιο πλαίσιο, ο κ. Σκαλαίος στάθηκε στη δυνατότητα μεγαλύτερης συμπληρωματικότητας μεταξύ των δύο οικοσυστημάτων. Όπως υπογράμμισε, από τη στιγμή που Ελλάδα και Κύπρος διαθέτουν κοινά συστήματα και τεχνολογικές δυνατότητες, ελληνικές και κυπριακές επιχειρήσεις θα μπορούσαν να συνδυάζουν λύσεις και να διαμορφώνουν κοινές προτάσεις για τις διεθνείς αγορές.

Από την πλευρά του, ο δρ. Αναστάσιος Κουνούδης, αντιπρόεδρος Πολιτικής, Θεσμικών Υποθέσεων και Δημοσίων Σχέσεων του Cyprus Defence and Space Industry Cluster (CyDSIC), σημείωσε ότι έχει σημειωθεί πρόοδος στη συνεργασία των δύο οικοσυστημάτων, αλλά υπάρχει περιθώριο για πιο ενεργό ρόλο. Όπως ανέφερε, μέχρι σήμερα οι δύο πλευρές σε αρκετές περιπτώσεις παρακολουθούν τις ευρωπαϊκές εξελίξεις αντί να τις διαμορφώνουν ενεργά.

Ένα από τα βασικά ζητήματα που ανέδειξε ο ίδιος αφορά και τον χρόνο που απαιτείται για να περάσει μια νέα τεχνολογία από την ανάπτυξη στην επιχειρησιακή αξιοποίηση. Οι μεγάλοι κύκλοι προμηθειών δημιουργούν τον κίνδυνο μια τεχνολογία να έχει ήδη αλλάξει ή ξεπεραστεί μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία ένταξής της σε ένα επιχειρησιακό σύστημα. Αυτό δημιουργεί ένα κοινό ζητούμενο για Ελλάδα και Κύπρο: ταχύτερους μηχανισμούς, σαφέστερο θεσμικό πλαίσιο και καλύτερη σύνδεση μεταξύ βιομηχανίας, έρευνας και τελικού χρήστη.

Η συνεργασία μπορεί να αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία και σε επίπεδο προϊόντων και τεχνολογιών. Η κυπριακή αμυντική βιομηχανία, όπως επισημάνθηκε από τον κ. Ροζολή, έχει εξελιχθεί τα τελευταία χρόνια από ένα οικοσύστημα με μεγαλύτερη έμφαση στις εταιρείες λογισμικού σε ένα οικοσύστημα που παρουσιάζει πλέον και προϊόντα υψηλής τεχνολογίας.

Το ζητούμενο, επομένως, είναι να εντοπιστούν οι συμπληρωματικότητες και να μετατραπούν σε κοινές προτάσεις και προϊόντα που μπορούν να απευθυνθούν όχι μόνο στην ελληνική και κυπριακή αγορά, αλλά και σε τρίτες αγορές.

Popular Articles