Τι εξελίξεις καταγράφονται στη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης;
STORIES
29 Αυγούστου 2026, 10:24 — του ΤΑΚΗ ΤΡΑΚΟΥΣΕΛΛΗ
Η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης αναπτύχθηκε ταχύτερα από ό,τι αρχικά υπολογιζόταν, με τις εξαγωγές να προσφέρουν εκ νέου σημαντική ώθηση. Πίσω από τους θετικούς δείκτες, ωστόσο, η γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία συνεχίζει να χάνει παραγωγή, παραγγελίες και θέσεις εργασίας, γεγονός που την υποχρεώνει να επαναπροσδιορίσει συνολικά τη στρατηγική της.
Η γερμανική οικονομία φαίνεται να ανακάμπτει έπειτα από μια μακρά περίοδο στασιμότητας, υψηλού ενεργειακού κόστους και έντονων πιέσεων στη βιομηχανία. Η ανάκαμψη, όμως, δεν έχει ακόμη επηρεάσει άμεσα τον σημαντικότερο παραγωγικό κλάδο της χώρας, την αυτοκινητοβιομηχανία. Και χωρίς αυτήν, η ανάκαμψη κινδυνεύει να αποδειχθεί μια φούσκα.
–
Σύμφωνα με τα αναθεωρημένα στοιχεία της Ομοσπονδιακής Στατιστικής Υπηρεσίας, το γερμανικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 0,3% το δεύτερο τρίμηνο του 2026 σε σχέση με το αμέσως προηγούμενο τρίμηνο. Η αρχική εκτίμηση προέβλεπε ανάπτυξη 0,2%, ενώ σε ετήσια βάση η οικονομία ενισχύθηκε κατά 1%.
Η επίδοση παραμένει χαμηλή για τα δεδομένα της Γερμανίας, είναι όμως καλύτερη από τις προβλέψεις των οικονομολόγων. Κυρίως, δείχνει ότι η οικονομία αντέχει περισσότερο από ό,τι είχε αρχικά εκτιμηθεί απέναντι στην ενεργειακή αβεβαιότητα, τον ανταγωνισμό από την Κίνα και τις νέες εμπορικές εντάσεις.
Η σημαντικότερη ώθηση προήλθε από τις εξαγωγές, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 2% σε τριμηνιαία βάση. Οι εισαγωγές ενισχύθηκαν κατά 1,5%, ενώ η κατανάλωση των νοικοκυριών και του Δημοσίου αυξήθηκε μόλις κατά 0,1%. Την ίδια στιγμή, οι επενδύσεις σε μηχανήματα και εξοπλισμό μειώθηκαν κατά 1,4%, στοιχείο που δείχνει ότι οι επιχειρήσεις εξακολουθούν να κινούνται με προσοχή.
Καλύτερη ήταν η εικόνα στη μεταποίηση, όπου η δραστηριότητα αυξήθηκε κατά 0,9%, κυρίως χάρη στα χημικά προϊόντα και τον ηλεκτρολογικό εξοπλισμό. Αντίθετα, οι κατασκευές παρέμειναν σχεδόν στάσιμες, ενώ οι χρηματοοικονομικές και ασφαλιστικές υπηρεσίες υποχώρησαν.
Θετικό μήνυμα έστειλε και ο δείκτης επιχειρηματικού κλίματος του Ινστιτούτου Ifo, ο οποίος ανήλθε τον Αύγουστο στις 88,8 μονάδες, από 86,7 τον Ιούλιο. Οι γερμανικές επιχειρήσεις εμφανίζονται περισσότερο ικανοποιημένες από την τρέχουσα κατάσταση και λιγότερο απαισιόδοξες για τους επόμενους μήνες. Στη μεταποίηση, ωστόσο, η δυσαρέσκεια για την έλλειψη νέων παραγγελιών εξακολουθεί να είναι έντονη.
Η οικονομία ανακάμπτει, αλλά τα αυτοκίνητα παραμένουν πίσω
Η ανάκαμψη των εξαγωγών έχει ζωτική σημασία για τη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία. Τα αυτοκίνητα και τα εξαρτήματά τους παραμένουν το σημαντικότερο εξαγώγιμο προϊόν της χώρας, με αξία 254 δισ. ευρώ το 2025 και μερίδιο 16,3% στο σύνολο των γερμανικών εξαγωγών.
Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, οι συνολικές γερμανικές εξαγωγές ανήλθαν σε 817,8 δισ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση 3,9%. Οι εισαγωγές διαμορφώθηκαν στα 712,1 δισ. ευρώ, ενώ το εμπορικό πλεόνασμα περιορίστηκε ελαφρά στα 105,7 δισ. ευρώ. Η Κίνα παρέμεινε ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Γερμανίας, με τις ΗΠΑ να ακολουθούν σε μικρή απόσταση.
Η εικόνα των ίδιων των αυτοκινητοβιομηχανιών, όμως, είναι σαφώς δυσκολότερη. Στους πρώτους επτά μήνες του 2026 κατασκευάστηκαν στα γερμανικά εργοστάσια περίπου 2,43 εκατομμύρια επιβατικά αυτοκίνητα, αριθμός μειωμένος κατά 3% σε σύγκριση με το 2025 και κατά 15% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο του 2019.
Μόνο τον Ιούλιο, η παραγωγή υποχώρησε κατά 6%, στις 322.700 μονάδες. Μέρος της πτώσης αποδόθηκε στην πολυήμερη διακοπή λειτουργίας εργοστασίου, προκειμένου να προσαρμοστεί στην παραγωγή ηλεκτρικών αυτοκινήτων. Δεν πρόκειται, όμως, αποκλειστικά για ένα προσωρινό τεχνικό ζήτημα.
Οι εξαγωγές γερμανικών αυτοκινήτων έφτασαν τον Ιούλιο τις 260.000 μονάδες, μειωμένες κατά 4%. Από την αρχή του έτους εξήχθησαν συνολικά 1,852 εκατομμύρια αυτοκίνητα, επίσης 4% λιγότερα από το αντίστοιχο διάστημα του 2025.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εικόνα των νέων παραγγελιών. Τον Ιούλιο, οι παραγγελίες από το εξωτερικό μειώθηκαν κατά 15%, οι εγχώριες κατά 4% και το σύνολό τους κατά 13%. Το θετικό στοιχείο είναι ότι το ανεκτέλεστο υπόλοιπο παραγγελιών στη γερμανική αγορά βρίσκεται 10% υψηλότερα από πέρυσι και μπορεί να στηρίξει την παραγωγή μετά τη θερινή περίοδο.
Οι αριθμοί δείχνουν ότι η γενικότερη αύξηση των γερμανικών εξαγωγών προέρχεται και από άλλους κλάδους και δεν έχει ακόμη μεταφραστεί σε ουσιαστική ανάκαμψη για τα εργοστάσια των Volkswagen, BMW, Mercedes-Benz, Audi και Porsche, καθώς και για τις εκατοντάδες εταιρείες που τις προμηθεύουν.
Ιδιαίτερα έντονη είναι η πίεση από την Κίνα. Από τον Ιανουάριο έως τον Μάιο του 2026, η αξία των γερμανικών εξαγωγών αυτοκινήτων και εξαρτημάτων προς την κινεζική αγορά περιορίστηκε στα 4,7 δισ. ευρώ, σημειώνοντας πτώση 26,1%. Είχε προηγηθεί μείωση 33% στο σύνολο του 2025.
Οι γερμανικές μάρκες δεν αντιμετωπίζουν πλέον τις κινεζικές εταιρείες μόνο ως ανταγωνιστές στις εξαγωγές. Διαπιστώνουν ότι κερδίζουν μερίδια και στην Ευρώπη, προσφέροντας φθηνότερα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, ισχυρή τεχνογνωσία στις μπαταρίες και ταχύτερους κύκλους εξέλιξης νέων μοντέλων.
Παράλληλα, οι εξαγωγές γερμανικών αυτοκινήτων και εξαρτημάτων προς τις ΗΠΑ μειώθηκαν κατά 17,8% το 2025, στα 28,5 δισ. ευρώ. Οι δασμοί και η ευρύτερη εμπορική αβεβαιότητα εντείνουν την πίεση σε μια αγορά ιδιαίτερα σημαντική για τα ακριβότερα και πιο κερδοφόρα γερμανικά μοντέλα.
Τα ηλεκτρικά αυξάνονται, αλλά δεν επαρκούν
Το πιο δυναμικό τμήμα της γερμανικής αγοράς είναι η ηλεκτροκίνηση. Στους πρώτους επτά μήνες του 2026 ταξινομήθηκαν περίπου 641.000 ηλεκτροκίνητα αυτοκίνητα, αριθμός αυξημένος κατά 38%.
Οι ταξινομήσεις αμιγώς ηλεκτρικών μοντέλων έφτασαν τις 446.600 μονάδες, σημειώνοντας εντυπωσιακή άνοδο 50%. Τα plug-in hybrid αυξήθηκαν κατά 17%, στις 194.400 μονάδες. Μόνο τον Ιούλιο, τα ηλεκτροκίνητα αυτοκίνητα απέκτησαν μερίδιο 41% στη γερμανική αγορά.
Η εξέλιξη αυτή είναι θετική για τους Γερμανούς κατασκευαστές, οι οποίοι έχουν επενδύσει δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ σε νέες πλατφόρμες, εργοστάσια μπαταριών και λογισμικό. Η αύξηση των πωλήσεων ηλεκτρικών αυτοκινήτων, ωστόσο, δεν αρκεί από μόνη της για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα ανταγωνιστικότητας.
Η παραγωγή στη Γερμανία εξακολουθεί να είναι ακριβή. Το ενεργειακό και εργασιακό κόστος παραμένουν υψηλά, ενώ η φορολογία και η γραφειοκρατία επιβαρύνουν τις επιχειρήσεις. Παράλληλα, η μετάβαση στο ηλεκτρικό αυτοκίνητο απαιτεί τεράστια κεφάλαια, χωρίς να διασφαλίζει τα περιθώρια κέρδους που προσέφεραν επί δεκαετίες τα μοντέλα με κινητήρες εσωτερικής καύσης.
Οι συνέπειες είναι ήδη εμφανείς στην απασχόληση. Σύμφωνα με μελέτη που παρουσίασε η Ένωση Γερμανικής Αυτοκινητοβιομηχανίας, περίπου 100.000 θέσεις εργασίας έχουν χαθεί στον κλάδο από το 2019. Εφόσον δεν μεταβληθούν οι σημερινές συνθήκες, ο κλαδικός φορέας εκτιμά ότι μπορεί να χαθούν ακόμη 125.000 θέσεις έως το 2035. Πρόκειται για εκτίμηση της ίδιας της αυτοκινητοβιομηχανίας και όχι για επίσημη κυβερνητική πρόβλεψη.
Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο τις μεγάλες μάρκες. Κάθε μείωση της παραγωγής επηρεάζει ένα εκτεταμένο δίκτυο προμηθευτών μετάλλου, ηλεκτρονικών, ελαστικών, λογισμικού, μεταφορών και εμπορικών υπηρεσιών σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Οι εξελίξεις έχουν σημασία και για την Ελλάδα. Οι γερμανικές μάρκες κατέχουν ισχυρή θέση στην ελληνική αγορά, ενώ οποιαδήποτε αύξηση του κόστους, περιορισμός της παραγωγής ή αλλαγή στην εμπορική πολιτική τους μπορεί να επηρεάσει τις τιμές, τις εκπτώσεις, τους χρόνους παράδοσης και την προσφορά νέων μοντέλων.
Η γερμανική κυβέρνηση προβλέπει πλέον ανάπτυξη μόλις 0,5% για το σύνολο του 2026, έχοντας μειώσει στο μισό την προηγούμενη εκτίμησή της. Ως εκ τούτου, η βελτίωση του δεύτερου τριμήνου αποτελεί θετικό σημάδι, αλλά όχι ακόμη οριστική έξοδο από την κρίση.
Η γερμανική οικονομία φαίνεται να ξαναπαίρνει μπροστά. Ο ιστορικά ισχυρότερος βιομηχανικός της κινητήρας, όμως, εξακολουθεί να λειτουργεί σε χαμηλότερες στροφές. Όσο η αυτοκινητοβιομηχανία δεν ανακτά την παραγωγή, τις εξαγωγές και τις παραγγελίες της, η ανάκαμψη της Γερμανίας θα παραμένει εύθραυστη.
Ακολουθήστε το newsauto.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

