
Στις αρχές Μαρτίου στη Βάδη-Βυρτεμβέργη κατέγραψαν το χειρότερο αποτέλεσμα της ιστορίας τους και κατάφεραν με το 5,5% να εισέλθουν στο τοπικό κοινοβούλιο ασθμαίνοντας. Στα τέλη του ίδιου μήνα βρέθηκαν πολύ πίσω από τους Χριστιανοδημοκράτες και απέτυχαν να διατηρήσουν την πρωθυπουργία στο κρατίδιο της Ρηνανίας-Παλατινάτου, όπου κυβερνούσαν επί 35 ολόκληρα χρόνια. Στις εθνικές δημοσκοπήσεις μοιάζουν να μην μπορούν να ξεκολλήσουν με τίποτα από ποσοστά γύρω στο 15%, μονίμως πίσω από την Χριστιανοδημοκρατία και την ακροδεξιά AfD.
Ο συναγερμός μοιάζει να βρίσκεται σε διαρκή λειτουργία στο κτήριο Βίλλυ Μπραντ στα κεντρικά γραφεία του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Γερμανίας (SPD), αλλά η ηγεσία του μοιάζει να μην τον ακούει. Ίσως γιατί τα κορυφαία στελέχη του δείχνουν συχνά περισσότερο απασχολημένα με τα υπουργικά τους καθήκοντα, αγνοώντας τις εκκλήσεις της βάσης που εκφράζει αγωνία για ένα κόμμα που μοιάζει “χωρίς ιδιότητες”.
Ένα κόμμα θύμα της κυβέρνησης
Οι δύο συμπρόεδροι δείχνουν να ελπίζουν ότι κάποια στιγμή το κυβερνητικό τους έργο θα έχει αντίκρυσμα και στα ποσοστά του κόμματος. Ο αντικαγκελάριος Λαρς Κλίνγκμπαϊλ προσπαθεί να αποδείξει ότι είναι άξιος συνεχιστής της λελογισμένης πολιτικής στο υπουργείο Οικονομικών, στο δρόμο του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε όχι τόσο σε επίπεδο αριθμών, αφού οι πολεμικές ανάγκες επιτρέπουν παρεκκλίσεις από το περίφημο χρεόφρενο, αλλά τουλάχιστον στο πνεύμα του.
Και η υπουργός Εργασίας, Μπέρμπελ Μπας, προσπαθεί να πείσει την κομματική βάση ότι δεν εννοεί όσα κατά καιρούς λέει ο Χριστιανοδημοκράτης καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, όταν αμφισβητεί την εργασιακή ηθική των Γερμανών και εξαπολύει επιθέσεις εναντίον παραδόσεων του κοινωνικού κράτους. Όσο για τον Μπόρις Πιστόριους, τον υπουργό Άμυνας η υψηλή του δημοφιλία, τουλάχιστον με βάση τις δημοσκοπήσεις, δεν έχει κανένα αντίκρυσμα για το κόμμα του. Ίσως γιατί ακούγεται περισσότερο ως φωνή του συντηρητικού χώρου, παρά ως εκπρόσωπος των “ιστορικών” φιλειρηνικών παραδόσεων της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας.
Η πάντα ατίθαση νεολαία
Λογικό να αμφισβητούν λοιπόν κάποιοι την ηγεσία, όπως ακριβώς αμφισβητούσαν πριν από ενάμιση χρόνο και το “στεγνό στυλ” του Όλαφ Σολτς, που έφερε την ήττα στις εκλογές του 2025. Αλλά όπως αποδεικνύεται τώρα το πρόβλημα δεν ήταν μόνο ο Σολτς. Η λογική του κυβερνητισμού δεν αφήνει πολλά περιθώρια για αριστερά συνθήματα και ιδέες.
Βεβαίως ο αρχηγός της κομματικής νεολαίας Φίλιπ Τούρμερ έθεσε και τώρα θέμα ηγεσίας μετά τα δύο απανωτά εκλογικά στραπάτσα. Κατά τη γνώμη του ο διπλός ρόλος των υπουργών-συμπροέδρων αποδεικνύεται ότι δεν λειτουργεί, γιατί τελικά οδηγεί σε μια καταστροφική σιωπή για την κατεύθυνση του κόμματος.
“Με αυτή την πορεία οδηγούμαστε στο γκρεμό” είπε ο Τούρμερ σε μια δραματικών τόνων συνέντευξη στο περιοδικό Der Spiegel. Αλλά ανάλογες προβλέψεις είχαν ακουστεί και στο παρελθόν από εκπροσώπους της νεολαίας, που στο μεταξύ… μεγάλωσαν. Κάποιοι εγκατέλειψαν πλήρως την πολιτική.
Εκκωφαντικές σιωπές
Προφανώς κι ο Τούρμερ έχει δίκιο ως ένα βαθμό. Η σιωπή των σοσιαλδημοκρατών εντός κυβέρνησης είναι εκκωφαντική, όταν ο Μερτς εκφράζει ακραίες θέσεις για το μεταναστευτικό, για την εικόνα του “αστικού τοπίου” ή για την εγκληματικότητα των μεταναστών. Όταν προσπαθεί να παρουσιάσει ως συνταγή για την ανάκαμψη της Γερμανίας να δουλέψουν όλοι περισσότερο. Κάποια μισόλογα της Μπας για τα εργασιακά δεν αρκούν για να θυμίσουν στον Γερμανό ψηφοφόρο ότι στην κυβέρνηση βρίσκεται ένα κόμμα που υποτίθεται ότι είναι η φωνή των μεσαίων εργαζόμενων στρωμάτων στη χώρα.
Αλλά το πρόβλημα δεν είναι απλώς η σιωπή των προσώπων. Το SPD μοιάζει να μην έχει έτσι κι αλλιώς τι να πει. Για αυτόν τον λόγο δείχνει όλο και περισσότερο ως το μικρό αδερφάκι ενός ασυγκράτητου καγκελάριου και τρέχει από πίσω του λαχανιασμένο για να μην χάσει εντελώς την επαφή μαζί του. Κανείς για παράδειγμα δεν θα μπορούσε να φανταστεί τον Κλίνγκμπαϊλ να εκφράζει θέσεις σαν εκείνες του “συντρόφου” Σάντσεθ στην Ισπανία. Να αντιμιλά ανοικτά στον Τραμπ, να καταδικάζει του πολέμους, να προτεραιοποιεί τις κοινωνικές απέναντι στις αμυντικές δαπάνες, να νομιμοποιεί εκατοντάδες χιλιάδες μετανάστες.
Συμβουλές εκ δεξιών
Αυτό θα ήταν αδιανόητο για ένα κόμμα που συγκυβερνά σήμερα όχι μόνο με τον Μερτς, αλλά και με τους ακόμα πιο συντηρητικούς Βαυαρούς Χριστιανοκοινωνιστές του Μάρκους Ζέντερ. Ο τελευταίος ανήσυχος από τους διαρκείς κλονισμούς των κυβερνητικών εταίρων του προειδοποίησε ότι παρά το δραματικό χαρακτήρα της κατάστασής τους θα πρέπει να “μην βγάλουν το λάθος συμπέρασμα και αποφασίσουν να στραφούν αριστερότερα”.
Πράγματι Μπας και Πιστόριους έδειξαν να συμφωνούν μαζί του. Απέρριψαν την κριτική της νεολαίας, ισχυρίστηκαν ότι τα θέματα της ηγεσίας συζητήθηκαν ανοικτά μετά τις εκλογικές ήττες και ήταν κοινή η αντίληψη ότι αυτή τη στιγμή δεν έχει νόημα να ανοίξει μια τέτοια συζήτηση. “Ο κόσμος δεν περιμένει από εμάς να αρχίσουμε να τρώμε τις σάρκες μας” είπε χαρακτηριστικά η Μπας απορρίπτοντας μια τέτοια συζήτηση περί προσώπων σε μια κρίσιμη στιγμή για τη χώρα.
Ποιους δεν μπορούν να πείσουν
Η συζήτηση όμως που δεν μπορούν να αποφύγουν αφορά την πρότασή τους προς τους Γερμανούς πολίτες σε μια περίοδο που όλοι, λίγο έως πολύ καταλαβαίνουν ότι το γερασμένο μοντέλο “made in Germany” είναι πλέον ξεπερασμένο. Όπως επεσήμανε σε σχόλιο του προ ημερών ο ιστότοτοπος ntv.de μόλις το 4% των Γερμανών θεωρεί ότι το SPD διαθέτει ένα ρεαλιστικό σχέδιο εξόδου της χώρας από τη σημερινή της κρίση.
Απέναντι στο μοντέλο των συχνά σκληρών νεφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων της Χριστιανοδημοκρατίας, που ακούγονται ελκυστικές για όσους θεωρούν ότι μπορούν να επιβιώσουν και χωρίς την βοήθεια του κράτους και στο αναχρονιστικό μοντέλο της Ακροδεξιάς που προσπαθεί να πείσει ότι το κράτος θα μπορεί να συνεχίζει να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις του αν σταματήσει να ασχολείται με τους “ξένους” είτε αυτοί είναι οι μετανάστες είτε η γραφειοκρατία των Βρυξελλών το SPD μοιάζει να βολοδέρνει χωρίς πυξίδα, προσπαθώντας να προτείνει κάποιες μεσοβέζικες, αλλά ακαθόριστες λύσεις. Κάποιες προτάσεις για φορολόγηση του μεγάλου πλούτου ακούγονται απλώς σαν ανόρεχτα άλλοθι, βγαλμένα από συσκέψεις αμηχανίας.
Το SPD πράγματι δεν έχει ούτε λαμπερά πρόσωπα, ούτε ένα δουλεμένο επικοινωνιακό αφήγημα σαν εκείνο των αντιπάλων του που θα μπορούσαν ως ένα βαθμό να αντισταθμίσουν το κενό που υπάρχει στον ίδιο του τον πυρήνα. Το πιο πιθανό είναι ωστόσο ότι θα επιμένει να αναβάλλει τη συζήτηση για την ίδια του την ταυτότητα με την πρόφαση της κρισιμότητας των εξελίξεων που θα συνεχίζουν να τρέχουν ενάντια στην θέλησή του και να βαδίζει από ήττα σε ήττα χάνοντας προς όλες τις κατευθύνσεις. Αλλά αυτή είναι και η μοίρα ενός πολυσυλλεκτικού κόμματος, που είχε μετατρέψει αυτή την πολυσυλλεκτικότητα από εργαλείο νίκης σε αυτοσκοπό.
Πηγή: Deutsche Welle

