Του Χάρη Φλουδόπουλου
Το δικαστικό μπλόκο που προέκυψε από την απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών για τα δύο πιλοτικά υπεράκτια αιολικά πάρκα στη θαλάσσια περιοχή της Αλεξανδρούπολης προκάλεσε εύλογη ανησυχία στην αγορά. Ωστόσο, παρά τον θόρυβο που δημιουργήθηκε, πηγές της αγοράς εκτιμούν ότι στην παρούσα φάση η εξέλιξη δεν ανατρέπει τον συνολικό σχεδιασμό για τα πρώτα ελληνικά offshore αιολικά. Όπως επισημαίνουν πηγές του κλάδου, η υπόθεση αφορά την άδεια παραγωγής, η οποία αποτελεί το μοναδικό στάδιο αδειοδότησης που εξετάζεται από το Διοικητικό Εφετείο και στη συνέχεια οδηγείται στο Συμβούλιο της Επικρατείας, ενώ τα έργα δεν βρίσκονται σήμερα σε κρίσιμο σημείο περιβαλλοντικής αδειοδότησης ή κατασκευαστικής ωρίμανσης. Για τον λόγο αυτό θεωρείται πιθανό ότι η δικαστική εξέλιξη θα οδηγήσει κυρίως σε χρονική καθυστέρηση και όχι σε οριστική ματαίωση των επενδύσεων. Παράλληλα, οι ίδιες πηγές υπογραμμίζουν ότι οι επενδυτές συνεχίζουν κανονικά τις προκαταρκτικές εργασίες, όπως οι ανεμολογικές και βυθομετρικές μετρήσεις, ενώ έχουν ήδη δημιουργηθεί εξειδικευμένες ομάδες που ασχολούνται αποκλειστικά με την ανάπτυξη των offshore έργων. Κατά την ίδια εκτίμηση, το πραγματικό στοίχημα για την εξέλιξη των πιλοτικών δεν βρίσκεται πλέον στις δικαστικές αίθουσες, αλλά στη διαμόρφωση ενός βιώσιμου πλαισίου οικονομικής στήριξης, χωρίς το οποίο καμία επένδυση δεν μπορεί να προχωρήσει.
Το δικαστικό μπλόκο
Η αφορμή για τη νέα συζήτηση δόθηκε από την απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, το οποίο, σύμφωνα με πληροφορίες, έκανε δεκτή την προσφυγή του Δήμου Σαμοθράκης κατά της άδειας παραγωγής των δύο πιλοτικών υπεράκτιων αιολικών πάρκων. Τα έργα αφορούν συνολική ισχύ περίπου 600 MW, με το ένα να αναπτύσσεται από τη ΔΕΗ και το δεύτερο από την κοινοπραξία ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή – Motor Oil. Οι επενδυτές επιφυλάσσονται να εξαντλήσουν κάθε νόμιμο μέσο, γεγονός που σημαίνει ότι η υπόθεση αναμένεται να συνεχιστεί ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Κυβερνητικές αλλά και επιχειρηματικές πηγές αναγνωρίζουν ότι πρόκειται για μια αρνητική εξέλιξη, καθώς μεταθέτει χρονικά την ωρίμανση των έργων και δημιουργεί αβεβαιότητα για το χρονοδιάγραμμα. Παρ’ όλα αυτά, δεν θεωρούν ότι η απόφαση συνεπάγεται αυτόματα την οριστική εγκατάλειψη του σχεδίου, καθώς η δικαστική διαδικασία δεν έχει ολοκληρωθεί. Σημειώνεται επίσης ότι έχει ήδη δεσμευθεί ο απαραίτητος ηλεκτρικός χώρος για τη σύνδεση των έργων, στοιχείο που καταδεικνύει ότι ο σχεδιασμός της Πολιτείας για την ανάπτυξη των πρώτων offshore παραμένει ενεργός, παρά τις πρόσκαιρες εμπλοκές.
Σημειώνεται ότι τα δύο έργα, αν και αδειοδοτήθηκαν πρωθύστερα χρονικά της κατάρτισης του Εθνικού Προγράμματος Ανάπτυξης Υπεράκτιων Αιολικών, ενσωματώθηκαν σε αυτό με τη λογική να αποτελέσουν τον προθάλαμο για την προετοιμασία και την ανάπτυξη της οικείας εφοδιαστικής αλυσίδας για τα μεγαλύτερα μεγέθη των 1,3 GW πλωτών υπεράκτιων αιολικών πάρκων, που προβλέπει ο εθνικός σχεδιασμός με ορίζοντα μέχρι το 2032.
Το κρίσιμο στοίχημα της Κομισιόν
Αν πάντως υπάρχει ένα ζήτημα που συγκεντρώνει σήμερα την προσοχή της αγοράς, αυτό δεν είναι η δικαστική διαμάχη αλλά το καθεστώς στήριξης των επενδύσεων. Παράγοντες του κλάδου θεωρούν ότι η πραγματική προϋπόθεση για να περάσουν τα πιλοτικά έργα από τη φάση των μελετών στη φάση της υλοποίησης είναι η έγκριση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενός μηχανισμού κρατικής ενίσχυσης (state aid), ο οποίος θα επιτρέπει την αποζημίωση της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας με διοικητικά καθοριζόμενη τιμή. Πρόκειται για ένα θέμα που παραμένει ανοιχτό, καθώς το ελληνικό θεσμικό πλαίσιο προβλέπει ότι τα πιλοτικά έργα μπορούν είτε να λάβουν σχετική έγκριση από την Κομισιόν είτε να ενταχθούν σε διαφορετικό μηχανισμό ανταγωνιστικής διαδικασίας. Μέχρι στιγμής, ωστόσο, δεν έχει υποβληθεί το σχετικό αίτημα προς τις ευρωπαϊκές αρχές, γεγονός που αποτελεί, σύμφωνα με στελέχη της αγοράς, το μεγαλύτερο “bottleneck” για την πρόοδο των επενδύσεων. Ακόμη και πριν από τη δικαστική απόφαση, οι συζητήσεις επικεντρώνονταν κυρίως στο πώς θα διαμορφωθεί το μοντέλο αποζημίωσης και αν θα εξασφαλιστεί επαρκής επενδυτική στήριξη, ενδεχομένως μέσω του Ταμείου Απανθρακοποίησης Νησιών ή άλλων ευρωπαϊκών πόρων. Χωρίς σαφές οικονομικό πλαίσιο, επισημαίνουν οι ίδιες πηγές, οι επενδυτικές αποφάσεις δύσκολα μπορούν να ληφθούν, ανεξάρτητα από την πορεία των δικαστικών διαδικασιών. Με άλλα λόγια, το δικαστικό μέτωπο μπορεί να επιβραδύνει τα έργα, όμως η έγκριση του σχήματος κρατικής ενίσχυσης είναι εκείνη που θα καθορίσει εάν και πότε τα πρώτα ελληνικά offshore αιολικά θα περάσουν από τον σχεδιασμό στην κατασκευή.
Οι εταιρείες που “τρέχουν” τα πιλοτικά
Τα δύο πιλοτικά υπεράκτια αιολικά αποτελούν την πρώτη οργανωμένη προσπάθεια ανάπτυξης offshore αιολικών στην Ελλάδα και λειτουργούν ως προπομπός της αγοράς, που προβλέπεται να αναπτυχθεί μετά το 2030. Το μεγαλύτερο έργο, ισχύος περίπου 485 MW, υλοποιείται από την κοινοπραξία της ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή και της More, του ομίλου Motor Oil, μέσω κοινής συμμετοχής στην εταιρεία Αιολική Προβατά. Το δεύτερο έργο, ισχύος 216 MW, ανήκει στη ΔΕΗ, η οποία απέκτησε τα σχετικά δικαιώματα από τον όμιλο Κοπελούζου. Οι δύο επενδυτικοί σχηματισμοί έχουν ήδη συνεργαστεί σε προκαταρκτικές εργασίες, πραγματοποιώντας από κοινού ανεμολογικές και βυθομετρικές μελέτες, ώστε να περιορίσουν το κόστος και να επιταχύνουν την ωρίμανση των έργων. Στην αγορά, μάλιστα, εξακολουθούν να κυκλοφορούν σενάρια που δεν αποκλείουν, σε μεταγενέστερο στάδιο, ακόμη και τη συνένωση των δύο γειτονικών πάρκων σε ένα ενιαίο έργο συνολικής ισχύος περίπου 700 MW, εφόσον αυτό αποδειχθεί τεχνικά και οικονομικά συμφέρον. Προς το παρόν, πάντως, κάθε επενδυτικό σχήμα συνεχίζει αυτόνομα την προετοιμασία του, με στόχο τα πιλοτικά έργα να αποτελέσουν την απαραίτητη γέφυρα για την ανάπτυξη της ελληνικής εφοδιαστικής αλυσίδας, την απόκτηση τεχνογνωσίας και τη δημιουργία των προϋποθέσεων για την ανάπτυξη των μεγάλων πλωτών υπεράκτιων αιολικών πάρκων, που προβλέπει το εθνικό πρόγραμμα την επόμενη δεκαετία.
