Πριν από αρκετές δεκαετίες, η ιστορία ξεκινούσε με τον Bruce McLaren, έναν νεαρό Νεοζηλανδό που το 1958 έκανε τα πρώτα του βήματα στη Formula 1 με την Cooper. Μερικά χρόνια αργότερα, χωρίς να έχει καταφέρει μέχρι τότε να αφήσει ιδιαίτερα έντονο αποτύπωμα στην κορωνίδα του μηχανοκίνητου αθλητισμού, ο 26χρονος Bruce ίδρυσε την Bruce McLaren Motor Racing.
Το 1967, έχοντας ήδη στο βιογραφικό του συμμετοχές τόσο στο πρωτάθλημα της F1 όσο και σε αγώνες αντοχής —με αποκορύφωμα τη νίκη του, το 1966, στο τιμόνι ενός Ford GT MkII— έκανε το βήμα στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Εκεί συμμετείχε στο πρωτάθλημα Can-Am με την M6A.


Το αγωνιστικό σημείωσε πολύ μεγάλη επιτυχία, όμως λίγα χρόνια αργότερα η McLaren δεν κατάφερε να υλοποιήσει το σχέδιό της να συμμετάσχει στις 24 Ώρες του Le Mans με την M6GT, όπως ονομάστηκε η συγκεκριμένη εξέλιξη. Παρ’ όλα αυτά, η αγγλική μάρκα δεν άφησε πίσω της εκείνο το αγωνιστικό και այժմ επιχειρεί να δημιουργήσει μια σύγχρονη, αλλά και ιδιαίτερα ειδική, εκδοχή του.

Καταρχάς, η McL 6GT, όπως ονομάζεται, δεν έχει σχεδιαστικά καμία ουσιαστική σχέση με άλλο μοντέλο της εταιρείας. Τα μεγάλα εμπρός φωτιστικά σώματα προσδίδουν στη McL 6GT μια ασυνήθιστα φρέσκια εικόνα, ενώ οι φαρδιές γραμμές, η μακριά οροφή και το χαρακτηριστικό πίσω μέρος τύπου «Kammback» ολοκληρώνουν ένα ιδιαίτερο, αν και σαφώς ρετρό, αισθητικό σύνολο. Η νέα δημιουργία της McLaren δεν επιχειρεί να κρύψει τις αγωνιστικές επιρροές της, οι οποίες συνεχίζονται και στην καμπίνα, όπου υπάρχουν πολυάριθμες αναφορές στην ιστορία της εταιρείας και στον ίδιο τον Bruce McLaren.

Η καμπίνα της McL 6GT επιχειρεί να συνδυάσει το μοντέρνο με το παλιομοδίτικο, χωρίς το αποτέλεσμα να είναι απαλλαγμένο από συμβιβασμούς. Εκείνο που ξεχωρίζει αναμφίβολα είναι ο επιλογέας του μηχανικού κιβωτίου ταχυτήτων. Για πρώτη φορά μετά από 34 ολόκληρα χρόνια — από την εμβληματική McLaren F1 — η εταιρεία εξοπλίζει ένα μοντέλο της με χειροκίνητο κιβώτιο, ενώ η επιλογή του συγκεκριμένου μοντέλου μόνο τυχαία δεν μπορεί να θεωρηθεί.

Η McLaren δεν έδωσε περισσότερες λεπτομέρειες για τα μηχανικά μέρη της McL 6GT, περιοριζόμενη να αναφέρει ότι κινείται από έναν V8 βενζινοκινητήρα. Έτσι, έστω και… εξ αγχιστείας, το νέο μοντέλο διατηρεί συγγένεια με την 750S.
Η τελευταία ζυγίζει λιγότερο από 1.400 κιλά και επιταχύνει από στάση στα 100 km/h σε μόλις 2,8 δευτερόλεπτα, με τη συνδρομή και ενός αυτόματου κιβωτίου, ενώ η μέγιστη ταχύτητά της ξεπερνά τα 331 km/h.
Η McL 6GT δεν φαίνεται να δίνει προτεραιότητα στις απόλυτες επιδόσεις, γεγονός που εξηγεί και την επιλογή του μηχανικού κιβωτίου. Αντίθετα, επιχειρεί να αναδείξει μια μορφή σύνδεσης που, ιδιαίτερα στη σημερινή εποχή, γίνεται ολοένα και πιο σπάνια: την αναλογική και βαθιά μηχανική εμπειρία.

Η συγκεκριμένη φιλοσοφία δεν εξαντλείται στην επιλογή ενός χειροκίνητου κιβωτίου. Περιλαμβάνει επίσης φυσικά χειριστήρια, σύστημα διεύθυνσης με υδραυλική —και όχι ηλεκτρική— υποβοήθηση, καθώς και ορατές ή κρυφές μηχανολογικές λύσεις σε ολόκληρο το όχημα.
Ωστόσο, η McL 6GT δεν πρόκειται να οδηγηθεί σε μαζική παραγωγή, τουλάχιστον όχι με τη μορφή που τη βλέπουμε σήμερα. Η παραγωγή της θα ξεκινήσει το 2027, ανοίγοντας τον δρόμο για έναν νέο τύπο McLaren, πέρα από τα συνηθισμένα και έξω από τη βασική γκάμα της εταιρείας.

