
Η Maria Felix υπήρξε η απόλυτη θεά του μεξικανικού σινεμά, μια γυναίκα που υπέταξε το Χόλιγουντ και την Ευρώπη με την ατίθαση γοητεία της. Η μυθιστορηματική ζωή της σφραγίστηκε από μια εμμονή με τα διαμαντένια ερπετά του οίκου Cartier, τα οποία μετέτρεψε σε σύμβολα στυλ.
ΑΠΟ ΣΙΝΤΥ ΧΑΤΖΗ
Στην ιστορία του παγκόσμιου σινεμά, λίγες γυναίκες κατάφεραν να επιβάλουν τους δικούς τους όρους με την απόλυτη κι ακλόνητη κυριαρχία της Maria Felix. Γνωστή απλώς ως «La Doña» (Η Κυρία), τίτλος που δανείστηκε από τον πιο εμβληματικό της ρόλο στην ταινία Doña Barbara (1943), η Felix ήταν μια αδάμαστη δύναμη της φύσης. Σε μια εποχή που οι γυναίκες στο πανί ήταν συνήθως θύματα ή παθητικές καλλονές, εκείνη ενσάρκωσε την αδίστακτη, περήφανη και ελεύθερη γυναίκα που κοιτούσε τους άνδρες στα μάτια και τους γονάτιζε.
Όμως, πέρα από τη συγκλονιστική της καριέρα που την ανέδειξε σε εθνικό θησαυρό του Μεξικού, η Felix έμεινε στην ιστορία για το εξεζητημένο, μπαρόκ γούστο της και μια από τις πιο ακριβές και αλλόκοτες συλλογές κοσμημάτων που είδε ποτέ ο πλανήτης. Τα «ερπετά» της, φτιαγμένα από χιλιάδες διαμάντια και σμαράγδια, δεν ήταν απλά αξεσουάρ, αλλά η προέκταση της ίδιας της της προσωπικότητας: επικίνδυνα, γοητευτικά κι αθάνατα.
Από την επαρχία στην κορυφή του κόσμου
Γεννημένη το 1914 στη Sonora του Μεξικού, η Maria de los Angeles Felix Güereña μεγάλωσε μέσα σε μια πολύτεκνη οικογένεια με έντεκα αδέλφια. Από μικρή έδειξε ότι δεν άντεχε τα στερεότυπα της εποχής. Προτιμούσε να ιππεύει με τα αδέλφια της παρά να παίζει με κούκλες, ενώ η ομορφιά της άρχισε γρήγορα να προκαλεί ψιθύρους. Μετά από έναν σύντομο, νεανικό γάμο που κατέληξε σε διαζύγιο, η Felix μετακόμισε στην Πόλη του Μεξικού, όπου εργάστηκε ως γραμματέας σε έναν γιατρό.
Η μοίρα της άλλαξε όταν την πλησίασε στον δρόμο ο σκηνοθέτης Fernando Palacios. Μαγεμένος από το παρουσιαστικό της, τη ρώτησε αν θα ήθελε να γίνει ηθοποιός. Η απάντησή της, γεμάτη από την αλαζονεία που θα τη χαρακτήριζε για πάντα, άφησε εποχή: «Όταν εγώ το θελήσω, θα μπω στο σινεμά από τη μεγάλη πόρτα».
Και έτσι έγινε. Το ντεμπούτο της το 1942 με την ταινία El Peñón de las Áνimas δίπλα στον Jorge Negrete (τον οποίο αρχικά μισούσε, αλλά χρόνια μετά παντρεύτηκε) την εκτόξευσε αμέσως. Η Felix έγινε το πρόσωπο της «Χρυσής Εποχής» του μεξικανικού κινηματογράφου. Η φήμη της ξεπέρασε τα σύνορα της Λατινικής Αμερικής. Πρωταγωνίστησε σε μεγάλες παραγωγές στην Ισπανία, την Ιταλία και τη Γαλλία, δουλεύοντας με σκηνοθέτες όπως ο Jean Renoir και ο Luis Buñuel.
Το Χόλιγουντ την πολιόρκησε στενά, προσφέροντάς της χρυσά συμβόλαια. Εκείνη όμως απέρριψε πεισματικά όλες τις προτάσεις, αρνούμενη να παίξει τα κλισέ των υποτακτικών Μεξικανών γυναικών ή των εξωτικών χορευτριών που της πρότειναν οι Αμερικανοί παραγωγοί. «Δεν γεννήθηκα για να κουβαλάω κανάτες με νερό στις ταινίες των Αμερικανών», δήλωνε με περιφρόνηση.
Η γυναίκα που «κατάπινε» τους άνδρες
Η προσωπική της ζωή ήταν εξίσου θυελλώδης με τους ρόλους της. Παντρεύτηκε τέσσερις φορές, μερικούς από τους πιο διάσημους άνδρες της εποχής. Ο δεύτερος γάμος της με τον μυθικό Μεξικανό συνθέτη Agustín Lara γέννησε μερικά από τα ωραιότερα τραγούδια της λατινικής μουσικής, όπως το περίφημο Maria Bonita, το οποίο έγραψε για εκείνη ως δώρο γάμου στο Acapulco.
Δεν γεννήθηκα για να κουβαλάω κανάτες με νερό στις ταινίες των Αμερικανών
Οι άνδρες τη λάτρευαν σε αυτοκαταστροφικό σημείο, αλλά εκείνη παρέμενε πάντα η κυρίαρχη του παιχνιδιού. Ο διάσημος ζωγράφος Diego Rivera ήταν παράφορα ερωτευμένος μαζί της -γεγονός που προκαλούσε τη ζήλεια της Frida Kahlo- και τη ζωγράφισε επανειλημμένα, αν και η Felix σιχαινόταν έναν από τους πιο διάσημους πίνακές της επειδή τον θεωρούσε υπερβολικά αποκαλυπτικό.
Όταν ένας δημοσιογράφος τη ρώτησε κάποτε για τον αριθμό των εραστών της, η Doña απάντησε με το χαρακτηριστικό, αιχμηρό της χιούμορ: «Με τόσους άνδρες που με ερωτεύτηκαν, θα έπρεπε να είχα ανοίξει γραφείο τελετών. Δεν τους άλλαζα, απλώς τους ξεπερνούσα».
Cartier και η ιστορία του ζωντανού κροκόδειλου
Αν η Maria Felix είχε έναν έρωτα που δεν την πρόδωσε ποτέ, αυτός ήταν τα κοσμήματα. Ήταν τακτική πελάτισσα των μεγαλύτερων οίκων του Παρισιού, αλλά η σχέση της με τον οίκο Cartier πέρασε στη σφαίρα του μύθου τη δεκαετία του 1960 και του 1970. Η Felix αναζητούσε κομμάτια που να προκαλούν δέος και τρόμο.
Η πιο διάσημη ιστορία εκτυλίχθηκε το 1975, όταν η Felix μπήκε στο εμβληματικό κατάστημα της Cartier στην Rue de la Paix στο Παρίσι. Στα χέρια της κρατούσε ένα ενυδρείο μέσα στο οποίο κολυμπούσε ένα ζωντανό, μικρό κροκοδειλάκι. Το άφησε πάνω στον πάγκο μπροστά στους έκπληκτους υπαλλήλους και τους είπε:
Θέλω να μου φτιάξετε ένα μενταγιόν που να είναι ακριβές αντίγραφο αυτού του πλάσματος. Και βιαστείτε, γιατί μεγαλώνει γρήγορα
Οι τεχνικοί του οίκου πέρασαν μήνες μελετώντας τη δομή, τα λέπια και τις κινήσεις του ερπετού για να πετύχουν την απόλυτη ανατομική ακρίβεια. Το αποτέλεσμα ήταν ένα αριστούργημα της υψηλής κοσμηματοποιίας: δύο πλήρως εύκαμπτοι κροκόδειλοι που αγκάλιαζαν τον λαιμό. Ο ένας ήταν φτιαγμένος από κίτρινο χρυσό, διακοσμημένος με περισσότερα από 1.000 κίτρινα διαμάντια, και ο άλλος από πλατίνα, καλυμμένος με 1.000 σμαράγδια. Τα μάτια τους έλαμπαν από ρουμπίνια και σμαράγδια αντίστοιχα. Τα δύο ερπετά μπορούσαν να φορεθούν μαζί ως ένα εντυπωσιακό κολιέ ή να αποσπαστούν και να φορεθούν ξεχωριστά ως καρφίτσες.
Με τόσους άνδρες που με ερωτεύτηκαν, θα έπρεπε να είχα ανοίξει γραφείο τελετών. Δεν τους άλλαζα, απλώς τους ξεπερνούσα
Το διαμαντένιο φίδι που έσφιγγε τον λαιμό της
Πριν από τους κροκόδειλους, το 1968, η Felix είχε ήδη παραγγείλει στην Cartier το πρώτο της μεγάλο ερπετό: ένα συγκλονιστικό κολιέ-φίδι σε φυσικό μέγεθος. Το κόσμημα αυτό, φτιαγμένο από πλατίνα και λευκό χρυσό, ήταν καλυμμένο με 2.473 διαμάντια, ενώ η κάτω πλευρά του ήταν στρωμένη με κόκκινο, πράσινο και μαύρο σμάλτο, ώστε να είναι εξαιρετικά ρεαλιστικό, με κάθε της κίνηση.
Το φίδι ήταν πλήρως εύκαμπτο χάρη σε έναν εσωτερικό μηχανισμό, επιτρέποντάς του να κουλουριάζεται γύρω από τον λαιμό της Doña σαν αληθινό ερπετό που την έσφιγγε, με τα μάτια του από σμαράγδια να μαγνητίζουν τους πάντες. Για τη Felix, το φίδι δεν ήταν σύμβολο του κακού, αλλά της αναγέννησης, της δημιουργικότητας και της δύναμης, στοιχεία που ταυτίζονταν με τις προκολομβιανές μεξικανικές παραδόσεις του φτερωτού φιδιού Quetzalcoatl.
Όταν εμφανιζόταν στα πάρτι του Παρισιού ή στις ιπποδρομίες του Longchamp φορώντας αυτά τα θηριώδη κοσμήματα, οι γύρω της «σκιάζονταν». Τα κοσμήματά της ήταν η πανοπλία της απέναντι σε έναν κόσμο που προσπαθούσε να τη δαμάσει.
Το τέλος της Doña και η αθανασία των ερπετών
Η Maria Felix έφυγε από τη ζωή στις 8 Απριλίου 2002, την ίδια ακριβώς ημέρα που έκλεινε τα 88 της χρόνια, στον ύπνο της, στην Πόλη του Μεξικού. Ο θάνατός της βύθισε το Μεξικό σε εθνικό πένθος κι η σορός της εκτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα στο παλάτι των Καλών Τεχνών, με χιλιάδες πολίτες να αποχαιρετούν την τελευταία μεγάλη αυτοκράτειρα του σινεμά.
Μετά τον θάνατό της, ο οίκος Cartier αγόρασε πίσω τα περίφημα κοσμήματα-ερπετά από τους κληρονόμους της για ένα αστρονομικό ποσό, εντάσσοντάς τα στην ιστορική του συλλογή (Cartier Collection). Σήμερα, αυτά τα διαμαντένια ερπετά ταξιδεύουν στα μεγαλύτερα μουσεία του κόσμου ως εκθέματα τέχνης, θυμίζοντας στους πάντες την εποχή που μια γυναίκα από το Μεξικό περπατούσε στο Παρίσι με έναν ζωντανό κροκόδειλο, απαιτώντας από την ύλη να υποκλιθεί στο γούστο της.

