ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Bloomberg Intelligence: Ελκυστικό το προφίλ του ελληνικού χρέους, μόλις €9 δισ. οι ανάγκες χρηματοδότησής του το 2024

Σε μια “ακτινογραφία” της πορείας και των προοπτικών του ελληνικού χρέους προχωρά, σε ανάλυση του, το Bloomberg Intelligence, σημειώνοντας πόσο χαμηλές είναι οι χρηματοδοτικές ανάγκες αναχρηματοδότησης από πλευράς της χώρας για το 2024 κυμαίνονται μόλις στα 9 δισ. ευρώ, αλλά και ότι οι λήξεις ελληνικών τίτλων μέσα στην επόμενη πενταετία δεν ξεπερνούν τα 21 δισ. ευρώ.

Πιο ειδικά, όπως σημειώνει ο αναλυτής Huw Worthington, τα ελληνικά ομόλογα διαπραγματεύονται με χαμηλότερες αποδόσεις έναντι της Ιταλίας σε όλη την καμπύλη εδώ και αρκετό καιρό, ωστόσο με τις αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας των δύο χωρών να απέχουν μία βαθμίδα, τις φετινές εκδόσεις ολοκληρωμένες σε μεγάλο βαθμό και την ποσοτική σύσφιξη (QT) να μην αφορά την Ελλάδα, οι τρέχουσες αποτιμήσεις έχουν πολλές πιθανότητες να συνεχιστούν.

Σύμφωνα με το ΔΝΤ, οι ξένοι επενδυτές κατείχαν τα τρία τέταρτα του εκκρεμούς χρέους των 356 δισεκατομμυρίων ευρώ της ελληνικής κυβέρνησης στις 31 Δεκεμβρίου 2022. Είναι το μεγαλύτερο – αναλογικά – στη ζώνη του ευρώ, είναι όμως επίσης μια κληρονομιά των προγραμμάτων διάσωσης της χώρας, με το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος αυτού του χρέους να οφείλεται σε φορείς της Ευρωπαϊκής Ένωσης,  με τη μορφή του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM), του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF) και του Ελληνικού Δανειακού Μηχανισμού (GLF).

Η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) κατείχε το 12% του συνόλου του εκκρεμούς ελληνικού χρέους, ενώ άλλες ελληνικές τράπεζες αποτελούσαν περίπου το 8% των κατόχων, με βάση τα στοιχεία του τέλους του περασμένου έτους.

Η Ελλάδα δεν ήταν επιλέξιμη γα το πρόγραμμα αγορών περιουσιακών στοιχείων της ΕΚΤ (APP) κατά την περίοδο της ποσοτικής χαλάρωσης, όταν αυτή ξεκίνησε τον Μάρτιο του 2015, ωστόσο αυτό δεν ίσχυε για το Πανδημικό Πρόγραμμα Έκτακτης Αγοράς (PEPP) που τέθηκε σε λειτουργία τον Μάρτιο του 2020.

Αυτό οδήγησε το μερίδιο των μακροπρόθεσμων τίτλων του ελληνικού δημοσίου που κατέχει η ΤτΕ από μόλις 6% στο ανώτατο όριο του 46% στις 30 Σεπτεμβρίου 2022.

Οι δανειστές με έδρα την ΕΕ κυριαρχούν στον ελληνικό κατάλογο πιστωτών, σημειώνει ο αναλυτής του BI. Ο μεγαλύτερος μεμονωμένος Έλληνας πιστωτής είναι ο EFSF, στην κατοχή του οποίου βρίσκεται χρέος περίπου 130 δισεκατομμυρίων ευρώ, ακολουθούμενος από τον ESM, στον οποίο η Ελλάδα οφείλει περίπου 60 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ ακολουθεί ο GLF στα 45 δισεκατομμύρια ευρώ, σύμφωνα με στοιχεία του ΟΔΔΗΧ. Ο λοιπός δανεισμός που βρίσκεται στα χέρια της ΕΕ ανέρχεται συνολικά σε περίπου 11,5 δισεκατομμύρια ευρώ.

Η ΕΤΕπ και η ΕΚΤ αποκλείστηκαν από την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους το 2012 και εξακολουθούν να κατέχουν 10,25 δισ. ευρώ ελληνικού χρέους. Το ΔΝΤ δεν κατέχει πλέον κανένα μέρος του, μετά την αποπληρωμή της τελευταίας δόσης του δανείου στο πλαίσιο του ελληνικού προγράμματος βοήθειας το 2021.

Όπως αναφέρει ο Worthington, οι μη τραπεζικές ξένες συμμετοχές κινούνται πολύ χαμηλά στο ελληνικό χρέος. Η χώρα διαθέτει έναν όγκο χρέους άνω των 350 δισεκατομμυρίων ευρώ στο τέλος του 2022, ωστόσο τα ελληνικά κρατικά ομόλογα αποτελούσαν λίγο περισσότερα από 80 δισεκατομμύρια ευρώ εξ αυτών. Τα στοιχεία της ΤτΕ αναφέρουν ότι το 43% αυτού του τμήματος το κατείχε η ελληνική κεντρική τράπεζα, ενώ άλλες ελληνικές τράπεζες κατείχαν το 29%.

Οι αλλοδαποί κάτοχοι ελληνικών ομολόγων κατέχουν μόλις 8,7 δισεκατομμύρια ευρώ, ωστόσο το Πρόγραμμα Τίτλων και Αγορών (SMP) της ΕΚΤ αντιπροσώπευε τα 1,8 δισεκατομμύρια ευρώ από αυτά – αφήνοντας τις πραγματικές ξένες κατοχές σε περίπου 7 δισεκατομμύρια ευρώ. Το ποσό ελληνικού χρέους σε ξένα ιδιωτικά χέρια μειώνεται ακόμη περισσότερο στα περίπου 3,5 δισεκατομμύρια ευρώ, με τη μη τραπεζική έκθεση να αποτελεί ακόμη μικρότερο μέρος της συγκεκριμένης πίτας.

Οι τριμηνιαίες διακρατήσεις εγχώριων κρατικών τίτλων της Τράπεζας της Ελλάδος αυξήθηκαν κατά 31 δισ. ευρώ μεταξύ της αρχής της πανδημίας και του τέλους του 2022. Την ίδια περίοδο, η καθαρή έκδοση ομολόγων ήταν της τάξης των 29 δισ. ευρώ, που σημαίνει ότι το QE υπερέβη τις ελληνικές χρηματοδοτικές ανάγκες κατά περίπου 2 δισ. ευρώ.

Ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ της Ελλάδας μειώνεται γρήγορα μετά την έκρηξη που προκάλεσε η πανδημία της Covid-19, υπογραμμίζει εξάλλου ο αναλυτής του BI, σημειώνοντας ότι παραμένει ο υψηλότερος λόγος στη ζώνη του ευρώ. Στα τέλη Δεκεμβρίου διαμορφώθηκε στο 171% – 27 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερα από τον αντίστοιχο της Ιταλίας.

Ωστόσο ο δείκτης βρίσκεται σε ταχεία πτώση τα τελευταία τρίμηνα και έχει πέσει από το υψηλότερο επίπεδο που άγγιξε κατά τη διάρκεια της πανδημίας, όταν ξεπέρασε το 200%.

Ιστορικά, τα ελληνικά κρατικά ομόλογα βρίσκονταν στο κατώτατο σημείο της ιεραρχίας των spread αποδόσεων μεταξύ των εκδοτών της ζώνης του ευρώ και διαπραγματεύονταν σε μεγαλύτερο εύρος από εκείνα οποιασδήποτε άλλης χώρας, ωστόσο αυτό δεν ισχύει πλέον: τα 10ετή ελληνικά κρατικά ομόλογα διαπραγματεύονται με χαμηλότερες αποδόσεις σε σχέση με εκείνα της Ιταλίας σε ολόκληρη την καμπύλη αποδόσεων.

Σύμφωνα με το BI, ελληνικά κρατικά ομόλογα αξίας μόλις 21 δισεκατομμύρια λήγουν μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια.

Η Ελλάδα έχει 85 δισ. ευρώ σε ομόλογα και 11,8 δισ. ευρώ σε γραμμάτια δημοσίου σε εκκρεμότητα. Από αυτά τα χρηματοδοτικά εργαλεία, μόλις τα 21 δισεκατομμύρια ευρώ λήγουν μεταξύ του 2023 και του τέλους του 2027, με λήξεις ομολόγων μόλις 3,1 και 3,9 δισεκατομμυρίων ευρώ που πρέπει να αναχρηματοδοτηθούν το 2024 και το 2025.

Υπάρχει κάτι που μοιάζει με απότομη αύξηση το 2026 και το 2028 με έως και 8 και 8,5 δισεκατομμύρια ευρώ να λήγουν αυτά τα έτη, αντίστοιχα.

Αυτή η ιστορία αρχίζει να αλλάζει όταν συμπεριληφθεί το χρέος που λήγει από τα επίσημα προγράμματα βοήθειας που δόθηκαν στην Ελλάδα από το 2010 και εξής. Αυτό σημαίνει ότι το χρέος -εξαιρουμένων των χρεογράφων- που ωριμάζει την περίοδο 2024-2027 υπερδιπλασιάζεται σε περίπου 44 δισεκατομμύρια ευρώ.

Η Ελλάδα θα χρειαστεί να αναχρηματοδοτήσει λίγο λιγότερο από 9 δισεκατομμύρια ευρώ το επόμενο έτος, με τις μέγιστες ανάγκες επιστροφής χρημάτων να φτάνουν το 2026 στα 13 δισεκατομμύρια ευρώ.

Η Ελλάδα, εξάλλου, όσον αφορά το 2023, έχει σχεδόν φτάσει στον στόχο έκδοσης χρέους, που είχε οριστεί στα 15,4 δισ. ευρώ ακαθάριστης χρηματοδότησης για όλους τους τίτλους. Από αυτά, τα 7 δισ. ευρώ θα είναι σε ομόλογα. Περίπου 6,5 δισ. ευρώ από αυτά έχουν εκδοθεί μέχρι στιγμής, υποδηλώνοντας ότι η έκδοση έχει σχεδόν ολοκληρωθεί, αν και αυτό δεν συμπεριλαμβάνει την πιθανή προσφορά πράσινων ομολόγων που θα μπορούσε να προσθέσουν 3 δισ. ευρώ στον στόχο.

Η Ελλάδα έχει επίσης ταμειακά αποθέματα 30,6 δισεκατομμυρίων ευρώ – που αντιπροσωπεύουν περισσότερα από τρία χρόνια ακαθάριστων χρηματοδοτικών αναγκών σύμφωνα με το ΟΔΔΗΧ, αναφέρει ο Worthington.

Οι πρόσφατες επιδόσεις στην Ελλάδα μπορεί να βοηθήθηκαν από πολύ βαρύτερες ανάγκες ιταλικών εκδόσεων σε σύγκριση με τα 6,5 δισεκατομμύρια ευρώ της προσφοράς στην Ελλάδα, γεγονός που αφήνει τη χώρα κοντά στο να έχει ήδη χρηματοδοτηθεί για το έτος. Αλλά και η Ελλάδα έλαβε ώθηση από τον Fitch νωρίτερα φέτος με την αναβάθμιση σε BB+ στις 27 Ιανουαρίου, φτάνοντας στα ίδια επίπεδα με την S&P – η οποία δίνει θετικές προοπτικές – σε αυτή την πιστοληπτική βαθμίδα. Επιπλέον, οι εκλογές αυτόν τον μήνα οδήγησαν και πάλι σε μια σταθερή και μεταρρυθμιστικού προσανατολισμού κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας – που φαίνεται πιθανό να θεωρηθεί θετική από τους οίκους αξιολόγησης, υποστηρίζει ο αναλυτής του BI.

Αυτό αφήνει την Ελλάδα μόλις 1-2 βαθμίδες κάτω από την αξιολόγηση της Ιταλίας (η Moody’s αξιολογεί την Ιταλία στη βαθμίδα Baa3 με αρνητικές προοπτικές), ωστόσο σε κρίσιμη απόσταση από την επενδυτική βαθμίδα και την καταλληλότητα για τους κύριους δείκτες κρατικών ομολόγων, δύο εκ των οποίων απαιτούν δύο από τους τρεις βασικούς αξιολογητές να δίνουν βαθμολογία BBB.

Οι αξιολογήσεις πιστοληπτικής ικανότητας είναι το κλειδί για τη συμπερίληψη στους δείκτες κρατικών ομολόγων και την επιλεξιμότητα των τίτλων ως collateral από την ΕΚΤ. Ο Euro-Aggregate Treasury Index του Bloomberg χρειάζεται μια αξιολόγηση επενδυτικής βαθμίδας με βάση τη μέση βαθμολογία των τριών κύριων αξιολογητών και ο Δείκτης Παγκόσμιων Κρατικών Ομολόγων FTSE απαιτεί μια αξιολόγηση τόσο από τον S&P όσο και από την Moody’s. Ο Παγκόσμιος Δείκτης Κρατικών Ομολόγων BofA Merrill Lynch χρειάζεται μια μέση βαθμολόγηση επενδυτικής βαθμίδας και από τους τρεις βασικούς οίκους. Για την επιλεξιμότητα, η ΕΚΤ παραδοσιακά απαιτούσε υψηλή βαθμολογία από οποιονδήποτε από τους τρεις οίκους, μαζί με την καναδική DBRS.

Με τις ελληνικές αξιολογήσεις τώρα μόλις μια βαθμίδα κάτω από την επενδυτική σε δύο από τους σημαντικότερους αξιολογητές (και με την S&P σε θετικές προοπτικές), η συμπερίληψη των ελληνικών ομολόγων στους βασικούς δείκτες φαντάζει δελεαστικά κοντά ξαφνικά δελεαστικά κοντά, καταλήγει το Bloomberg Intelligence.

Related posts

Δωρεάν το ρεύμα στη χονδρική λόγω ΑΠΕ για μερικές ώρες – Πώς ωφελούνται οι τελικοί καταναλωτές

timesadmin

Πόσο αμείβονται όσοι εργάζονται τη 15η Αυγούστου

timesadmin

Άδ. Γεωργιάδης: Το λιανικό εμπόριο και η βιομηχανία οι επόμενοι κλάδοι για την Ψηφιακή Κάρτα Εργασίας

timesadmin

Στο 3,9% η αύξηση εισφορών για επαγγελματίες και αγρότες – Τα νέα ποσά για όλες τις κατηγορίες

timesadmin

Πού έφτασαν οι τιμές στα Airbnb το τριήμερο

protothema.gr

Σε δημόσια διαβούλευση το σ/ν για συμπληρωματικό φόρο έως 15% στις πολυεθνικές

timesadmin