Η ολοκλήρωση του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας δεν σημαίνει το τέλος της χρηματοδοτικής στήριξης των επενδύσεων στην Ελλάδα. Αντίθετα, σύμφωνα με το τελευταίο δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων της Alpha Bank, η χώρα εισέρχεται σε μια νέα περίοδο, στην οποία το μεγάλο ζητούμενο είναι να μετατραπεί η επενδυτική ώθηση του ΤΑΑ σε σταθερή και διατηρήσιμη αναπτυξιακή δυναμική.
Το αποτύπωμα του ΤΑΑ είναι ήδη ιδιαίτερα ισχυρό. Η Ελλάδα εξασφάλισε πόρους που αντιστοιχούν στο 16% του ΑΕΠ, το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των 27 κρατών-μελών, ενώ οι πόροι του δανειακού σκέλους, σε συνδυασμό με τραπεζική χρηματοδότηση και ίδια κεφάλαια, έχουν κινητοποιήσει επενδυτικά σχέδια συνολικού προϋπολογισμού περίπου 29 δισ. ευρώ. Οι πραγματικές επενδύσεις αυξήθηκαν με μέσο ετήσιο ρυθμό 10,3% την περίοδο 2022-2025, ενώ το ποσοστό των επενδύσεων στο ΑΕΠ έφθασε το 16,9% το 2025.
Το πρώτο και άμεσο “μαξιλάρι” μετά το ΤΑΑ είναι το Εθνικό Πρόγραμμα Ανάπτυξης 2026-2030. Με συνολικούς πόρους 23 δισ. ευρώ, μπορεί να λειτουργήσει ως βασικός εθνικός πυλώνας χρηματοδότησης, με προτεραιότητες τις υποδομές, την πράσινη μετάβαση, την καινοτομία, τον ψηφιακό μετασχηματισμό, την ανθεκτικότητα και την κοινωνική συνοχή.
Παράλληλα, κρίσιμο ρόλο θα συνεχίσει να διαδραματίζει το ΕΣΠΑ 2021-2027. Η πλήρης αξιοποίηση των διαθέσιμων πόρων του αποτελεί βασική προϋπόθεση ώστε να μην υπάρξει χρηματοδοτικό κενό μεταξύ της ολοκλήρωσης του ΤΑΑ και της έναρξης του επόμενου ευρωπαϊκού δημοσιονομικού κύκλου.
Το μεγαλύτερο, ωστόσο, χρηματοδοτικό πεδίο ανοίγει από το 2028, με το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της ΕΕ για την περίοδο 2028-2034. Με βάση την υπό διαπραγμάτευση πρόταση, οι πόροι που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν προς την Ελλάδα εκτιμώνται σε περισσότερα από 49 δισ. ευρώ. Οι βασικοί άξονες αφορούν την πολιτική συνοχής, την Κοινή Αγροτική Πολιτική, τη μετανάστευση και την ασφάλεια, καθώς και μια κοινωνικά δίκαιη πράσινη μετάβαση.
Στο ενδιάμεσο, δύο πιο στοχευμένα εργαλεία μπορούν να αποκτήσουν ιδιαίτερη σημασία. Το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο μπορεί να χρηματοδοτήσει δράσεις ενεργειακής αναβάθμισης και κοινωνικής στέγασης, ενώ το Ταμείο Εκσυγχρονισμού κατευθύνει πόρους σε πράσινες επενδύσεις στους τομείς των μεταφορών, της βιομηχανίας και της ενέργειας.
Η μετάβαση, επομένως, δεν αφορά μόνο την αντικατάσταση ενός ευρωπαϊκού ταμείου από άλλα. Αφορά κυρίως τη δημιουργία ενός διαφορετικού μοντέλου χρηματοδότησης, στο οποίο οι δημόσιοι και ευρωπαϊκοί πόροι θα λειτουργούν ως καταλύτης για την προσέλκυση ιδιωτικών κεφαλαίων. Η βελτίωση του επενδυτικού περιβάλλοντος, η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, η δημοσιονομική σταθερότητα, η εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος και η ανάκαμψη της πιστωτικής επέκτασης έχουν ήδη βελτιώσει τις προϋποθέσεις για ιδιωτικές επενδύσεις.
Το στοίχημα της επόμενης ημέρας είναι, συνεπώς, διπλό: να αξιοποιηθούν πλήρως οι διαθέσιμοι εθνικοί και ευρωπαϊκοί πόροι και ταυτόχρονα να αυξηθεί η ικανότητα της ελληνικής οικονομίας να κινητοποιεί ιδιωτική χρηματοδότηση. Σύμφωνα με το τμήμα Οικονομικών Μελετών της Alpha Bank, η διατήρηση της δημοσιονομικής σταθερότητας, η συνέχιση των μεταρρυθμίσεων και η αποτελεσματική αξιοποίηση των νέων εργαλείων θα κρίνουν αν η επενδυτική έκρηξη της περιόδου του ΤΑΑ θα μετατραπεί σε μόνιμη αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου της χώρας.

