Προσθέστε την parallaximag.gr ως προτεινόμενη πηγή στη Google
Εκπληκτικός ο λόγος του. Απίστευτη η κατάρτισή του, αστείρευτες οι γνώσεις του.
Μια ευχάριστη, απολαυστική κουβέντα, μίας ώρας και βάλε, με έναν άνθρωπο που γνωρίζει το σινεμά, όσο ελάχιστοι στην Ελλάδα.
Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος.
Νιώθεις πως μαζί του μπορείς να μιλάς για ώρες και να μη βαριέσαι καθόλου.
Να τον αφήσεις να σου αφηγείται αδιάλειπτα για το σινεμά, όπως βάζεις έναν αγαπημένο δίσκο στο πικ-απ ή στην τηλεόραση την αγαπημένη σου ταινία, για να προσέξεις και την παραμικρή λεπτομέρεια που ίσως δεν πρόλαβες να δεις τις προηγούμενες φορές.
Στη ροή της συζήτησης, παρακολουθώντας τον από το περιοδικό ΣΙΝΕΜΑ στη δεκαετία του ΄90 μέχρι και σήμερα στα κανάλια Mega και Cosmote, οπως και στη Lifo, τον χαρακτήρισα «Σωτηρακόπουλο του σινεμά». Γελάσαμε, αλλά έχει ιδιαίτερη σημασία πώς το αντιμετώπισε.
Μου έδωσε την κατάλληλη απάντηση που άρμοζε με την έμφυτή του ευγένεια, τη μη επιτηδευμένη του σεμνότητα και την υψηλού επιπέδου νοημοσύνη του.
Μαζί, μου εξηγεί πολλά ακόμη και μου αποκαλύπτει ποιος ηθοποιός τον έκανε να κλάψει με το ταλέντο του και ποια προσωπικότητα από αυτές που γνώρισε τον εντυπωσίασε περισσότερο.
Αν μια συνέντευξη μπορεί να παραλληλιστεί με μία ταινία, για μένα αυτή πλησίασε στα πέντε αστέρια.
Είχε πολλές διακυμάνσεις (ιδιαίτερα για έναν λόγο που ξέρουμε μόνο εγώ κι εκείνος) αλλά στο τέλος έχω να πω ότι πέτυχε σε όλους τους στόχους της. Μου γέννησε εσωτερικό διάλογο και προβληματισμό (άλλωστε αυτός δεν είναι και ο στόχος μιας ταινίας;) και νιώθω ότι με άφησε πιο γεμάτο και καλύτερο ως άνθρωπο.
Ελπίζω να ισχύει έστω και στο ελάχιστο για τους αναγνώστες.
Σκεφτόμουν ποια είναι τα κοινά ενός δημοσιογράφου με έναν σκηνοθέτη. Ίσως ότι και οι δύο προσπαθούν να βρουν μια καλή ιστορία για να διηγηθούν; Υπάρχουν άραγε κι άλλα;
«Δεν το είχα σκεφτεί έτσι. Επειδή η δουλειά του δημοσιογράφου μπορεί να γίνει σε πολλά μέσα κι εγώ περισσότερο την έχω συνδυάσει με το γράψιμο, θα έλεγα ότι ίσως μοιάζει περισσότερο με τη δουλειά ενός συγγραφέα. Αντίθετα, ο σκηνοθέτης πρέπει να οργανώσει πολύ κόσμο και να τροχονομήσει, χωρίς να φαίνεται ότι επιβάλλει μια άποψη, ειδικά πλέον στις μέρες μας, που αυτό δεν ακούγεται και πολύ καλά.
Επίσης η δουλειά ενός δημοσιογράφου, ενός κριτικού κινηματογράφου, είναι, αφού δει μια ταινία, να κάτσει να σκεφτεί μόνος του μετά ή εκείνη την ώρα που γράφει και να κάνει τη δουλειά ενός συγγραφέα. Εννοείται ότι επειδή είναι ένα δημοσιογραφικό κείμενο και όχι ένα βιβλίο και αφορά τον κόσμο που θα κληθεί να ταυτιστεί, να συμφωνήσει ή να διαφωνήσει ή απλά να τη βρει ενδιαφέρουσα, το ζητούμενο είναι να βρει ένα angle, μια γωνία.
Αυτό που σε κάθε περίπτωση βρίσκω απαραίτητο είναι οι ιδέες.
Να έχεις κάποια ιδέα, να προσπαθήσεις τουλάχιστον, για να κάνει το κείμενο πιο ενδιαφέρον, πιο ζουμερό και πιο διαβάσιμο.
Ο θάνατος ενός κριτικού είναι οι μέτριες ταινίες.
Αυτές που αισθάνεσαι ότι και τις έχεις δει και ίσως έχεις γράψει κάτι που να είναι τόσο κλισέ όσο κι αυτές. Δηλαδή που να μην σου δίνουν μια κλοτσιά, ένα τίναγμα.
Οι κακές ταινίες είναι καλύτερες από τις μέτριες για έναν κριτικό.
Πρώτον, γιατί αισθάνεται ότι μπορεί να έχει αδικήσει και κάποιες που βρήκε… απλά καλές.
Και επίσης είναι μερικές τόσο κακές όπως το Cats ή τα αποσπάσματα που είδα από την Οδύσσεια του Μασκ, που λες, δεν μπορεί. Χαμογελάς και λες εδώ μπορώ να ακονίσω λίγο κάποια εργαλεία που δεν είναι αποθεωτικά, αλλά θα είναι ακριβώς το αντίθετο.
Για να συνεχίσω τη σκέψη, ένας σκηνοθέτης μαζεύει όλους τους τεχνικούς και τους ηθοποιούς και τους ενορχηστρώνει για να μπορέσει να βγάλει ένα σύνολο που να μεταφέρει κάτι από τον εαυτό του, τη φωνή του, απόψεις του, τη φιλοσοφία του, του διανοητικού και του βιωματικού εαυτού του.
Κάπου εκεί μπορεί όντως να υπάρξει μια σύγκλιση με τον δημοσιογράφο.
Αλλά και πάλι νομίζω ότι η δημοσιογραφία είναι περισσότερο η δουλειά ενός συγγραφέα, ακόμη κι αν έχεις ένα μικρόφωνο μπροστά σου.
Κάτι άλλο που έχει σημασία είναι ότι ο σκηνοθέτης υποτίθεται ότι πρέπει να έχει ένα ευδιάκριτο στυλ. Στον κριτικό αυτό που πρέπει περισσότερο να είναι ευδιάκριτο είναι η άποψη. Ο τρόπος που μπορεί να πεις την ίδια άποψη ανάλογα το μέσο, οφείλει να είναι και λίγο διαφορετικός.
Ένας σπουδαίος κριτικός που δεν ζει πια, ο Ρότζερ Ίμπερτ, που έκανε και τηλεόραση και δούλευε σε εφημερίδα στο Σικάγο, έλεγε ότι στην τηλεόραση το κλισέ πρέπει να το ασπάζεσαι για να μη φύγει ο θεατής και στο γραπτό να το αποφεύγεις πάση θυσία.
Γιατί ενώ η πρόχειρη κοινή λογική λέει ότι όλα πρέπει να είναι μικρά, εύπεπτα και γρήγορα για να είναι click friendly, όταν κάποιος θέλει να διαβάσει μια κριτική online, αξίζει τον κόπο και για σένα και για αυτόν να γράψεις αρκετά, να κάνεις ένα long form. Εκεί είναι συνειδητή η προσπάθεια».

Ο Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος κάνει αυτή τη δουλειά με τον ίδιο ενθουσιασμό μετά από 35 περίπου χρόνια;
«Υπάρχει μια μικρή ισορροπία. Έχει μειωθεί ο ενθουσιασμός μου για τις ταινίες, αναγκαστικά λόγω ποσότητας, αλλά έχει αυξηθεί το ενδιαφέρον μου για τη γραφή.
Παλιά προσπαθούσα να γράψω, αλλά δεν ξέρω, αισθάνεσαι περίεργα, σα να ακούς την δικιά σου φωνή στο τηλέφωνο. Αισθανόμουν λίγο περίεργα. Έλεγα μήπως μπορώ να γράψω κάπως καλύτερα ή διαφορετικά;
Τωρα νομίζω ότι είμαι πιο συμφιλιωμένος και αισθάνομαι άνετα με το γράψιμο. Θα ευχόμουν μόνο να έγραφα για λιγότερες ταινίες.
Αλλα συνεχίζοντας στη Lifo να γράφω για τις ταινίες της εβδομαδας, νομίζω είναι πολλές, τουλάχιστον για μένα. Θεωρώ ότι μέχρι για 2 μπορείς να γράψεις καλά την εβδομάδα, πολλές φορές όμως αναγκαζόμαστε να γράψουμε για 3, 5 ή και 7 την εβδομάδα. Είναι πάρα πολύ.
Όμως, υπάρχουν ταινίες που μου γεννούν ακόμη προσμονή. Όπως τώρα το ‘You Can See Everything’ περιμένω πώς και πώς να το δω. Μόνο και μόνο από το τρέιλερ, αν και δεν είμαι άνθρωπος των τρέιλερ και δεν τα πιστεύω πολύ, γιατί δεν τα θεωρώ αντιπροσωπευτικά μιας ταινίας ειδικά τα τελευταία χρόνια, φαίνεται ότι είναι μια περίπτωση νεωτερισμού. Κρατάω μια ελπίδα.
Και για την ‘Οδυσσεια’ δεν ήμουν σίγουρος, ήθελα πολύ να τη δω. Και στα Φεστιβάλ δεν προετοιμάζομαι απόλυτα, θέλω να υπάρχει και το στοιχείο της έκπληξης λιγάκι, το οποίο πολλές φορές λειτουργεί. Λες, όπα τώρα αυτό από πού ήρθε; Και πάντα περιμένεις κάποιον που δεν είχες ακούσει ποτέ. Οπως καλή ώρα ο Ζβιάγκιντσεφ που άρχισε το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης με το Μινώταυρο.
Την ‘Επιστροφή’ την είχαμε δει στη Βενετία, αλλά δεν ξέραμε τιποτα γι’ αυτήν. Σε μερικές ταινίες λες μήπως έκανα λάθος και μπήκα; Την είδα και έπαθα την πλάκα μου. Ο χρόνος τον δικαίωσε. Είναι σκηνοθέτης με σίγμα κεφαλαίο και κάθε ταινία του έχει κάτι να πει».

Ο παράγοντας ‘προσδοκία’ παίζει καθοριστικό ρόλο;
«Ναι και επίσης πάει ταινία με ταινία. Είναι αναπόφευκτο ότι κάποιοι σκηνοθέτες έχουν διακυμάνσεις, ή έχουν επιμελώς φροντίσει να σε απογοητεύσουν, φορά με τη φορά.
Αλλά δεν πιστεύω στη θεωρία του αλάθητου, ότι κάποιος ό,τι κάνει θα είναι σπουδαίο.
Ακόμη και ο Σκορσέζε μπορεί να κάνει μια ταινία που να μην μου αρέσει ιδιαίτερα, μέχρι την η επόμενη.
Να πω το παράδειγμα του Φίντσερ. Αν και πιστεύω ότι ειναι σπουδαίος σκηνοθέτης, δεν με έχει ενθουσιάσει μετά το ‘Mank’ και πάνε έξι χρόνια από τότε. Παρ΄όλα αυτά, το ‘The Further Mis-Adventures of Cliff Booth’ που θα παιχτεί τώρα, το περιμένω πώς και πώς».
Να πάω και στο αιώνιο ερώτημα. Τελικά τι κάνει μια ταινία καλή και τι όχι; Πέραν από τα υποκειμενικά στοιχεία, υπάρχουν και αντικειμενικά;
«Υπάρχουν πολλές απαντήσεις σε αυτό το ερώτημα, οπότε αυτό δείχνει ότι ειναι σχετικά όλα αυτά και δικαιολογεί το γιατί υπάρχει αυτό το ερώτημα, ακόμη.
Δεν πιστεύω ότι υπάρχει το ‘αυτό είναι’.
Είναι το πώς αποτιμά ο καθένας την ποιότητα.
Δεν θα άνοιγα κουβέντα με fan boys και fan girls. Ή θα την άνοιγα, αλλά θα ήξερα ότι θα ήταν και λίγο μάταιη, να μιλάμε με ανθρώπους που πιστεύουν τυφλά σε κάποιες ταινίες.
Δηλαδή ό,τι και να πω εγώ ή οποιοσδήποτε κριτικός, είναι πασιφανές ότι αυτές θα πάει κοσμος να τη δει.
Η γνωμη ενός κριτικού είναι μια γνώμη, δεν ειναι αυθεντίας γνώμη. Απλά είναι η γνώμη ενός πιο εκπαιδευμένου, πιο πεπειραμένου θεατή, παρ’ ότι υπάρχουν και σπουδές, θεωρία της τέχνης κλπ..
Αυτό που εύχομαι πάντα είναι μια ταινία και το σινεμά γενικότερα να γεννά διάλογο. Να κουβεντιάζεται, με όρους επιχειρημάτων και όχι με αφορισμούς. Δηλαδή αν μπλέκει ο οπαδισμός κατά έναν τρόπο, που είναι μέρος ενός παιχνιδιού και όχι τέχνης, τότε καήκαμε. Δεν βρισκεις άκρη και οξύνονται τα πνεύματα.
Η μεγάλη νίκη του σινεμά είναι να ανοίγει κουβέντα.
Όταν βλέπω ότι το σινεμά έχει κουβέντα, εγώ ενθουσιάζομαι και πιστεύω ότι είναι μια μεγάλη νίκη.
Ελπίζω οι κριτικές όλων να διαβάζονται σαν συντροφιά στη γνώμη του καθενός, ακόμη κι όταν αυτοί έχουν δει την ταινία.
Τόσο πολύ, που δεν πιστεύω στα spoilers.
Ξέρω ότι δεν κάνει, αλλά δεν πιστεύω πως είναι το Α και το Ω το να σου πως το τέλος ή μια κρίσιμη στιγμή της ταινίας και να στη χαλάσω. ΟΚ, θα ήταν καλύτερα να μην ξέρεις τίποτα για να έχεις την έκπληξη.
Δεν είναι ματς για να σου πουν το αποτέλεσμα. Δεν είναι καθόλου το ίδιο πράγμα.
Και μάλιστα τώρα στο Αθήναιον στο σινεμά, επιμελήθηκα δυο αφιερωμάτων, το ένα ηταν 5 ταινίες του Κιούμπρικ, για ευνόητους λόγους, γιατί ένας είναι ο Κιούμπρικ και μάλιστα πολλά νέα άτομα πηγαίνουν διότι ο μύθος του δουλεύει και το άλλο είναι για ταινίες που λειτουργούν με το plot twist. Το περίφημο, πλέον, plot twist, που είναι εκ των ων ουκ άνευ στο συγχρονο σινεμά για την Gen Z, γιατί θέλουν να τα μαντεύουν, να μην τα πει κανένας και είναι ένας ολόκληρος κόσμος.
Όταν όμως έρχεται τόσος κόσμος για να δει κάτι που έχει plot twist σημαίνει ότι τελικά αυτό δεν έχει και τόση σημασία!
Σημασία έχει η ταινία λόγω τεχνικής, ερμηνείας να είναι καλή. Άρα κι αυτός ο μύθος καταρρίπτεται. Υπάρχουν καλές ταινίες με plot twist και κάποιες που απλά είναι σπαζοκεφαλιές απλά για να είναι.
Οπότε, τι κάνει καλή μια ταινία; Θα πω τη δική μου αδυναμία.
Το δικό μου σκεπτικό λέει ότι μια ταινία είναι καλή όταν υπονοεί περισσότερο απ’ οσο δείχνει, δηλαδή σε ταξιδεύει με τις αποχρώσεις της και όχι τόσο με τη βροντή της. Ο Νόλαν, για παράδειγμα, ξερει πολύ καλά πώς να μην τα λέει όλα. Δεν είναι τυχαίο ότι είναι ο πιο δημοφιλής σκηνοθέτης από την εποχή του Χίτσκοκ και του Ταραντίνο. Την τέχνη του υπενίσσεσθαι την ξέρει πολύ καλά και την τοποθετεί πολύ καλά.
Ακόμη και στο ‘Oppenheimer’ είναι μαεστρικό το φινάλε του, το πώς φέρνει κοντά τους χαρακτήρες του είναι σαν να κοιτάζονται και να μην μιλάνε. Το ‘Tenet’ ειναι ακριβώς το ίδιο πράγμα και αυτό που έγινε στο τέλος είναι σαν να το ξέρει ο Πάτινσον και να λέει ‘δεν το κατάλαβες’.
Υπάρχει και μια ειρωνεία σε όλα αυτά. Οι ταινίες του Κιούμπρικ διαβάζονται πιο ευκολα αν καταλάβεις τη σάτιρά τους.
Οι μεγάλοι καλλιτέχνες είναι σατιρικοί, έχουν λοξό βλέμμα στο πώς βλέπουν τον κόσμο και προσπαθούν να τον αφηγηθούν. Οι πολύ κυριολεκτικοί, που τα λένε όλα, με κάνουν να βαριέμαι λιγάκι».
Οι Κοέν και… ο Αθερίδης
Υπάρχουν ταινίες που δεν καταλάβατε με την πρωτη τι ήθελαν να πουν ή που νας μη σας αρεσαν τόσο την πρώτη φορά;
«Πρόχειρα μου έρχεται στο μυαλό το ‘Barton Fink’ των αδελφών Κοέν.Το είχα δει στις Κάννες, περίμενα άλλα πράγματα, ήταν και η πρώτη φορά που πήγαινα τότε, μπορεί να ήμουν κουρασμένος, ίσως είχα δει πολλές ταινίες και δεν κατάλαβα τι ήθελαν να πουν.
Εντάξει, την ξαναείδα και είπα όχι μόνο ότι δεν κατάλαβα, αλλά ότι ειναι μια μεγάλη ταινία και δεν είναι τυχαίο που ως πρόεδρος της επιτροπής ο Πολάνσκι της έδωσε πολλά βραβεία τότε, γιατί τον ενθουσίασε. Αυτός ο μισανθρωπισμός, αλλά τόσο έξυπνος και η χλεύη, το ρεζίλεμα σε όποιον κάθεται πίσω από μια μεγάλη καρέκλα και παίρνει μια μεγάλη απόφαση είναι κάτι που ενθουσιάζει όποιον έχει αλλεργία στην εξουσία.
Οι Κοέν το absurd το έχουν πάει μουσείο, όχι απλά στο Όσκαρ. Πολύ μεγάλοι σκηνοθέτες.
Ακόμη και σε πιο ταπεινές ταινίες μπορεί να αστοχήσω, το είχα πει και στο Θοδωρή Αθερίδη ότι τον είχα αδικήσει σε μια ταινία που η Καρύδη παίζει το φάντασμα (spoiler, χαχα). Και παρ’ ότι είχα συγκινηθεί επειδή γυρίστηκε εκεί που μεγάλωσα στον Πειραιά, μετά είπα οκ ρε παιδί μου.
Όταν το ξαναείδα στην τηλεόραση κατάλαβα ότι έχει πολλές αρετές. Για ένα ρομαντικό ghost story ήταν πολύ αξιέπαινη προσπάθεια, το πώς το χειρίστηκε όλο αυτό και το έφερε ωραία χωροταξικά. Το έκανε ανθρώπινο και γλυκό και παρακολουθήσιμο. Οι Κοέν και ο Αθερίδης, λοιπόν!».
Υπάρχουν διαφορές στην κριτική μιας ταινίας σήμερα με την κριτική πριν 30 χρόνια;
«Δεν έχω παρατηρήσει κάτι να έχει αλλάξει. Μπορεί τα γούστα του κοινού να έχουν αλλάξει και να βλέπει αλλιώς το τι σημαίνει σινεμά και να είναι και λίγο προβληματικό μετά την ελεύση της συνήθειας του να βλέπει κάποιος μια σειρά με περισσότερη διάρκεια μία ώρα το πολύ και μετά να έχει cliffhanger και να πηγαίνει στο επόμενο κεφάλαιο. Όλο αυτό αλλάζει τον τρόπο που βλέπει το κοινό κι αυτό θα το δούμε στη γενιά Alpha, σε αυτή που έρχεται δηλαδή και έχει μάθει να βλέπει μια ιστορία τελείως διαφορετικά απ’ ότι ξεκινήσαμε εμείς με το σινεμά.
Εγώ το βλέπω γι’ αυτό που είναι.
Βέβαια υπάρχουν και ταινίες που μοιάζουν περισσότερο με video games, το cliffhanger έχει γίνει γίνει κινηματογραφικός τρόπος πλέον κι από σκηνοθέτες που δεν το περιμέναμε».

Άλλη μια «αιώνια ερώτηση». Πού σταματά κάτι να είναι επιρροή και γίνεται αντιγραφή ή κλοπή στο σινεμά;
«Υπαρχει περίπτωση να σου αρέσει μια ταινία και να μην καταλαβεις ότι κάποιος άλλος την έχει κάνει και ίσως και καλύτερα, να είναι πονηρός ο σκηνοθέτης και να μη το λέει. Ή να είναι αφελής ή και αδαής και να μην το έχει δει ποτέ.
Βέβαια όσο περνούν τα χρόνια, τόσο περισσότερες ταινίες έχουν γίνει και έχουμε δει, που σημαίνει ότι θα έχουν περισσότερες επιρροές απ ό,τι είχαν παλαιότερα. Αυτό είναι νομοτελειακό.
Το ζητούμενο είναι να έχει κάνει μια καλή ταινία κάποιος.
Για παράδειγμα ο Ζβιάγκιντσεφ πήρε μια παλιά ταινία του Σαμπρόλ περί απιστίας, το είπε βέβαια εξαρχής και έκανε κάτι τελείως διαφορετικό και αξίζει συγχαρητηρίων. Πήρε κάτι γιατί του άρεσε και έβαλε μέσα και τον πόλεμο σαν φόντο. Δεν το μπερδεύει, το έκανε μαεστρικά.
Λες ότι αυτό πρέπει να κάνει η τέχνη, να παίρνει απ’ όπου αισθάνεται ότι αξίζει ή κάτι σου λέει εσένα και να το κάνει κάτι διαφορετικό.
Η τέχνη δεν οφείλει να είναι αναγκαία ή διδακτική, αλλά να κάνει αυτό που νομίζει. Νομίζω το έχει πει ο Όσκαρ Ουάιλντ.
Αυτό αμέσως την αποκλείει από την προπαγάνδα ή τον χειρισμό».
Ο Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος μου δείχνει έναν άνθρωπο που διαβάζει πολύ και θυμάται απίστευτα πράγματα για τις ταινίες… Κάτι σαν τον Σωτηρακόπουλο του σινεμά δηλαδή (γέλια).
«Είναι εξωφρενικό κοπλιμέντο (χαχα). Παλιά διάβαζα περισσότερο. Όταν οριστικοποιήθηκε η πανηγυρική έλευση του ίντερνετ, ο εκδημοκρατισμός της πληροφορίας δηλαδή, εγώ χαρηκα. Γιατί εκεί θα φαινόταν τι μπορείς να κάνεις με όλα αυτά που κάποιοι άνθρωποι δε θα ήταν εύκολο να απομνημενόσουν.
Εγώ βέβαια από μικρός αυτά που με ενδιέφεραν τα θυμόμουν. Όταν ήμουν μικρός, με ενδιέφερε πάρα πολύ ο στίβος και παρακολοθούσα όλους τους αγώνες, θυμόμουν όλα τα ρεκόρ απ’ εξω.
Το να θυμάσαι πολλές πληροφορίες δε σημαίνει πολλά αν δεν ξέρεις τι να τα κάνεις όλα αυτά. Απλά μπορεί να γελάει η παρέα σου.
Το να βγει κάποιος αλαζονικά και να κοκορεύεται και να λέει το θυμάσαι αυτό ή το θυμάσαι εκείνο, για μένα είναι και λίγο υποτιμητικό.
Τώρα πια που ξέρει ο οποιοσδήποτε αν πήρε κάποιος βράβειο ή ποιος έχει σκηνοθετήσει μια ταινία, θα λέει κάτι όλο αυτό; Άρα λοιπόν όλο αυτό το θέμα της γνώσης και της πληροφορίας είναι λίγο ανακουφιστικό που υπάρχει παντού.
Το θέμα είναι τι έχει να σου πει κάποιος, αν μπορεί να συνδυάσει πληροφορία με άποψη, με πρωτοτυπία, με καλλιέπεια λόγου.
Εκεί κερδίζει πολύ μια ταινία ή ένας άνθρωπος. Δεν βρίσκω πολύ γοητευτικό απλά κάποιον που θυμάται πολλά.
Ο Σωτηρακόπουλος, μιας που τον ανέφερες, είναι γενικά ένας πολύ καλός δημοσιογράφος και κάνει τρομερές μεταδόσεις. Απλά τυχαίνει πολλές φορές να τον ρωτούν πράγματα για το παρελθόν κι αυτός να απαντά».

Θεωρείτε ότι είστε γεννημένος δημοσιογράφος; Υπάρχει αυτό;
«Δεν είμαι σίγουρος. Επειδή πιστεύω στην ιδιωτικότητα, στις ιδιωτικές στιγμές ενός ανθρώπου και στον τρόπο που ο καθένας επιλέγει να βιώσει τη ζωή του, χωρίς να ξέρουν όλοι λεπτομερώς τι κάνει, αντίστοιχα υπάρχουν ταινίες ή μουσικές που μπορεί να θέλω να τις κρατήσω για τον εαυτό μου. Δεν έχω όμως αυτή την πολυτέλεια λόγω του επαγγέλματος, οπότε στις περισσότερες πρέπει να γράψω τη γνώμη μου.
Σε κάποιες σπάνιες περιπτώσεις όπως πρόσφατα στο ‘Artificial’ του Λούκα Γκουαντανίνο το αντικειμενικό εμπάργκο που υπάρχει μέχρις ώτου η ταινία είναι κοντά στην προβολή της με έκανε να αφήσω το γράψιμο για μερικές μέρες μετά και να τη σκεφτώ.
Υπάρχουν αρκετοί συνάδελφοι που έχουν συνηθίσει αλλιώς τη δουλειά τους, να προλάβουν να τα γράψουν, να το βάλουν στα σόσιαλ ενώ εμένα η φύση μου δεν ειναι ακριβώς αυτή. Και υπάρχουν και πράγματα που τα κρατάω για μένα ως φυλαχτό, μέσα μου γιατί κάτι μου λένε προσωπικά».
Αυτή τη δουλειά δεν ξερω αν γεννηθηκα για να την κάνω, αλλά αυτή ήθελα να κάνω.
Παρ ότι δεν ήταν διαδεδομένη, ήταν λίγο υποσημείωση σαν επάγγελμα. Δεν ρωτούσε ποτέ ο δάσκαλος ποιος θέλει να γίνει κριτικός κινηματογράφου; Ακόμη το λέω και υπάρχει κόσμος που δεν ξέρει τι είναι αυτή η δουλειά. Έρχονται τα πιτσιρίκια και μου λένε ‘δηλαδή είσαστε κριτής;’ γιατί ξέρουν την περίπου ομόηχη λέξη από τα talent show. Και λέω ‘ναι, ναι’.
Αυτό ήθελα να κάνω. Να βλέπω ταινίες για να γράφω γι’ αυτές.
Και για μοιυσικη έχω γράψει περιστασιακά για soundtracks, αλλά δεν σκέφτηκα ποτέ να γίνω μουσικοκριτικός. Παρ’ ότι χωρίς μουσική δε θα μπορούσα να ζήσω. Χωρίς σινεμά μπορεί και να μπορούσα.
Η μουσική είναι πιο σπλαχνικό πράγμα, υπάρχει μέσα σου, είναι σαν νερό. Ενώ το σινεμά είναι πιο τεχνικό. Μπορεί να σε συγκινήσει βαθύτατα και το σινεμά, αλλά η μουσική σε πιάνει αυτόματα.
Κυρίως μιλάμε για το μαύρο ιδίωμα, φανκ, σόουλ, τζαζ. Αυτά μου αρέσουν».
Τελευταία φορά που κλάψατε με ταινία;
«Δεν είναι μια ταινία για να κλάψεις. Δε θέλει να σε συγκινήσει μπορεί να θέλει και να σε εξοργίσει λίγο. Είναι μια λίγο άγνωστη ταινία. Η ‘Άρχουσα Τάξη’ (The Ruling class). Τη σκηνοθέτησε ο Πίτερ Μέντακ και παίζει ο Πίτερ Ο’ Τουλ, ο οποίος παίζει τον σχιζοφρενή που νομίζει ότι ειναι ο Χριστός.
Είναι τόσο καλός που συγκινήθηκα από το ταλέντο του. Το ταλέντο με κάμπτει. Σκύβω μπροστά στο ταλέντο. Δεν μπορώ να αντισταθώ όταν κάποιος είναι σπουδαίος καλλιτέχνης. Παθαίνω πλάκα.
Δεν χρειάζεται να είσαι ηθοποιός για να δεις κάτι και να πεις θέλω να το κάνω κι εγώ αυτό.
Όπως και με τα σπορ, μπορεί να σε συγκινήσει το χάρισμα. Όχι επειδή κερδίζει η ομάδα σου.
Το γκολ του Μαραντόνα για παράδειγμα με την Αργεντινή που περνάει όλη την αντίπαλη ομάδα ειναι συγκινητικό, δεν είναι απλά μια γκολάρα. Είναι σαν να κάνει μια χορογραφία.
Είναι τρομερή σάιτιρα. Πολύ θα ήθελα να δει κάποιος αυτή την ταινία».
Υπάρχουν σημειωμένες ταινίες που δεν έχετε δει;
«Ναι, είναι πολλές από τον πειραματικό κινηματογράφο, κάποια ντοκιμαντέρ παλαιότερα.
Με απογοητεύει που κάποιοι λένε μου αρέσει μία τέχνη και δε χρειάζεται να δω κάτι άλλο. Εγώ έχω και το σύνδρομο του μαθητή. Αισθάνομαι ότι ξέρω λίγα, παρ’ ότι έχω δει πολλά πράγματα.
Παρ΄ότι έχω δει περισσότερα από τον μέσο όρο, αισθάνομαι ότι και λίγα είναι.
Πάντα υπάρχει και περιθώριο βελτίωσης και να εμπλουτίσεις την αγάπη σου.
Το καλύτερο παράδειγμα είναι ο Φοίβος Δεληβοριάς. Άρρωστος σινεφίλ. Έχει ένα σύστημα. Θα δει νέες ταινίες, αλλα πηγαίνει και χρονολογικά. Δηλαδή έχει βαλθεί να δει όλες τις μεγάλες ταινίες στην ιστορία του σινεμά, πηγαίνοντας ανά έτος.
Και δεν κουνιέται από ένα έτος αν δεν το δει όλο.
Π.χ. αν είναι στο 1964 δεν φεύγει, αν δεν το εξαντλήσει.
Εγώ δεν είμαι τόσο συστηματικός. Τις παλιές ταινίες γενικά πρέπει να τις κυνηγήσεις πολύ, δεν είναι στις πλατφόρμες, πρέπει να τις αγοράσεις».
Είστε νοσταλγικός τύπος;
«Προσπαθώ να μην είμαι. Είναι λίγο παγίδα η νοσταλγία. Είναι ένα καταφύγιο, ένα λιμάνι. Δεν είναι πάντα σοφός πλοηγός.
Είναι και λίγο ανασφάλεια. Κι επειδή έχω μια τάση να είμαι νοσταλγικός, προσπαθώ να το αποφεύγω».
«Είναι άβολο να χρειάζεται να απολογηθείς για μια κριτική»
Είστε φίλος με κάποιο δημιουργό ή ηθοποιό;
«Είμαι φιλικά διακείμενος με πολύ κόσμο, αλλά δεν έχω φίλο ηθοποιό ή σκηνοθέτη. Και δεν το έχω επιδιώξει.
Δεν έχει έρθει φυσικά και δεν το έχω επιδιώξει τεχνητά.
Είμαστε μικρή πιάτσα, όπου είναι πολύ πιθανό να πέσω σε κάποιον ευκολα.
Οπότε, είναι λίγο άβολο όταν δεν σου αρέσει το έργο του να πρέπει να απολογηθείς ή να τον φέρεις σε δύσκολη θέση.
Επομένως, εφόσον έχουμε φίλους όλοι, γιατί να πρέπει να τον κάνεις φίλο μόνο επειδή είναι σκηνοθέτης;
Αν ήμουν σίγουρος ότι η δουλειά του είναι 100% του γούστου μου και δε θα έρθουμε σε σύγκρουση, τότε μπορεί και να συνέβαινε. Και πάλι όμως θα πρέπει να σου πηγαίνει και ως άνθρωπος. Με πολλούς έχω εξαιρετική σχέση».
Σας έχουν ζητήσει το λόγο για κάτι που γράψατε;
«Ναι, αλλά τίποτα το πολύ δραματικό.
Όπως επίσης υπάρχουν άνθρωποι που δεν τους άρεσε αυτό που έγραψα και μου το έδειξαν με σιωπή, κάτα κάποιο τρόπο. Το οποίο το βρίσκω τίμιο. Δε θα κάτσω να εξηγήσω ότι δεν είναι προσωπικό, αν κάποιος δεν θέλει να το δει. Υπάρχουν και κάποιοι που δεν έχουν κανένα πρόβλημα και μιλάμε κανονικά».
«Αν έπρεπε να κανω τη ζωή μου ταινία θα ήθελα να γίνει κωμωδία»
Αν κάνατε τη ζωή σας ταινία ποιον σκηνοθέτη θα επιλέγατε και ποιον ηθοποιό για να παίξει τον Θοδωρή;
«Ειλικρινά δεν το έχω σκεφτεί ποτέ και δεν βρίσκω κανένα λόγο για να γίνει αυτό.
Η ταινία αυτή θα ήταν βαρετή και δε θα την ενέκρινε καμία εταιρία ή στούντιο!
Θα έλεγαν ότι αυτό το σενάριο δεν μας αφορά.
Ωστόσο αν έπρεπε να γίνει ταινία, θα ήθελα να γίνει κωμωδία.
Μου αρέσει το χιούμορ, οπότε θα ευχόμουν να έκανε πλάκα, να έβλεπε οτιδήποτε έχω ζήσει πολύ λοξά. Γιατί θα έβλεπε ανάποδα την πλευρά που μου προκάλεσε ανησυχία, άγχος, πρόβλημα και θα καταλαβαίναμε ότι όλα είναι πολύ μάταια και σχετικά σε αυτόν τον κόσμο».
Ωστόσο αρκετοί θα σας ζήλευαν για το ότι έχετε γνωρίσει όλες αυτες τις διασημότητες, μεγάλους σκηνοθέτες, αστέρες του Χόλιγουντ.
«Το καταλαβαίνω αυτό, απλά αυτό είναι ένα παρεπόμενο της δουλειάς μου. Δεν είναι ακριβώς η δουλειά μου αυτή, αλλα ένα παράπλευρο κέρδος. Δεν το επιδιώκω έρχεται από μόνο του, να κάνω συνεντεύξεις.
Όπως και η τηλεόραση προέκυψε επίσης λίγο τυχαία. Θα έκανα αυτή τη δουλειά για έντυπο. Μέσω της τηλεόρασης προέκυψαν και οι συνεντεύξεις.
Υπάρχει και κόσμος που να μην ξέρει τους ξένους και να ξέρει εμένα, μόνο επειδή είμαι Έλληνας.
Δεν είναι αυτή η δουλειά όμως. Κάθομαι και γράφω και βλέπω ταινίες στις 9 το πρωί. Δεν υπάρχει κάτι δραματικό σε αυτό».
Η πιο επιδραστική προσωπικότητα από αυτές τις συνεντεύξεις-γνωριμίες; Υπήρξε κάποιος ή κάποια που εξέπεμπε κάτι ιδιαίτερο για σας;
«Οι συνεντεύξεις δεν επέδρασαν ιδιαίτερα πάνω μου.
Από τους λίγους ανθρώπους που κατάλαβα ότι εδώ υπάρχει χάρισμα είναι η Όπρα Γουίνφρεϊ. Δεν ξέρω αν είναι προβαρισμένο ή μελετημένο όλο αυτό ή αν το έχει κάνει επιστήμη, αλλά ο τρόπος που προσέγγισε και μένα και τους ανθρώπους που της μίλησαν για την ταινία Beloved ήταν κάτι μαγικό. Αισθάνεσαι πως είναι φίλη σου, ο τρόπος που προσέχει τι λέει, μιλάει άμεσα και καίρια, ενώ είναι παράλληλα εξαιρετικά φιλική, είναι μοναδικός. Είναι μια κατηγορία από μόνη της».

Ελληνικό σινεμά; Πώς το βλέπετε;
«Δεν το είδα ποτέ το ελληνικό σινεμά σαν ελληνικό σινεμά, ότι δηλαδή πρέπει να το αντιμετωπίσουμε σαν ατο αγαπημένο μας παιδί.
Σίγουρα μιλάει στη γλώσσα μας και έχει μια διαφορετική θέση, αλλά στο φινάλε ο κόσμος θα δει μια ταινία. Δε θα σκεφτεί ότι είναι ελληνική. Πρέπει να του αρέσει.
Οπότε κι εδώ είναι ανάλογα με το ταλέντο και την προσωπικότητα του καθένα, πάντα υπήρχαν σκηνοθέτες που ξεχώριζα. Τα τελευταία χρόνια είναι πολύ εύκολο να πει κανείς για το Λάνθιμο, γιατί είναι αλήθεια.
Ειναι φοβερός σκηνοθέτης και πολύ ξεχωριστός».
Υπάρχει κάτι άλλο πέραν του Λάνθιμου που είναι παγκόσμιος πλέον; Αρκετοί μιλούν για τον Τσαφούλια. Υπάρχει κάτι άλλο που έρχεται;
«Ο Τσαφούλιας επενδύει κυρίως στο θέατρο, του αρέσει περισσότερο αυτό, στις τηλεοπτικές σειρές έχει βρει έναν δραματικό παλμό. Στο σινεμά, έχει να κάνει ταινία δέκα χρόνια.
Υπάρχει ο Κούτρας που κάνει σινεμά με γνώση και προσωπικότητα.
Υπάρχουν δύο κυρίες, η Λέντζου και η Κοτζαμάνη, που είναι αξιόλογες.
Βγαίνει μια καινούργια γενιά με δυναμισμό και φαντασία».
Λαμβάνετε υπόψη και τη δυσκολία που υπάρχει στις παραγωγές στην Ελλάδα;
«Ναι το λαμβάνω υπόψη, αλλά στο τέλος βλέπουμε μια ταινία, ένα αποτέλεσμα, ένα σινεμά, που στέκει ανταγωνιστικά στα γούστα του κοινού δίπλα σε σινεμά που δεν είναι ελληνόφωνο.
Ως Έλληνας σίγουρα με φορτίζει κάτι ελληνικό περισσότερο αλλά μια ταινία δε θα τη δω επειδή είναι ελληνική αλλά για το αν είναι καλή, αν με ενδιαφέρει κι αν είναι πρωτότυπη».
Τι γίνεται με το μέλλον των κριτικών κινηματογράφου; Είδα πέρυσι ακόμη και οι NY Times απέλυσαν αρκετούς. Το μέλλον της κριτικής πάει προς κάτι πιο εύπεπτο;
«Δεν είναι στο μυαλό μας. Πολλοί συνάδελφοι έχασαν τη δουλειά τους και αυτό συνάδει με το μειωμένο ενδιαφέρον, αλλά και για οικονομικούς παράγοντες της δημοσιογραφίας. Η κριτική είναι άποψη και οι αρθογράφοι είναι λίγο πολυτέλεια για κάποια μέσα αν δεν είναι πολιτικοί ή αθλητικοί.
Δεν ξέρω γιατί χάθηκαν θέσεις, αλλά με το που θα ανέβει κι άλλο το σινεμά, γιατί έχει πολύ ανοδική πορεία, το μέλλον θα είναι καλύτερο».
Από τις σημαντικές προσωπικότητες του σινεμά ποιον ή ποιους απ’ όσους δεν προλάβατε να συναντήσετε θα θέλατε να γνωρίσετε από κοντά;
«Οι περισσότεροι έχουν αποδημήσει… Τον Τομ Κρουζ και τον Αλ Πατσίνο, που είναι σπουδαίος και με τρομερό έργο. Όμως, δεν παραπονιέμαι…».
Και μιας που είπαμε για Τομ Κρουζ, γιατί το Digger είχε τόσο αντιφατικές κριτικές;
«Οι κριτικές ήταν εχθρικές.
Ήταν μια σάτιρα πολύ έντονη. Σε αυτούς που δεν είναι αντιδραστικοί, μπορεί να φάνηκε προφανής.
Κι εμένα μου φάνηκε λίγο προφανής, αλλά με κέρδισε στο τέλος είχε κάτι πολύ έξυπνο που το στήριζε όλο αυτό.
Όσοι είναι συντηρητικής ιδεολογίας είναι προφανές ότι θα προσπαθούσαν να την κριτικάρουν άσχημα, γιατί χτυπάει τη φαυλότητα σε υπερθετικό βαθμό.
Πιστεύω ότι θα κερδίσει στο χρόνο, αλλά έχασε το μεγάλο άνοιγμα, τα πολλά χρήματα και θα είναι επιζήμια.
Κι αυτό δεν είναι καλό γιατί δύσκολα θα γίνουν παρόμοιες, δηλαδή δύσκολα θα εγκριθούν ανάλογα καλλιτεχνικά στοιχήματα γιατί θα κριθούν ριψοκίνδυνα».

