-|-
Η ανακούφιση με την οποία υποδέχθηκαν οι αγορές την νίκη των Δημοκρατικών στην Βουλή των Αντιπροσώπων και την Γερουσία των ΗΠΑ βάζει και τα μέλη της ΕΚΤ σε δεύτερες σκέψεις για μια 3η αύξηση των επιτοκίων του ευρώ τον Δεκέμβριο, παρά την αύξηση του πληθωρισμού στην Ευρωζώνη στο 4% για τον Οκτώβριο.
Αυτές οι δεύτερες σκέψεις εκφράζονταν και πριν την συνεδρίαση του Οκτωβρίου όταν πολλά από τα μέλη του ΔΣ θεωρούσαν ότι μέρος της προσπάθειας για την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού θα προκύψει από μόνη της μέσα από την τρέχουσα κρίση. Ότι δηλαδή η αύξηση των επιτοκίων δανεισμού στην Ευρωζώνη και επαγωγικά των επιτοκίων χορηγήσεων θα περιόριζε την ζήτηση και στην συνέχεια και την αύξηση των τιμών. Ωστόσο, ο Γερμανός Κεντρικός Τραπεζίτης Γιοακίμ Νάγκελ τονίζει ότι σε κάθε περίπτωση, αν δεν έχουμε μια κάποια σημαντική υποχώρηση του πληθωρισμού, θα είναι απαραίτητη μια ακόμη αύξηση των επιτοκίων του ευρώ στο τέλος του χρόνου. Η απερχόμενη Πρόεδρος Κριστίν Λαγκάρντ αφήνει όλα τα ενδεχόμενα ανοιχτά, τονίζοντας ότι οι αποφάσεις θα ληφθούν τον Δεκέμβριο με βάση τις νέες εκτιμήσεις για τον πληθωρισμό και την ανάπτυξη.
Η αλήθεια είναι ότι πλέον είναι γνωστό στην ΕΚΤ ότι η άνοδος των εισοδημάτων έχει επιβραδυνθεί. Αν λοιπόν ο πληθωρισμός παραμείνει σε υψηλά επίπεδα, οι διαδοχικές αυξήσεις επιτοκίων θα οδηγήσουν σε μεγαλύτερη οικονομική επιβράδυνση.
Όπως έχει ξεκαθαριστεί πολλές φορές από την ίδια την Λαγκάρντ, βασική αποστολή της ΕΚΤ είναι ο έλεγχος των τιμών και όχι η ανάπτυξη της Ευρωζώνης. Παρόλα αυτά όμως, οι αυξήσεις των επιτοκίων δανεισμού σε όλη την Ευρωζώνη, ειδικά τώρα όταν η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της, η Γαλλία , δέχεται επίθεση που μπορεί υπό προϋποθέσεις να γενικευτεί, έχει προκαλέσει ανησυχίες και στην Φρανκφούρτη.
Γιατί δεν ανησυχεί η Αθήνα
Η αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ, εκτός από το κόστος δανεισμού των κρατών, αυξάνει και τα επιτόκια χορηγήσεων. Άλλωστε, ο στόχος των αυξήσεων επιτοκίου είναι να γίνει πιο ακριβό το χρήμα ώστε να μειωθεί η κατανάλωση. Απέναντι σε μια αυξανόμενη δυσκολία χρηματοδότησης που καταγράφεται σταδιακά στην υπόλοιπη ΕΕ, στην Ελλάδα, το πρόβλημα είναι αρκετά μικρότερο.
Η χρηματοδότηση του ιδιωτικού τομέα αυξήθηκε τον Σεπτέμβριο με ρυθμό 6%, από 7,3% τον Αύγουστο ενώ η ΕΚΤ είχε αυξήσει δύο φορές τα επιτόκια του ευρώ, στο 2,5%, από 2% που ήταν τον περασμένο Ιούνιο. Η διαφορά στην Ελλάδα, βρίσκεται στο ότι οι εμπορικές τράπεζες ενσωματώνουν μέρος των αυξήσεων στα επιτόκια χορηγήσεων, θέλοντας να διοχετεύσουν την υψηλή τους ρευστότητα σε δάνεια.
Σε ό,τι αφορά τον δημόσιο τομέα, παρότι τα ελληνικά ομόλογα ακολούθησαν την τάση της αύξησης των αποδόσεων όλων των επιτοκίων της Ευρωζώνης, ο δανεισμός του Δημοσίου δεν επηρεάστηκε παρά οριακά. Το επιτόκιο εξυπηρέτησης του χρέους αυξήθηκε στο 1,8%, από 1,7% που ήταν πέρσι. Τούτο διότι περίπου τα 2/3 του χρέους είναι στα χέρια Ευρωπαίων πιστωτών και είναι κλειδωμένο σε σταθερά χαμηλά επιτόκια. Επίσης, ο ΟΔΔΗΧ έχει καλύψει το 95% του ετήσιου δανειακού προγράμματος 8 δισ. ευρώ από τον Ιούνιο, ενώ διαθέτει ταμειακά διαθέσιμα πάνω των 35 δισ. ευρώ, ικανά να καλύψουν το σύνολο των δανειακών αναγκών της χώρας για παραπάνω από 3 χρόνια, χωρίς να χρειαστεί να δανειστεί από τις αγορές.

