Του Τάσου Δασόπουλου
Σε σοβαρά διλήμματα μπαίνει σύντομα η Ε.Ε., αφού θα πρέπει να επανεξετάσει τις άμυνές της απέναντι σε μια συνεχώς επιδεινούμενη ενεργειακή κρίση, και σε δεύτερο χρόνο πού και πώς θα κατευθύνει τους πόρους ύψους περίπου 1,9 τρισ. ευρώ, τους οποίους θα διαθέσει την επταετία 2028-2034.
Σε αυτό χρονικό σημείο η Ε.Ε. βρίσκεται διχασμένη σε όλα τα θέματα που αφορούν το παρόν και το μέλλον της Ένωσης, ενώ είναι υποχρεωμένη να πληρώνει ακριβότερα από κάθε άλλη μεγάλη οικονομική οντότητα την ενεργειακή κρίση, με ακριβότερο πετρέλαιο, φυσικό αέριο, σύντομα και ηλεκτρικό ρεύμα. Παράλληλα, όμως, η Ε.Ε. έχει καταστεί πλέον ο αποκλειστικός χρηματοδότης της Ουκρανίας στον πόλεμο με τη Ρωσία.
Τούτο, διότι μετά την άρση των κυρώσεων και τη συμφωνία των ΗΠΑ με τη Ρωσία για εισαγωγές πετρελαίου, ο πρόεδρος Τραμπ ανέστειλε τη βοήθεια σε χρήμα και οπλισμό προς την Ουκρανία. Έτσι η Ε.Ε. ετοιμάζεται αυτές τις ημέρες να εγκρίνει δάνειο 70 δισ. ευρώ προς την Ουκρανία για τη συνέχιση του πολέμου.
Την ίδια ώρα γίνεται φανερό ότι πρέπει να ληφθούν νέες αποφάσεις για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης, η οποία θα έχει βαρύτερες συνέπειες για την Ευρώπη, η οποία εξαρτάται από εισαγωγές. Η άνοδος της τιμής του φυσικού αερίου πάνω από 100 ευρώ ανά θερμική μεγαβατώρα και του πετρελαίου πάνω από 110 δολάρια το βαρέλι πλήττει ήδη τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς και τη βιομηχανία της Ευρώπης. Αν ο πρόεδρος Τραμπ μετά τις ενδιάμεσες εκλογές την επόμενη εβδομάδα κάνει επανεκκίνηση των βομβαρδισμών σε κρίσιμες υποδομές του Ιράν, ασκώντας πίεση για συμφωνία, οι συνθήκες στην αγορά ενέργειας θα επιδεινωθούν.
Δύσκολες επιλογές
Η Ε.Ε. θα πρέπει σε πρώτο στάδιο στο επόμενο Eurogroup και στη συνέχεια στη Σύνοδο Κορυφής στις 26 Νοεμβρίου να κάνει μια δύσκολη επιλογή: Αν, δηλαδή, θα επιμείνει στη σκληρή δημοσιονομική πειθαρχία διακινδυνεύοντας την άνοδο αντιευρωπαϊκών δυνάμεων σε όλη την Ευρώπη, οι οποίες θα πυροδοτήσουν νέα κοινωνική αναταραχή, μειώνοντας την ούτως ή άλλως αναιμική ευρωπαϊκή ανάκαμψη ή θα διαλέξει τον δεύτερο δρόμο: Να ακολουθήσει το σκεπτικό της Ελλάδας για μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία, δεχόμενη έκτακτα μέτρα, τα οποία μπορεί να επιδεινώσουν πρόσκαιρα τα δημοσιονομικά δεδομένα, αλλά δεν θα αφήσουν την ανάπτυξη να μειωθεί κάτω από το 1%.
Ως γνωστόν, η Ελλάδα φιλοδοξεί να δημιουργήσει έναν “κουμπαρά” 600 εκατ. ευρώ για τις δύσκολες ημέρες που έρχονται. Από αυτά, τα 400 εκατ. ευρώ ζητά να προέλθουν από τη ρήτρα διαφυγής για την ενέργεια. Δηλαδή, αντί για 1 δισ. ευρώ επενδύσεων που υποχρεώνεται να υλοποιήσει, να ολοκληρώσει νέα έργα 600 εκατ. ευρώ και τα υπόλοιπα 400 εκατ. ευρώ να στηρίξουν άμεσα την οικονομία μαζί με τα 200 εκατ. ευρώ, τα οποία έχει εγγράψει στον Προϋπολογισμό του 2027. Ανάλογες πρόνοιες μπορεί να υπάρξουν και για άλλες χώρες με χειρότερα δημοσιονομικά δεδομένα. Ωστόσο, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιμένει έως τώρα ότι δεν μπορεί μετά τη ρήτρα διαφυγής για δαπάνες άμυνας και ενέργειας να προχωρήσει σε περαιτέρω χαλάρωση και μάλιστα για έκτακτα μέτρα.
Η επίσημη απάντηση της Κομισιόν με τη μορφή ενός νέου “οδηγού” για μέτρα που θα μπορούν να εφαρμόσουν τα κράτη-μέλη, όπως ζήτησε η Σύνοδος Κορυφής του Οκτωβρίου, δεν θα πρέπει να αναμένεται νωρίτερα από την έκτακτη Σύνοδο κορυφής του Νοεμβρίου. Τούτο, ενώ θα πρέπει να συζητηθεί σοβαρά και το σχέδιο για την κάλυψη της ενεργειακής επάρκειας της Ευρώπης, η οποία σήμερα δεν είναι εξασφαλισμένη, παρά τις προσπάθειες της προέδρου της επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν. Αν μεσούντος του χειμώνα υπάρξουν ελλείψεις κυρίως φυσικού αερίου, τότε οι τιμές ενέργειας μπορεί να πλησιάσουν αυτές της κρίσης του 2022, όταν εισέβαλε η Ρωσία στην Ουκρανία.
Την ίδια στιγμή, οι χώρες κυρίως του ευρωπαϊκού Βορρά αρνούνται νέα δημοσιονομική χαλάρωση, με επιχείρημα κυρίως την άνοδο των αποδόσεων των ομολόγων τους. Ωστόσο, μεγάλο μέρος της φυγής των επενδυτών από το ευρωπαϊκό χρέος εκτός από τον “μεγάλο ασθενή”, τη Γαλλία, οφείλεται και στο γεγονός ότι η Ε.Ε. δείχνει να πορεύεται διχασμένη και σε ό,τι αφορά την ενεργειακή κρίση αλλά και το μεσοπρόθεσμο μέλλον της Ένωσης.
Ο επόμενος κοινοτικός Προϋπολογισμός
Το δεύτερο σημείο έντονης διαφωνίας εντός της Ε.Ε. είναι το ύψος αλλά και η κατανομή του επόμενου κοινοτικού Προϋπολογισμού για την περίοδο 2020-2034. Η αρχική πρόταση της Κομισιόν είναι ο νέος Προϋπολογισμός τα φτάνει το 1,95 τρισ. ευρώ. Στο ποσό αυτό περιλαμβάνει και την εξόφληση των 650 εκατ. ευρώ των δανείων που πήρε από τις αγορές η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, για να χρηματοδοτήσει το Ταμείο Ανάκαμψης. Αν αφαιρέσει κανείς τα 650 δισ. ευρώ των ομολόγων του ΤΑΑ, η πρόταση για τον νέο Προϋπολογισμό είναι 1,4 τρισ. ευρώ (έναντι 1,3 τρισ. του Προϋπολογισμού 2021-2027), για να χρηματοδοτήσει τις αυξημένες ανάγκες για κοινή άμυνα και ασφάλεια και τις δαπάνες για ενίσχυση της έρευνας και των τομέων καινοτομίας και κυρίως την τεχνητή νοημοσύνη. Προς το παρόν οι Βόρειες Χώρες, με πρώτη τη Γερμανία ζητούν περικοπές οι οποίες φτάνουν τα 600 δισ. ευρώ και περικοπές στην Πολιτική Συνοχής και στις αγροτικές επιδοτήσεις. Από την άλλη, η ομάδα που αποκαλείται Φίλοι της Συνοχής, όπου συμμετέχει και η Ελλάδα, ζητούν περισσότερα κονδύλια, καμία περικοπή σε Συνοχή και αγροτικές επιδοτήσεις και αναχρηματοδότηση, όχι εξόφληση, των ομολόγων του ΤΑΑ.
Οι Βόρειες Χώρες, η Γερμανία αλλά και η Γαλλία θέλουν συμφωνία μέχρι το τέλος του έτους, ώστε να μπορέσουν να περάσουν τις περικοπές, αν και συναντούν έντονες διαφωνίες σε όλα από τους Φίλους της Συνοχής. Όλα αυτά οδηγούν σε αδιέξοδες τις διαπραγματεύσεις, οι οποίες κάνουν τα προβλήματα της Ε.Ε. να μεγαλώνουν μέρα με την ημέρα.

