Η Γαλλία βρίσκεται αντιμέτωπη με μία από τις σοβαρότερες οικονομικές και πολιτικές κρίσεις των τελευταίων δεκαετιών, με τις εικόνες βίαιων διαδηλώσεων στους δρόμους του Παρισιού και άλλων μεγάλων πόλεων να αποτελούν την ορατή πλευρά ενός πολύ βαθύτερου προβλήματος. Πίσω από την κοινωνική αναταραχή βρίσκεται ένα οικονομικό μοντέλο που δυσκολεύεται ολοένα περισσότερο να χρηματοδοτήσει τις υποχρεώσεις του, ένα πολιτικό σύστημα που αδυνατεί να συμφωνήσει στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις και μια κοινωνία που αντιστέκεται σε κάθε απόπειρα περιορισμού των κρατικών παροχών.
Το διακύβευμα ξεπερνά κατά πολύ τα γαλλικά σύνορα. Η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μετά τη Γερμανία, αποτελεί βασικό πυλώνα της Ευρωζώνης και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Μια παρατεταμένη κρίση δημοσιονομικής αξιοπιστίας στο Παρίσι θα μπορούσε να προκαλέσει αναταράξεις στο σύνολο των ευρωπαϊκών αγορών, σε μια περίοδο κατά την οποία η Ευρώπη αντιμετωπίζει ήδη αυξημένο ενεργειακό κόστος, γεωπολιτική αβεβαιότητα και πιέσεις στην ανταγωνιστικότητά της.
Η έκταση της κρίσης αποτυπώθηκε με δραματικό τρόπο στις πρόσφατες κινητοποιήσεις. Οι διαμαρτυρίες για την ακρίβεια, τις τιμές των καυσίμων και την υποχρηματοδότηση δημόσιων υπηρεσιών εξελίχθηκαν σε εκτεταμένα επεισόδια, λεηλασίες και συγκρούσεις με την αστυνομία. Η κυβέρνηση του Σεμπαστιέν Λεκορνί αναγκάστηκε να ενισχύσει τα μέτρα ασφαλείας, ενώ το κίνημα των “Κίτρινων Γιλέκων” προετοιμάζει νέες κινητοποιήσεις.
Αμείλικτοι αριθμοί
Η πραγματική διάσταση του γαλλικού προβλήματος αποτυπώνεται στους αριθμούς. Οι δημόσιες δαπάνες αντιστοιχούν στο 57,2% του ΑΕΠ, ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ευρώπη, ενώ η φορολογική επιβάρυνση φτάνει στο 45,2% του ΑΕΠ. Παρά το ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο φορολόγησης, το κράτος εξακολουθεί να εμφανίζει μεγάλα ελλείμματα και να συσσωρεύει χρέος.
Το δημόσιο χρέος πλησιάζει τα 3,6 τρισ. ευρώ, αντιστοιχώντας περίπου στο 119% του ΑΕΠ. Την ίδια στιγμή, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προβλέπει ανάπτυξη μόλις 0,4% για το 2026, γεγονός που καθιστά ακόμα δυσκολότερη τη δημοσιονομική προσαρμογή.
Το πρόβλημα δεν είναι συγκυριακό. Όπως επισημαίνει η “Wall Street Journal”, η Γαλλία δεν έχει καταφέρει να ισοσκελίσει τον κρατικό Προϋπολογισμό της από το 1974. Επί μισό αιώνα, διαδοχικές κυβερνήσεις χρηματοδοτούν μέρος των κρατικών δαπανών μέσω συνεχούς δανεισμού.
Στην καρδιά του γαλλικού μοντέλου βρίσκεται ένα εξαιρετικά εκτεταμένο κοινωνικό κράτος, με υψηλές δαπάνες για συντάξεις, υγεία, κοινωνικές μεταβιβάσεις και δημόσιες υπηρεσίες. Πρόκειται για ένα σύστημα που εξασφαλίζει σημαντική κοινωνική προστασία, αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί μεγάλες και διαρκώς αυξανόμενες δημοσιονομικές υποχρεώσεις.
Ιδιαίτερα το ασφαλιστικό, αποτελεί την πολιτική “ιερή αγελάδα” της Γαλλίας. Κάθε προσπάθεια αύξησης των ορίων συνταξιοδότησης ή περιορισμού των συνταξιοδοτικών δαπανών προκαλεί ισχυρές κοινωνικές αντιδράσεις. Ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι η γήρανση του πληθυσμού θα εντείνει τις πιέσεις και προτείνει επανεκκίνηση της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης, ακόμα και σύνδεση του ορίου συνταξιοδότησης με το προσδόκιμο ζωής.
Η αποτυχία Μακρόν
Όταν ο Εμανουέλ Μακρόν εξελέγη πρόεδρος το 2017, υποσχέθηκε να εκσυγχρονίσει τη γαλλική οικονομία, να περιορίσει τις αγκυλώσεις της αγοράς εργασίας και να μεταρρυθμίσει το κράτος. Σχεδόν μία δεκαετία αργότερα, η φιλοδοξία αυτή έχει προσκρούσει στην κοινωνική αντίσταση και, κυρίως, στην πολιτική αποδυνάμωση του προέδρου.
Η απώλεια της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και ο κατακερματισμός της Εθνοσυνέλευσης μετά τις πρόωρες εκλογές του 2024 έχουν καταστήσει εξαιρετικά δύσκολη ακόμα και την ψήφιση Προϋπολογισμού. Η συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση ανεστάλη, ενώ κάθε νέα προσπάθεια περιστολής δαπανών αντιμετωπίζει την απειλή κοινωνικής έκρηξης και κοινοβουλευτικής απόρριψης.
Το αδιέξοδο είναι χαρακτηριστικό: η κυβέρνηση χρειάζεται να περιορίσει το έλλειμμα, αλλά δεν διαθέτει ούτε τα πολιτικά περιθώρια να επιβάλει περικοπές ούτε τους δημοσιονομικούς πόρους για να εξαγοράσει την κοινωνική ειρήνη. Πρόκειται για έναν φαύλο κύκλο στον οποίο η ασθενής ανάπτυξη επιδεινώνει τα δημόσια οικονομικά και η πολιτική αβεβαιότητα αυξάνει το κόστος χρηματοδότησης.
Η άνοδος των άκρων
Το πολιτικό κόστος της οικονομικής στασιμότητας είναι ήδη ορατό. Η Μαρίν Λεπέν και ο Εθνικός Συναγερμός ενισχύουν την επιρροή τους, αξιοποιώντας την αγανάκτηση για την ακρίβεια, την ανασφάλεια και την υποχώρηση της αγοραστικής δύναμης. Στην αντίθετη πλευρά, ο Ζαν-Λικ Μελανσόν προβάλλει μια ριζοσπαστική αριστερή ατζέντα, με μεγαλύτερη κρατική παρέμβαση, αναδιανομή εισοδήματος και αμφισβήτηση της δημοσιονομικής λιτότητας.
Η αποδυνάμωση του πολιτικού Κέντρου δημιουργεί ένα παράδοξο: ενώ η χώρα χρειάζεται ευρεία συναίνεση για τη δημοσιονομική εξυγίανση, οι δυνάμεις που ενισχύονται εκλογικά προτείνουν πολιτικές οι οποίες ενδέχεται να δυσχεράνουν περαιτέρω την προσαρμογή. Το Reuters επισημαίνει ότι η άνοδος των ενεργειακών τιμών ενισχύει τα λαϊκιστικά κόμματα σε ολόκληρη την Ευρώπη, με τη Γαλλία να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή αυτής της εξέλιξης.
Οι αγορές έχουν ήδη αρχίσει να τιμολογούν τον κίνδυνο. Η απόδοση του δεκαετούς γαλλικού ομολόγου κινείται κοντά στα υψηλότερα επίπεδα 24 ετών, ενώ η διαφορά απόδοσης έναντι των γερμανικών ομολόγων έχει ξεπεράσει τις 150 μονάδες βάσης. Σύμφωνα με ανάλυση του Reuters, εάν αποτύχει το κυβερνητικό σχέδιο εξοικονόμησης 54 δισ. ευρώ, το δημοσιονομικό έλλειμμα θα μπορούσε να φτάσει το 6,4% του ΑΕΠ. Ακόμα και με την εφαρμογή του, εκτιμάται ότι θα παραμείνει πάνω από το 5%.
Η Γαλλία εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα: ισχυρή βιομηχανική βάση, μεγάλους πολυεθνικούς ομίλους, πυρηνική ηλεκτροπαραγωγή και έναν ανεπτυγμένο χρηματοπιστωτικό τομέα. Δεν πρόκειται, επομένως, για μια οικονομία χωρίς παραγωγικές δυνατότητες, αλλά για μια χώρα της οποίας οι δυνατότητες περιορίζονται από τις δημοσιονομικές και πολιτικές αντιφάσεις της.
Ακριβώς γι’ αυτό η κρίση αποκτά ευρωπαϊκή διάσταση. Η Γαλλία είναι πολύ μεγάλη για να αντιμετωπιστεί ως περιφερειακό δημοσιονομικό πρόβλημα, αλλά και πολύ σημαντική για να παραμείνει επί μακρόν σε κατάσταση πολιτικής παράλυσης.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πλέον εάν η γαλλική οικονομία χρειάζεται μεταρρυθμίσεις. Είναι εάν υπάρχει πολιτική δύναμη ικανή να τις εφαρμόσει χωρίς να προκαλέσει νέα κοινωνική έκρηξη.

