Στις 15 Δεκεμβρίου 2025, ο τότε πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων της Λιβύης, Αγκίλα Σάλεχ, δήλωνε κατηγορηματικά ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019 δεν είχε καμία νομική ισχύ, καθώς δεν είχε εγκριθεί από το κοινοβούλιο της χώρας. Δέκα μήνες αργότερα, ο Σάλεχ έχει χάσει την προεδρία της Βουλής και οι βουλευτές που επί χρόνια απέρριπταν τη συμφωνία με την Τουρκία ψήφισαν ομόφωνα υπέρ της επικύρωσής της.
Τι μεσολάβησε και η ανατολική Λιβύη, που κάποτε πολεμούσε την Τουρκία, έφτασε να εγκρίνει μια συμφωνία η οποία αμφισβητεί τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα στην Ανατολική Μεσόγειο;
Η απάντηση βρίσκεται σε μια σειρά πολιτικών, στρατιωτικών και οικονομικών εξελίξεων που καταγράφονται σε ρεπορτάζ λιβυκών, τουρκικών και διεθνών μέσων ενημέρωσης. Στο επίκεντρό τους βρίσκονται η απομάκρυνση του επί 12 χρόνια προέδρου του κοινοβουλίου, η άνοδος ενός πολιτικού που είχε αναλάβει να καλλιεργήσει τις σχέσεις με την Άγκυρα, οι φιλοδοξίες της οικογένειας Χαφτάρ και τα οικονομικά συμφέροντα που δημιουργήθηκαν με την επιστροφή τουρκικών επιχειρήσεων στην ανατολική Λιβύη.
Την Τρίτη 20 Οκτωβρίου 2026, η Βουλή των Αντιπροσώπων, που εδρεύει στην ανατολική Λιβύη, ενέκρινε το μνημόνιο οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών που είχε υπογραφεί στις 27 Νοεμβρίου 2019 ανάμεσα στην Τουρκία και την τότε κυβέρνηση του Φάγεζ αλ Σάρατζ στην Τρίπολη.
Παράλληλα, ανακάλεσε δύο αποφάσεις του 2020: την υπ’ αριθμόν 1, με την οποία είχε απορρίψει την επικύρωση των τουρκολιβυκών μνημονίων, και την υπ’ αριθμόν 6, που προέβλεπε τη διακοπή των πολιτικών σχέσεων με την Άγκυρα. Σύμφωνα με τον εκπρόσωπο της Βουλής, Αμπντάλα Μπλιχέκ, και οι δύο αποφάσεις ελήφθησαν ομόφωνα.
Η αποπομπή του Σάλεχ και ο άνθρωπος που πήρε τη θέση του
Η σημαντικότερη αλλαγή στο πολιτικό σκηνικό της ανατολικής Λιβύης είχε προηγηθεί μόλις 14 ημέρες.
Στις 6 Οκτωβρίου, η Βουλή απομάκρυνε τον Αγκίλα Σάλεχ από την προεδρία, έπειτα από 12 χρόνια, και εξέλεξε στη θέση του τον Αλ Σαλιχίν Αμπντούλ Ναμπί αλ Ομπεϊντί.
Η διαδικασία είχε ξεκινήσει την προηγούμενη ημέρα, όταν 98 από τους 102 παρόντες βουλευτές ενέκριναν την αλλαγή του εσωτερικού κανονισμού, περιορίζοντας τη θητεία της προεδρίας στους 12 μήνες.
Ο ίδιος ο Σάλεχ αμφισβήτησε τη νομιμότητα της συνεδρίασης, υποστηρίζοντας ότι πραγματοποιήθηκε χωρίς την προβλεπόμενη πρόσκληση της προεδρίας. Οι βουλευτές, ωστόσο, προχώρησαν στην εκλογή νέας ηγεσίας.
Ο βουλευτής Τζεμπρίλ Οχέιντα, μιλώντας στο Reuters, απέδωσε την αλλαγή στη δυσαρέσκεια που είχε συσσωρευτεί για τον τρόπο διοίκησης της Βουλής. Όπως υποστήριξε, ο Σάλεχ λάμβανε αποφάσεις χωρίς να συμβουλεύεται τους βουλευτές και οι προσπάθειες να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα είχαν αποτύχει.
Το πρόσωπο που τον διαδέχθηκε δεν ήταν άγνωστο στην Άγκυρα.
Ο Αλ Ομπεϊντί είναι πολιτικός μηχανικός, βουλευτής της Τομπρούκ από το 2014 και μέλος της κοινοβουλευτικής Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων. Προέρχεται από τη φυλή Ομπεϊντάτ, στην οποία ανήκει και ο Σάλεχ, γεγονός με ιδιαίτερη σημασία για τις παραδοσιακές ισορροπίες εξουσίας στην ανατολική Λιβύη.
Το σημαντικότερο στοιχείο του πολιτικού του βιογραφικού είναι ότι διετέλεσε πρόεδρος της Επιτροπής Κοινοβουλευτικής Φιλίας Λιβύης–Τουρκίας, η οποία συγκροτήθηκε τον Απρίλιο του 2024.
Σύμφωνα με το τουρκικό πρακτορείο Anadolu, η επιτροπή είχε ως αντικείμενο την ανάπτυξη της κοινοβουλευτικής συνεργασίας και την ενίσχυση των σχέσεων ανάμεσα στις δύο χώρες.
Στις 9 Οκτωβρίου, μόλις τρεις ημέρες μετά την εκλογή του, ο πρόεδρος της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης, Νουμάν Κουρτουλμούς, του απέστειλε συγχαρητήριο μήνυμα, εκφράζοντας την επιθυμία να ενισχυθεί η συνεργασία των δύο κοινοβουλίων.
Η σημασία της επιλογής του είχε επισημανθεί πριν από την επικύρωση της συμφωνίας. Σε ρεπορτάζ της Al-Araby Al-Jadeed, στις 8 Οκτωβρίου, ο καθηγητής Πολιτικών Επιστημών Χασάν Αμπντούλ Μόλα υποστήριζε ότι η κοινοβουλευτική επιτροπή φιλίας υπό τον Ομπεϊντί είχε επιδιώξει να φέρει το θαλάσσιο μνημόνιο προς επικύρωση, ενώ ο Σάλεχ καθυστερούσε τη διαδικασία.
Ο ίδιος εκτιμούσε ότι η ανάδειξη του Ομπεϊντί θα διευκόλυνε την έγκριση του μνημονίου, στο οποίο απέδιδε ιδιαίτερη σημασία η ηγεσία Χαφτάρ λόγω της προσέγγισής της με την Τουρκία.
Η εκτίμηση διατυπώθηκε 12 ημέρες πριν από την ψηφοφορία της 20ής Οκτωβρίου.
Ο Χαφτάρ, οι συναντήσεις πριν από την αποπομπή και η σύγκρουση στο εσωτερικό της οικογένειας
Η αλλαγή της κοινοβουλευτικής ηγεσίας δεν έγινε ανεξάρτητα από τις κινήσεις του Χαλίφα Χαφτάρ, ο οποίος διατηρεί τον στρατιωτικό έλεγχο της ανατολικής Λιβύης.
Σύμφωνα με τη λιβυκή εξειδικευμένη υπηρεσία Libya Analysis, την 1η Οκτωβρίου ο Χαλίφα Χαφτάρ συναντήθηκε με ομάδα βουλευτών, παρουσία των γιων του, Σαντάμ και Μπελκασίμ. Ο Αγκίλα Σάλεχ δεν συμμετείχε στη συνάντηση.
Στις 5 Οκτωβρίου, μία ημέρα πριν από την απομάκρυνσή του, ο Χαφτάρ συναντήθηκε με τον δεύτερο αντιπρόεδρο της Βουλής, Μίσμπαχ Ντούμα. Ο τελευταίος προήδρευσε τόσο της συνεδρίασης που άλλαξε τον εσωτερικό κανονισμό όσο και εκείνης που ανέδειξε τη νέα κοινοβουλευτική ηγεσία.
Η Al-Araby Al-Jadeed, επικαλούμενη κοινοβουλευτικές πηγές, ανέφερε ότι ο Χαφτάρ στήριξε την προσπάθεια απομάκρυνσης του Σάλεχ και ότι ο Ντούμα εξασφάλισε την υποστήριξή του για την εκλογή του Ομπεϊντί.
Μετά την αλλαγή προέδρου, ο Χαφτάρ χαιρέτισε δημόσια την εξέλιξη. Ο γιος του, Σαντάμ, αναπληρωτής αρχηγός των στρατιωτικών δυνάμεων της ανατολικής Λιβύης, εξέφρασε επίσης την υποστήριξή του στη νέα ηγεσία.
Ωστόσο, σύμφωνα με το ίδιο λιβυκό ρεπορτάζ, η απομάκρυνση Σάλεχ συνδεόταν και με τις αντιπαραθέσεις για τη μελλοντική κατανομή της εξουσίας μέσα στην οικογένεια Χαφτάρ.
Ο Σάλεχ φερόταν να έχει έρθει σε σύγκρουση με τον Σαντάμ, διατηρώντας στενότερες σχέσεις με τους άλλους δύο γιους του στρατάρχη, τον Χάλεντ και τον Μπελκασίμ.
Στο επίκεντρο βρισκόταν και η συμφωνία “4+4”, που αφορά τις προσπάθειες πολιτικής διευθέτησης και τις μελλοντικές ρυθμίσεις εξουσίας στη Λιβύη. Σύμφωνα με τις πηγές της εφημερίδας, ο Σάλεχ καθυστερούσε την προώθησή της, ενώ ο Σαντάμ επιδίωκε να ενισχύσει τη θέση του στο νέο πολιτικό σχήμα.
Η απομάκρυνση του Σάλεχ, επομένως, συνδεόταν με περισσότερες από μία συγκρούσεις. Το τουρκολιβυκό ήταν ένα από τα ζητήματα στα οποία η αλλαγή ηγεσίας μπορούσε να οδηγήσει σε διαφορετική απόφαση.
Η σύνδεση επιβεβαιώνεται και από δεύτερο δημοσίευμα της Al-Araby Al-Jadeed, στις 20 Οκτωβρίου, πριν από την ανακοίνωση της ψηφοφορίας. Πηγή προσκείμενη στον Ομπεϊντί ανέφερε ότι ο νέος πρόεδρος προετοίμαζε την εισαγωγή του μνημονίου στη Βουλή.
Το δημοσίευμα σημείωνε επίσης ότι η ηγεσία Χαφτάρ είχε ήδη προωθήσει το συγκεκριμένο ζήτημα από τον Ιούνιο του 2025, αλλά ο Σάλεχ είχε επιλέξει τη συγκρότηση τεχνικής επιτροπής εξέτασης, χωρίς να προχωρήσει στην επικύρωση.
Πώς η Τουρκία προσέγγισε τον μέχρι πρότινος αντίπαλό της
Η μεταστροφή της ανατολικής Λιβύης είχε ξεκινήσει πολύ πριν από την αποπομπή Σάλεχ.
Το 2019 και το 2020, η Τουρκία είχε υποστηρίξει στρατιωτικά την κυβέρνηση της Τρίπολης απέναντι στην επίθεση των δυνάμεων του Χαφτάρ. Η Άγκυρα παρείχε μη επανδρωμένα αεροσκάφη, αντιαεροπορικά συστήματα και στρατιωτικούς συμβούλους, συμβάλλοντας στην αποτυχία της επίθεσης κατά της λιβυκής πρωτεύουσας.
Η σχέση της με τον Χαφτάρ ήταν τότε ανοιχτά συγκρουσιακή.
Από το 2025, όμως, η τουρκική πολιτική άρχισε να αλλάζει. Αντί να περιορίζεται στη συνεργασία με την Τρίπολη, η Άγκυρα ανέπτυξε απευθείας επαφές με την ηγεσία της ανατολικής Λιβύης.
Τον Απρίλιο του 2025, ο Σαντάμ Χαφτάρ επισκέφθηκε την Άγκυρα για συνομιλίες στρατιωτικής συνεργασίας. Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς, ο επικεφαλής των τουρκικών υπηρεσιών πληροφοριών MIT, Ιμπραήμ Καλίν, μετέβη στη Βεγγάζη και συναντήθηκε με τον Χαλίφα Χαφτάρ.
Η επίσκεψη είχε ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς σηματοδοτούσε την ανάπτυξη σχέσεων όχι απλώς σε οικονομικό ή διπλωματικό επίπεδο, αλλά και ανάμεσα στους στρατιωτικούς και μηχανισμούς ασφαλείας των δύο πλευρών.
Στις 12 Αυγούστου 2026, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν επισκέφθηκε επίσης τη Βεγγάζη, όπου είχε συνομιλίες με τον Χαλίφα Χαφτάρ, τον Σαντάμ, τον Αγκίλα Σάλεχ και τον Μπελκασίμ Χαφτάρ. Στην ατζέντα περιλαμβάνονταν η ασφάλεια, η στρατιωτική συνεργασία, η οικονομία και η ενέργεια.
Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι ο στόχος της Τουρκίας να εξασφαλίσει την επικύρωση του μνημονίου από την ανατολική Λιβύη είχε καταγραφεί δημόσια από το 2025.
Στις 2 Δεκεμβρίου εκείνης της χρονιάς, το πολωνικό Κέντρο Ανατολικών Μελετών OSW, σε ανάλυση του Άνταμ Μιχάλσκι, ανέφερε ότι η Άγκυρα είχε επαναπροσεγγίσει τον Χαφτάρ με στόχο, μεταξύ άλλων, την επικύρωση της θαλάσσιας συμφωνίας του 2019. Σύμφωνα με την ανάλυση, η Τουρκία είχε λάβει προκαταρκτικές διαβεβαιώσεις για την επικύρωση, στο πλαίσιο της αποκατάστασης των σχέσεων και της προοπτικής παροχής στρατιωτικής συνεργασίας, εκπαίδευσης και εξοπλισμών προς την ανατολική Λιβύη. Το OSW συνέδεε την αλλαγή στάσης του Χαφτάρ με την προσπάθειά του να ενισχύσει τη διεθνή θέση της οικογένειάς του και να εξασφαλίσει υποστήριξη για τη μελλοντική διαδοχή του.
Ο Χαφτάρ έχει τοποθετήσει τους γιους του σε καίριους μηχανισμούς εξουσίας: τον Σαντάμ στην αναπληρωματική διοίκηση των στρατιωτικών δυνάμεων, τον Χάλεντ στην ηγεσία του γενικού επιτελείου και τον Μπελκασίμ στο Ταμείο Ανάπτυξης και Ανασυγκρότησης.
Κατά την ίδια ανάλυση, η προσέγγιση με την Τουρκία προσέφερε στην οικογένεια Χαφτάρ τη δυνατότητα να διευρύνει τις διεθνείς της συμμαχίες πέρα από τους παραδοσιακούς υποστηρικτές της, όπως η Ρωσία, η Αίγυπτος και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.
Οι τουρκικές συμβάσεις, τα 2,5 δισ. δολάρια και οι ενεργειακές έρευνες
Η επαναπροσέγγιση της Άγκυρας με την ανατολική Λιβύη συνοδεύτηκε από συγκεκριμένες επιχειρηματικές συμφωνίες.
Τον Απρίλιο του 2025, ο Μπελκασίμ Χαφτάρ, ως επικεφαλής του Ταμείου Ανάπτυξης και Ανασυγκρότησης, υπέγραψε συμβάσεις με τις τουρκικές εταιρείες Libco και Cevahir.
Σύμφωνα με το Libyan Express και τη Hürriyet Daily News, τα έργα αφορούσαν οδικές υποδομές, κατασκευές και δημόσια νοσοκομεία στη Βεγγάζη, την Αλ Μπάιντα, τη Σαχάτ και την Τομπρούκ. Η αξία των συμβάσεων δεν ανακοινώθηκε.
Η τουρκική οικονομική παρουσία επεκτάθηκε και στη βιομηχανία. Τον Σεπτέμβριο του 2026, το Libya Observer παρουσίασε επενδυτικό σχέδιο ύψους περίπου 2,5 δισ. δολαρίων από την τουρκική Tosyalı και τη λιβυκή SULB για εγκατάσταση παραγωγής σιδήρου στην περιοχή Ρας αλ Μανγκάρ, ανατολικά της Βεγγάζης.
Η πρώτη φάση προβλέπει ετήσια παραγωγική δυναμικότητα 2,7 εκατομμυρίων τόνων και η συνολική ανάπτυξη του έργου 8,1 εκατομμυρίων τόνων, με την εμπορική παραγωγή να προγραμματίζεται για τις αρχές του 2028.
Μόλις πέντε ημέρες πριν από την επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου, στις 15 Οκτωβρίου, το Libya Herald αποκάλυψε νέες επαφές του Ταμείου Ανασυγκρότησης με εκπροσώπους δύο τουρκικών εταιρειών.
Οι συζητήσεις αφορούσαν έργα σε αεροδρόμια της Τομπρούκ, της Κούφρα, της Σάμπχα και της Γκατ, την αναβάθμιση δικτύων ύδρευσης και αποχέτευσης στη Βεγγάζη και τις υποδομές οικιστικού προγράμματος 20.000 κατοικιών.
Παράλληλα με τις κατασκευαστικές συμφωνίες, είχαν ήδη αναπτυχθεί σχέσεις στον ενεργειακό τομέα.
Στις 25 Ιουνίου 2025, η κρατική Εθνική Εταιρεία Πετρελαίου της Λιβύης (NOC) υπέγραψε στην Κωνσταντινούπολη μνημόνιο συνεργασίας με την τουρκική κρατική πετρελαϊκή TPAO.
Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση της NOC, η συμφωνία προβλέπει γεωλογικές και γεωφυσικές μελέτες σε τέσσερις θαλάσσιες περιοχές, ενώ οι δύο πλευρές συζήτησαν τη διεξαγωγή δισδιάστατων σεισμικών ερευνών μήκους 10.000 χιλιομέτρων.
Οι συγκεκριμένες δραστηριότητες δεν ταυτίζονται αυτομάτως με τις επίμαχες θαλάσσιες περιοχές του μνημονίου του 2019. Αποτυπώνουν, ωστόσο, την ανάπτυξη της ενεργειακής συνεργασίας των δύο χωρών πριν από την απόφαση της λιβυκής Βουλής.
Οι οικονομικές συμφωνίες είναι τεκμηριωμένες, αλλά δεν έχει δημοσιοποιηθεί συμφωνία που να τις συνδέει άμεσα ως ανταλλάγματα με την κοινοβουλευτική επικύρωση.
Τι λένε οι ίδιοι οι Λίβυοι βουλευτές για την απόφαση
Τους λόγους για τους οποίους εγκρίθηκε τελικά το μνημόνιο περιέγραψαν στο Reuters δύο μέλη του λιβυκού κοινοβουλίου.
Ο Τάρεκ αλ Τζαρούσι, μέλος της Επιτροπής Άμυνας και Εθνικής Ασφάλειας, υποστήριξε ότι η συμφωνία προσφέρει στη Λιβύη πλεονεκτήματα σε επίπεδο οικονομίας, πολιτικής και εθνικής ασφάλειας. Όπως δήλωσε στο πρακτορείο, “ορισμένες χώρες μπορεί να ενοχληθούν από αυτή τη συμφωνία, αλλά αυτό που έχει σημασία για εμάς είναι το εθνικό μας συμφέρον”.
Η βουλευτής Αΐσα αλ Ταμπάλκι ανέφερε ότι η συμφωνία εγκρίθηκε αφού οι αρμόδιες κοινοβουλευτικές επιτροπές παρουσίασαν αναλυτικά το περιεχόμενό της.
Σε ξεχωριστές δηλώσεις του στο λιβυκό Al Wasat, ο αλ Τζαρούσι ήταν ακόμη πιο συγκεκριμένος. Υποστήριξε ότι η Λιβύη χρειάζεται έναν στρατηγικό σύμμαχο και ότι η συνεργασία με την Τουρκία μπορεί να ενισχύσει τη διαπραγματευτική της θέση απέναντι σε άλλες χώρες της περιοχής. Αναφέρθηκε μάλιστα στη συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου, Αιγύπτου και Ισραήλ στον ενεργειακό τομέα, υποστηρίζοντας ότι η συμφωνία δίνει στη Λιβύη ένα πρόσθετο διαπραγματευτικό μέσο. Ο ίδιος αναγνώρισε, πάντως, ότι ενδέχεται να υπάρξουν δυσκολίες ως προς την ευρωπαϊκή αναγνώριση της συμφωνίας και ότι η απόφαση μπορεί να προκαλέσει πολιτικές εντάσεις με την Ελλάδα και άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Στο ίδιο πλαίσιο, το λιβυκό Libya Observer μετέφερε στις 14 Οκτωβρίου ισχυρισμούς του δημοσιογράφου Αχμέντ Χαλίφα, ο οποίος, επικαλούμενος ανώνυμες πηγές ασφαλείας στη Βεγγάζη, ανέφερε ότι η Τουρκία ασκούσε πιέσεις στον Σαντάμ Χαφτάρ για την επικύρωση του μνημονίου. Σύμφωνα με τον ίδιο, η Άγκυρα είχε αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο περιορισμού της υποστήριξής της προς την οικογένεια Χαφτάρ σε περίπτωση νέας καθυστέρησης. Ο δημοσιογράφος έκανε επίσης λόγο για αντίθετες πιέσεις από το Ισραήλ, με υποστήριξη των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. Οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί δεν έχουν επιβεβαιωθεί ανεξάρτητα και δεν προκύπτει από δημόσια έγγραφα ότι υπήρξε τέτοια συμφωνία ή απειλή.
Η αλλαγή στάσης απέναντι στην Ελλάδα και η σημασία για την Κρήτη
Η απόφαση της λιβυκής Βουλής αποκτά ιδιαίτερη σημασία και λόγω της προηγούμενης στάσης του Αγκίλα Σάλεχ. Τον Σεπτέμβριο του 2025, κατά την επίσκεψη του Μπελκασίμ Χαφτάρ στην Αθήνα, δημοσιεύματα είχαν μεταφέρει διαβεβαιώσεις αξιωματούχων της ανατολικής Λιβύης ότι το κοινοβούλιο δεν επρόκειτο να επικυρώσει το τουρκολιβυκό μνημόνιο.
Τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, ο Σάλεχ επισκέφθηκε την Ελλάδα και συναντήθηκε με τον πρόεδρο της Βουλής, Νικήτα Κακλαμάνη. Στις 15 Δεκεμβρίου, σε συνέντευξή του στο λιβυκό πρακτορείο ειδήσεων LANA, δήλωσε ότι η συμφωνία δεν δεσμεύει τη Λιβύη, επειδή δεν είχε εγκριθεί από τη Βουλή των Αντιπροσώπων. Είχε υποστηρίξει ότι η τότε κυβέρνηση Σάρατζ δεν διέθετε την απαραίτητη κοινοβουλευτική νομιμοποίηση για τη σύναψή της. Παράλληλα, είχε ταχθεί υπέρ διαπραγματεύσεων με την Ελλάδα, την Αίγυπτο και την Τουρκία για τα ζητήματα θαλάσσιας οριοθέτησης.
Αυτή ακριβώς η κοινοβουλευτική αντίρρηση ήταν που ανατράπηκε με την ψηφοφορία της 20ής Οκτωβρίου.
Το τουρκολιβυκό μνημόνιο επιχειρεί να καθορίσει θαλάσσια όρια ανάμεσα στην Τουρκία και τη Λιβύη με τρόπο που, σύμφωνα με την ελληνική θέση, παραγνωρίζει τα δικαιώματα ελληνικών νησιών, κυρίως της Κρήτης.
Η Άγκυρα θεωρεί ότι η συμφωνία ενισχύει τις διεκδικήσεις της στην Ανατολική Μεσόγειο και αντιτίθεται στην ελληνική ερμηνεία των κανόνων οριοθέτησης θαλάσσιων ζωνών.
Η Αθήνα απορρίπτει το μνημόνιο ως αντίθετο προς το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας. Η θέση αυτή δεν περιορίζεται στην ελληνική κυβέρνηση. Στα “συμπεράσματα της 26ης Ιουνίου 2025”, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο επανέλαβε ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο παραβιάζει κυριαρχικά δικαιώματα τρίτων κρατών, δεν συνάδει με το Δίκαιο της Θάλασσας και δεν μπορεί να παράγει έννομες συνέπειες για τρίτα κράτη.
Αυτό σημαίνει ότι η επικύρωση από τη λιβυκή Βουλή δεν συνεπάγεται διεθνή αναγνώριση των θαλάσσιων διεκδικήσεων που προβάλλει η Τουρκία εις βάρος της Ελλάδας.
Αποτελεί, ωστόσο, μια ουσιαστική πολιτική εξέλιξη για την Άγκυρα, καθώς το μνημόνιο αποκτά πλέον τη στήριξη και του κοινοβουλίου της ανατολικής Λιβύης, το οποίο το απέρριπτε από το 2020.
Η διαδρομή από την απόρριψη στην επικύρωση δείχνει ότι η αλλαγή δεν προέκυψε μέσα σε μία νύχτα. Προηγήθηκε η επαναπροσέγγιση της Τουρκίας με τον μέχρι πρότινος στρατιωτικό αντίπαλό της, οι επαφές με τους γιους του Χαφτάρ, η διεύρυνση των οικονομικών συμφωνιών και η ανατροπή των εσωτερικών ισορροπιών στη λιβυκή Βουλή. Η απομάκρυνση του Σάλεχ και η ανάδειξη του Ομπεϊντί, ενός πολιτικού που είχε αναλάβει θεσμικά την προώθηση των σχέσεων με την Τουρκία, αποτέλεσαν το τελευταίο κοινοβουλευτικό βήμα πριν από την επικύρωση. Η επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου ήταν ήδη διακηρυγμένος στόχος της Άγκυρας και είχε ενταχθεί στις διαπραγματεύσεις της με το στρατόπεδο Χαφτάρ πολύ πριν αλλάξει η ηγεσία της λιβυκής Βουλής.
ΠΚ
