-|-
Περίπου 9 δισ. νέες επενδύσεις, στη συντριπτική τους πλειοψηφία από τον ιδιωτικό τομέα, περιμένει το 2027 το οικονομικό επιτελείο, με βάση τις προβλέψεις του προσχεδίου Προϋπολογισμού του 2027, που κατατέθηκε χθες στη Βουλή.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις του Προϋπολογισμού, οι επενδύσεις αναμένεται να έχουν αύξηση 7,7% για φέτος και 7,9% για το 2027. Φέτος, όμως, είναι η χρονιά στην οποία ολοκληρώνεται το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, το οποίο θα έχει υποχρεωτικά δαπάνες ύψους 7 δισ. ευρώ για την ολοκλήρωση επενδύσεων και μεταρρυθμίσεων. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων έφτασε φέτος στο ύψος-ρεκόρ των 16,7 δισ. ευρώ.
Το 2027, όμως, παρά το ότι το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων ενισχύεται με επιπλέον πόρους ύψους 1,05 δισ. ευρώ, δεν θα ξεπεράσει στο σύνολο τα 11 δισ. ευρώ. Από αυτά τα 7 δισ. ευρώ θα είναι συγχρηματοδοτούμενες από το ΕΣΠΑ και άλλες κοινοτικές πρωτοβουλίες (π.χ. το Κοινωνικό Ταμείο για κλίμα) και 4 δισ. ευρώ θα είναι το αμιγώς εθνικό σκέλος, το οποίο θα περιλαμβάνει και 400 εκατ. ευρώ έργα της ρήτρας διαφυγής για την ενέργεια.
Σε επίπεδο συνόλου, οι φετινές επενδύσεις (δημόσιες και ιδιωτικές) αναμένεται να φτάσουν τα 36 δισ. ευρώ. Αν έχουν αύξηση 7,9% το 2027 σε σχέση με το 2026, θα πρέπει να έχουμε το 2027 επενδύσεις συνολικού ύψους περίπου 39 δισ. ευρώ, δηλαδή περίπου 3 δισ. ευρώ περισσότερα από το τρέχον έτος. Με δεδομένο ότι ο προϋπολογισμός των δημοσίων επενδύσεων μειώνεται κατά 5,7 δισ. ευρώ το 2027 σε σχέση με το 2026, η πρόβλεψη του Προϋπολογισμού για τις συνολικές επενδύσεις μεταφράζεται σε 8,7 δισ. ευρώ περισσότερες επενδύσεις από χρόνο σε χρόνο, όλες από τον ιδιωτικό τομέα.
Δύσκολος στόχος
Εκ των πραγμάτων ο στόχος είναι δύσκολος. Παρόλα αυτά, ο Προϋπολογισμός του 2027 βασίζεται πολύ στις επενδύσεις, οι οποίες αναμένεται να συμβάλουν κατά 1,5% στη συνολική αύξηση του ΑΕΠ κατά 2,3% για τον επόμενο χρόνο.
Το οικονομικό επιτελείο επενδύει στο θετικό αφήγημα για την ελληνική οικονομία, η οποία εμφανίζει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα στην τρέχουσα ενεργειακή κρίση, η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη. Επενδύει επίσης, σε μια σειρά από κομβικές μεταρρυθμίσεις, όπως η επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης, η οποία βρίσκεται σε εξέλιξη, το Κτηματολόγιο, τα ειδικά και τα τοπικά πολεοδομικά σχέδια, την ψηφιοποίηση του Δημοσίου και το νέο ειδικό νομοθετικό πλαίσιο που διευκολύνει τις στρατηγικές επενδύσεις.
Ωστόσο, εκτός από τη γενικότερη αβεβαιότητα, την αύξηση των αποδόσεων στα ευρωπαϊκά και στα αμερικανικά ομόλογα, η οποία εγκυμονεί κινδύνους για μια νέα κρίση χρέους, σαφώς αποτρεπτική για νέες επενδύσεις είναι και η διαδικασία αύξησης των επιτοκίων, στην οποία έχει μπει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Η Τράπεζα έχει αυξήσει ήδη τα επιτόκια του ευρώ στο 2,5% από 2% από τον περασμένο Ιούνιο. Η τάση για τα επιτόκια συνεχίζει να είναι ανοδική, καθώς η Κεντρική Τράπεζα του ευρώ εκτιμά ότι ο πληθωρισμός θα επανέλθει στον στόχο του 2%, μετά το τέλος του 2027. Επίσης, το αντικείμενο της σύσφιξης της νομισματικής πολιτικής, ο υψηλός πληθωρισμός, δεν είναι αποτέλεσμα αυξημένης ζήτησης, αλλά μειωμένης προσφοράς λόγω του πολέμου στο Ιράν. Συνεπώς, δεν μπορεί κανείς να προβλέψει από τώρα αν οι τιμές ενέργειας θα αποκλιμακωθούν ή αν θα κορυφωθούν σε υψηλότερα επίπεδα από σημερινά.
