-
Ένα φαινομενικά παράδοξο σκηνικό έχει διαμορφωθεί στην ευρωπαϊκή αγορά ηλεκτρικής ενέργειας τις τελευταίες εβδομάδες. Ο Σεπτέμβριος οδεύει προς το τέλος του, οι θερμοκρασίες δεν έχουν ακόμη υποχωρήσει στα χειμερινά επίπεδα και η ζήτηση δεν βρίσκεται στις ακραίες κορυφώσεις που προκαλούν είτε οι καύσωνες είτε τα μεγάλα κρύα. Κι όμως, οι τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος παραμένουν εξαιρετικά υψηλές σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης.
Η εικόνα της αγοράς προχθές ήταν χαρακτηριστική. Η μέση τιμή ξεπέρασε τα 200 ευρώ/MWh σε αρκετές αγορές, ενώ στην Σικελία έφθασε στα 262,2 ευρώ/MWh. Στην Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη οι τιμές κινήθηκαν σε πολλές περιπτώσεις μεταξύ 180 και 200 ευρώ/MWh, την ώρα που στη βόρεια Ευρώπη υπήρχαν πολύ φθηνότερες ζώνες, με το χαμηλότερο επίπεδο στα 31,8 ευρώ/MWh στη Νορβηγία. Η τεράστια αυτή απόκλιση –πάνω από 230 ευρώ/MWh μεταξύ ακριβότερης και φθηνότερης ζώνης– αποτυπώνει και τους περιορισμούς στη μεταφορά της φθηνότερης ηλεκτρικής ενέργειας μεταξύ των ευρωπαϊκών αγορών.
Δεν είναι μόνο το Ορμούζ
Η πρώτη και προφανέστερη εξήγηση βρίσκεται στο φυσικό αέριο. Η αναταραχή στη Μέση Ανατολή και οι περιορισμοί στις ροές LNG μέσω των Στενών του Ορμούζ έχουν εκτινάξει το κόστος του καυσίμου που εξακολουθεί να καθορίζει την οριακή τιμή ηλεκτρισμού για πολλές ώρες στην Ευρώπη.
Οι ευρωπαϊκές τιμές φυσικού αερίου έχουν αυξηθεί περισσότερο από 140% σε ετήσια βάση, σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται η ΕΚΤ, με την αγορά να επηρεάζεται από τους περιορισμούς στην παγκόσμια προσφορά και τα χαμηλότερα αποθέματα στην Ευρώπη.
Το ακριβό αέριο, όμως, είναι μόνο ένα κομμάτι του παζλ. Αυτό που συμβαίνει αυτή την περίοδο μπορεί να περιγραφεί ως ένα “perfect storm” για τις ευρωπαϊκές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας: μια σειρά από διαφορετικούς παράγοντες έχουν περιορίσει ταυτόχρονα τις διαθέσιμες φθηνές πηγές παραγωγής και την ευελιξία του συστήματος.
Λιγότερος ήλιος, ακριβότερα βράδια
Ο πρώτος παράγοντας είναι εποχικός αλλά ιδιαίτερα σημαντικός. Τα φωτοβολταϊκά έκαναν φέτος το καλοκαίρι μεγάλο μέρος της “βαριάς δουλειάς” στην Ευρώπη, συγκρατώντας τις τιμές τις μεσημεριανές ώρες και αντισταθμίζοντας προβλήματα άλλων τεχνολογιών.
Καθώς όμως περνάμε στο φθινόπωρο, η παραγωγή τους υποχωρεί. Οι ώρες ηλιοφάνειας είναι ήδη περίπου 20%-25% λιγότερες σε σχέση με τα μέσα Ιουλίου, ενώ ο ήλιος βρίσκεται χαμηλότερα στον ορίζοντα. Ταυτόχρονα νυχτώνει νωρίτερα.
Αυτό έχει μια πολύ συγκεκριμένη επίπτωση στην αγορά: το “παράθυρο” της φθηνής ηλιακής παραγωγής κλείνει νωρίτερα, ενώ η απογευματινή και βραδινή ζήτηση πρέπει ολοένα συχνότερα να καλυφθεί από θερμικές μονάδες – και κυρίως από το πανάκριβο σήμερα φυσικό αέριο.
Έτσι εξηγείται και το παράδοξο να καταγράφονται ακόμη και μηδενικές ή αρνητικές τιμές κάποιες ώρες με υψηλή παραγωγή - και, λίγες ώρες αργότερα, πολύ υψηλές τιμές. Η Ελλάδα στις 23 Σεπτεμβρίου είχε μάλιστα έξι ώρες αρνητικών τιμών, παρότι η αγορά συνολικά εξακολουθεί να βρίσκεται σε περίοδο υψηλού κόστους.
Η λειψυδρία εξακολουθεί να βαραίνει την αγορά
Ο δεύτερος παράγοντας είναι το νερό. Η ξηρασία του καλοκαιριού άφησε πίσω της ένα σημαντικό ενεργειακό έλλειμμα, το οποίο δεν εξαφανίζεται επειδή υποχώρησαν οι υψηλές θερμοκρασίες.
Στα δέκα ευρωπαϊκά ηλεκτρικά συστήματα για τα οποία υπάρχουν πλήρη συγκρίσιμα στοιχεία, η υδροηλεκτρική παραγωγή από την 1η Ιουνίου έως τις 15 Αυγούστου περιορίστηκε στις 31,65 TWh, τη χαμηλότερη επίδοση της τελευταίας επταετίας και περίπου 6% χαμηλότερα ακόμη και από το εξαιρετικά ξηρό καλοκαίρι του 2022. Τα αποθέματα των ταμιευτήρων βρέθηκαν παράλληλα 7,7% χαμηλότερα από τη διάμεσο της περιόδου 2015-2025.
Η πίεση αυτή δεν περιορίστηκε στα υδροηλεκτρικά. Τα χαμηλά επίπεδα του Δούναβη επηρέασαν την πυρηνική παραγωγή στη Ρουμανία, ενώ στη Γαλλία η υψηλή θερμοκρασία των ποταμών είχε οδηγήσει σε περιορισμούς λειτουργίας αντιδραστήρων. Αντίστοιχα, η χαμηλή στάθμη ποταμών δημιούργησε προβλήματα στη μεταφορά καυσίμων, ενώ στην Πολωνία η ξηρασία επηρέασε τη λειτουργία ανθρακικών μονάδων.
Το καλοκαίρι έσωσαν την κατάσταση τα φωτοβολταϊκά
Η άλλη πλευρά της εικόνας είναι εντυπωσιακή. Παρά τη μεγάλη πτώση των υδροηλεκτρικών, η Ευρώπη απέφυγε πολύ σοβαρότερες αναταράξεις χάρη στην τεράστια αύξηση των φωτοβολταϊκών.
Στα ίδια δέκα συστήματα, η ηλιακή παραγωγή από την 1η Ιουνίου έως τις 15 Αυγούστου έφθασε τις 84,44 TWh, έναντι μόλις 45,27 TWh το 2022. Δηλαδή μέσα σε τέσσερα χρόνια προστέθηκαν περίπου 39 TWh ηλιακής παραγωγής. Ως αποτέλεσμα, η συνολική παραγωγή από ήλιο και υδροηλεκτρικά αυξήθηκε κατά 47% έναντι του 2022, παρά τη φετινή λειψυδρία.
Αυτό ακριβώς, όμως, αναδεικνύει τώρα και το επόμενο πρόβλημα. Όσο προχωρά το φθινόπωρο, το φωτοβολταϊκό “μαξιλάρι” μικραίνει. Και χωρίς επαρκή αποθήκευση, μεγάλο μέρος της φθηνής ενέργειας που παράγεται το μεσημέρι δεν μπορεί να μεταφερθεί στις ώρες κατά τις οποίες πραγματικά τη χρειάζεται το σύστημα.
Η Ελλάδα και η ευρωπαϊκή ψαλίδα
Η ελληνική αγορά αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της ακραίας μεταβλητότητας. Μετά τα 181,18 ευρώ/MWh της 21ης Σεπτεμβρίου, η μέση τιμή εκτινάχθηκε στα 211,76 ευρώ/MWh στις 22 Σεπτεμβρίου, με τη βραδινή αιχμή να φθάνει τα 340,89 ευρώ/MWh. Στις 23 Σεπτεμβρίου ακολούθησε σημαντική αποκλιμάκωση, με τη μέση τιμή στα 153,87 ευρώ/MWh.
Αυτή ακριβώς η διακύμανση δείχνει ότι η νέα ενεργειακή πραγματικότητα δεν χαρακτηρίζεται απλώς από “ακριβό” ή “φθηνό” ρεύμα. Χαρακτηρίζεται κυρίως από τεράστια μεταβλητότητα ανάλογα με την ώρα, τον καιρό, την παραγωγή - και τη δυνατότητα των διασυνδέσεων να μεταφέρουν ενέργεια από τη μία περιοχή στην άλλη.
Και η εικόνα της Ευρώπης στις 23 Σεπτεμβρίου είναι αποκαλυπτική: περίπου 149 ευρώ/MWh στη Γαλλία, 170 ευρώ στο Βέλγιο, 180-190 ευρώ στην Κεντρική Ευρώπη, πάνω από 200 ευρώ σε τμήματα της Ιταλίας και έως 262 ευρώ/MWh στη Σικελία, έναντι μόλις 31,8 ευρώ στη φθηνότερη νορβηγική ζώνη.
Το μήνυμα ενόψει χειμώνα
Το ανησυχητικό είναι ότι όλα αυτά συμβαίνουν πριν μπει ο χειμώνας. Σήμερα η Ευρώπη δεν αντιμετωπίζει ακόμη μεγάλη ζήτηση για θέρμανση. Εάν όμως ο χειμώνας αποδειχθεί ψυχρός, το φυσικό αέριο θα κληθεί ταυτόχρονα να καλύψει αυξημένες ανάγκες θέρμανσης και ηλεκτροπαραγωγής, σε μια περίοδο κατά την οποία η ηλιακή παραγωγή θα βρίσκεται στα εποχικά χαμηλά της.
Τα ευρωπαϊκά αποθέματα φυσικού αερίου βρίσκονται γύρω στο 70%, σε αισθητά χαμηλότερα επίπεδα από προηγούμενα χρόνια, ενώ οι συνεχιζόμενοι περιορισμοί στις εξαγωγές LNG από το Κατάρ διατηρούν την αγορά εκτεθειμένη σε έναν δύσκολο χειμώνα.
Το συμπέρασμα των τελευταίων μηνών είναι διπλό. Η Ευρώπη χρειάζεται περισσότερες -, αλλά πλέον χρειάζεται εξίσου επειγόντως πολύ περισσότερη αποθήκευση και ισχυρότερα δίκτυα. Οι μπαταρίες μπορούν να κρατήσουν μέρος της φθηνής ηλιακής παραγωγής του μεσημεριού και να τη διοχετεύσουν στις ακριβές βραδινές ώρες, περιορίζοντας την ανάγκη να μπαίνουν στο σύστημα μονάδες φυσικού αερίου.
Και καθώς ο ήλιος θα υποχωρεί ακόμη περισσότερο τους επόμενους μήνες, αυξάνεται η σημασία της αιολικής παραγωγής. Με απλά λόγια, αυτό που έκανε ο ήλιος για το ευρωπαϊκό ηλεκτρικό σύστημα το καλοκαίρι, καλείται να το κάνει σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό ο άνεμος τον χειμώνα – με τις μπαταρίες, τα υδροηλεκτρικά και τις διασυνδέσεις να γεφυρώνουν τα κενά.
Η φετινή εμπειρία έχει ήδη αποκαλύψει τα αδύναμα σημεία του ευρωπαϊκού ενεργειακού συστήματος. Και το γεγονός ότι οι τιμές πιέζονται τόσο έντονα ήδη από τον Σεπτέμβριο αποτελεί ίσως την πιο σαφή προειδοποίηση για το πόσο κρίσιμοι θα είναι οι επόμενοι μήνες.

