Ένα σχολείο όπου η προσπάθεια και η περιέργεια δεν μετατρέπονται πάντα σε ουσιαστική μάθηση περιγράφουν οι 15χρονοι Έλληνες μαθητές, όπως προκύπτει από τα ευρήματα του διεθνούς μαθητικού διαγωνισμού PISA 2025, που ανακοινώθηκαν στις 8 Σεπτεμβρίου 2026.
Την ίδια στιγμή, τα παιδιά δηλώνουν ότι δεν δέχονται επαρκή βοήθεια από τους καθηγητές τους.
Τα αριθμητικά αποτελέσματα του διαγωνισμού έχουν ήδη αποτυπωθεί και η Ελλάδα συμπλέει με την παγκόσμια τάση εκπαιδευτικής υποχώρησης στα τρία γνωστικά αντικείμενα που εξετάζονται: σχεδόν ένας στους δύο 15χρονους δεν φτάνει το βασικό επίπεδο στα Μαθηματικά, αλλά την ίδια στιγμή το 63% δηλώνει ότι προσπαθεί περισσότερο όταν μια εργασία δυσκολεύει, το 77% ζητά βοήθεια από τους εκπαιδευτικούς όταν τη χρειάζεται και το 74% πιστεύει ότι οι ικανότητές του μπορούν να καλλιεργηθούν με προσπάθεια.
Γιατί λοιπόν η προσπάθεια δεν μετατρέπεται σε αντίστοιχο μαθησιακό αποτέλεσμα;
Η απάντηση που προκύπτει από τα στοιχεία του PISA 2025 βρίσκεται στην τάξη: λιγότερη εξατομικευμένη υποστήριξη, περισσότερο πρόβλημα συγκέντρωσης, ελλείψεις προσωπικού και υποδομών, μειωμένη οικογενειακή στήριξη, περιορισμένη αξιοποίηση της τεχνολογίας για μάθηση και η νέα πρόκληση της τεχνητής νοημοσύνης.
Στο PISA 2025, σημειώνεται ότι από την Ελλάδα συμμετείχαν 6.858 μαθητές από 229 σχολεία, αντιπροσωπεύοντας περίπου 101.800 15χρονους, δηλαδή περίπου το 95% του πληθυσμού-στόχου.
Ο χάρτης των χαμηλών επιδόσεων
Στις Φυσικές Επιστήμες, που ήταν το κύριο αντικείμενο του PISA 2025, οι Έλληνες μαθητές συγκέντρωσαν 434 μονάδες, έναντι 482 μονάδων στον ΟΟΣΑ.
Στα Μαθηματικά η Ελλάδα συγκέντρωσε 424 μονάδες, ενώ ο επίσημος μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι 463 μονάδες.
Στην Κατανόηση Κειμένου η χώρα μας συγκέντρωσε 423 μονάδες, έναντι 461 στον ΟΟΣΑ. Στην υπολογιστική επίλυση προβλημάτων, που αξιολογήθηκε για πρώτη φορά σε αυτή τη μορφή, η Ελλάδα έφτασε τις 461 μονάδες, έναντι 500 στον ΟΟΣΑ.
Σε σχέση με το 2022, οι επιδόσεις μειώθηκαν κατά 7 μονάδες στις Φυσικές Επιστήμες, 6 στα Μαθηματικά και 16 στην Κατανόηση Κειμένου. Ωστόσο, ο ΟΟΣΑ επισημαίνει ότι η μεταβολή στις Φυσικές Επιστήμες και στα Μαθηματικά δεν είναι στατιστικά σημαντική.
Το πραγματικά ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι και στα δύο αυτά πεδία, οι επιδόσεις του 2025 είναι χαμηλότερες από εκείνες του 2018 και από κάθε προηγούμενη ελληνική επίδοση.
Το πρόβλημα φαίνεται ακόμη πιο καθαρά αν εστιάσει κανείς στο βασικό επίπεδο γνώσεων:
Στις Φυσικές Επιστήμες, μόλις 59% των Ελλήνων 15χρονων φτάνει τουλάχιστον το Level 2. Στα Μαθηματικά το ποσοστό είναι 50% και στην Κατανόηση Κειμένου 56%. Στον ΟΟΣΑ, τα αντίστοιχα ποσοστά είναι 74%, 65% και 69%.
Άρα, περίπου 4 στους 10 Έλληνες μαθητές δεν φτάνουν το βασικό επίπεδο στις Φυσικές Επιστήμες, 1 στους 2 δεν το φτάνει στα Μαθηματικά και περίπου 44% δεν το φτάνει στην Κατανόηση Κειμένου.
Από την άλλη πλευρά, στην «κορυφή» των επιδόσεων συγκεντρώνεται πολύ μικρό ποσοστό: μόλις 1% των Ελλήνων μαθητών είναι top performers στις Φυσικές Επιστήμες και στην Κατανόηση Κειμένου, έναντι 7% και 6% αντίστοιχα στον ΟΟΣΑ. Στα Μαθηματικά το αντίστοιχο ελληνικό ποσοστό είναι 2%, έναντι 8% στον ΟΟΣΑ.
Πόσο υποστηρικτικό είναι το σχολείο;
Μόλις 49% των Ελλήνων μαθητών δηλώνει ότι, στα περισσότερα μαθήματα Φυσικών Επιστημών, ο εκπαιδευτικός δείχνει ενδιαφέρον για τη μάθηση κάθε μαθητή όταν στον ΟΟΣΑ, το ποσοστό είναι 69%. Επομένως, η διαφορά φτάνει τις 20 ποσοστιαίες μονάδες.
Επιπλέον, το 53% δηλώνει ότι ο εκπαιδευτικός συνεχίζει να διδάσκει μέχρι οι μαθητές να κατανοήσουν το μάθημα, έναντι 66% στον ΟΟΣΑ. Και 61% αναφέρει ότι ο εκπαιδευτικός παρέχει πρόσθετη βοήθεια όταν χρειάζεται, έναντι 73% στον ΟΟΣΑ. Ο σχετικός δείκτης εκπαιδευτικής υποστήριξης στην Ελλάδα βρίσκεται στο -0,30, ενώ ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι περίπου +0,03.
Συγκρίνοντας τα αντίστοιχα ποσοστά στην Ελλάδα με το 2015, 63%, 67% και 71%. Το 2025 είναι 49%, 53% και 61%.
Επομένως, μέσα σε μία δεκαετία, οι μαθητές που δηλώνουν ότι ο εκπαιδευτικός ενδιαφέρεται για τη μάθηση κάθε μαθητή μειώθηκαν κατά 14 ποσοστιαίες μονάδες. Εκείνοι που δηλώνουν ότι ο εκπαιδευτικός συνεχίζει μέχρι να κατανοήσουν μειώθηκαν κατά 14 μονάδες, ενώ η αναφορά σε πρόσθετη βοήθεια μειώθηκε κατά 10 μονάδες.
Τα ανωτέρω, όπως επισημαίνουν ειδικοί, δεν σημαίνουν ότι οι εκπαιδευτικοί «δεν ενδιαφέρονται» αλλά ότι η εμπειρία των μαθητών από τη διδακτική υποστήριξη έχει επιδεινωθεί σημαντικά σε σχέση με το 2015 αναφορικά με την οργάνωση αλλά και στο πως βιώνεται συνολικά η διδασκαλία.
Την ίδια στιγμή, στο μέσο όρο του ΟΟΣΑ οι δείκτες υποστήριξης και πειθαρχικού κλίματος κινήθηκαν προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Το 46% των μαθητών στην Ελλάδα φοιτά σε σχολεία, των οποίων οι διευθυντές δηλώνουν ότι η έλλειψη εκπαιδευτικού προσωπικού παρεμποδίζει τουλάχιστον σε κάποιο βαθμό τη διδασκαλία. Στον ΟΟΣΑ το αντίστοιχο ποσοστό είναι 39%. Για το βοηθητικό προσωπικό η διαφορά είναι πολύ μεγαλύτερη: 78% στην Ελλάδα έναντι 39% στον ΟΟΣΑ.
Και οι ελλείψεις δεν είναι μόνο σε ανθρώπινο δυναμικό: το 39% των μαθητών φοιτά σε σχολεία όπου οι διευθυντές αναφέρουν ότι η έλλειψη εκπαιδευτικού υλικού –όπως βιβλία, εξοπλισμός πληροφορικής, βιβλιοθήκες ή εργαστήρια– παρεμποδίζει τη διδασκαλία.
Το 47% φοιτά σε σχολεία όπου οι ελλείψεις στη φυσική υποδομή, όπως κτήρια, θέρμανση/ψύξη, φωτισμός ή ακουστικές συνθήκες, θεωρούνται επίσης εμπόδιο. Μόλις 30,7% των μαθητών φοιτά σε σχολεία χωρίς αναφερόμενες ελλείψεις υλικών πόρων, έναντι 43,8% στον ΟΟΣΑ. Κατά συνέπεια, περιγράφεται ένα σύστημα με ελλείψεις, μέσα στο οποίο οι εκπαιδευτικοί καλούνται να παράγουν μάθηση.
Τα παιδιά εξακολουθούν να προσπαθούν
Από τα δεδομένα του PISA προκύπτει, ότι το 63% των Ελλήνων μαθητών καταβάλλει πρόσθετη προσπάθεια όταν μια εργασία γίνεται δύσκολη – στον ΟΟΣΑ το ποσοστό είναι 60%. Το 61,6% δηλώνει ότι ολοκληρώνει ό,τι ξεκινά, έναντι 61,2% στον ΟΟΣΑ. Και το 77% λέει ότι ζητά βοήθεια από τους εκπαιδευτικούς όταν τη χρειάζεται – ακριβώς όσο και ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ.
Ιδιαίτερα ενδιαφέρον σημείο είναι το γεγονός ότι το 74% των Ελλήνων 15χρονων διαθέτει growth mindset, δηλαδή πιστεύει ότι οι ικανότητες και η νοημοσύνη μπορούν να αναπτυχθούν με προσπάθεια, εργασία και ανατροφοδότηση, όταν στον ΟΟΣΑ το ποσοστό είναι 69%.
Η συγκεκριμένη στάση των μαθητών σε συνδυασμό με τις επιδόσεις, συνεκτιμώντας και το κοινωνικοοικονομικό προφίλ μαθητών και σχολείων, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι μαθητές με growth mindset στην Ελλάδα εμφανίζουν 35 μονάδες υψηλότερη επίδοση στις Φυσικές Επιστήμες σε σχέση με μαθητές με fixed mindset. Η αντίστοιχη διαφορά στον ΟΟΣΑ είναι 28 μονάδες.
Αυτό σημαίνει πρακτικά, ότι η ελληνική εικόνα δεν μπορεί να περιγραφεί ως «τα παιδιά δεν θέλουν να προσπαθήσουν». Γιατί δεν αποδίδουν όμως όσο θα μπορούσαν;
Επειδή υποχωρεί η περιέργεια, γεγονός που εμπνέει ανησυχία: το 68% των Ελλήνων μαθητών δηλώνει ότι είναι περίεργο για πολλά διαφορετικά πράγματα, έναντι 73% στον ΟΟΣΑ. Το ποσοστό όμως μειώθηκε κατά 11,2 ποσοστιαίες μονάδες μεταξύ 2022 και 2025.
Και το ποσοστό εκείνων που δηλώνουν ότι καταβάλλουν επιπλέον προσπάθεια όταν η εργασία δυσκολεύει μειώθηκε κατά 5 ποσοστιαίες μονάδες.
Το εύρημα γίνεται ακόμη πιο σημαντικό επειδή η περιέργεια συνδέεται με τις επιδόσεις. Στην Ελλάδα, μετά τον συνυπολογισμό του κοινωνικοοικονομικού προφίλ, μία μονάδα αύξησης στον δείκτη περιέργειας συνδέεται με 21 μονάδες υψηλότερη επίδοση στις Φυσικές Επιστήμες. Για την επιμονή, η αντίστοιχη διαφορά είναι 19 μονάδες.
Η ύλη και η πραγματική «μάθηση»
Πέρα από το εάν πραγματοποιήθηκε το μάθημα, το αληθινό πρόβλημα προκύπτει εάν αυτό δεν συνδυάστηκε με την ‘γνωστική ενεργοποίηση’ του μαθητή. Στην Ελλάδα, το 37% των μαθητών λέει ότι δεν μπορεί να εργαστεί καλά στα περισσότερα ή όλα τα μαθήματα Φυσικών Επιστημών, έναντι 19% στον ΟΟΣΑ.
Το 46% δηλώνει ότι ο θόρυβος και η αταξία διαταράσσουν τα περισσότερα ή όλα τα μαθήματα, έναντι 31%. Και το 45% αναφέρει ότι οι συμμαθητές του δεν ακούν τι λέει ο εκπαιδευτικός, έναντι 29% του ΟΟΣΑ.
Αξίζει να αναφερθεί, ότι σύμφωνα με όσα καταγράφονται, από το 2015 έως το 2025, το πειθαρχικό κλίμα και η υποστήριξη από τους εκπαιδευτικούς βελτιώθηκαν κατά μέσο όρο στις χώρες του ΟΟΣΑ, αλλά επιδεινώθηκαν στην Ελλάδα.
Ο ρόλος της εξωσχολικής βοήθειας
Ο ΟΟΣΑ καταγράφει, ότι η παροχή βοήθειας στη μελέτη, μεταξύ άλλων και μέσω peer-to-peer tutoring, συνδέεται με υψηλότερες επιδόσεις στις Φυσικές Επιστήμες. Στην Ελλάδα, η βοήθεια από συμμαθητές δεν είναι τόσο διαδεδομένη όσο στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ: 70% των μαθητών λέει ότι ζητά βοήθεια από συμμαθητές όταν δεν καταλαβαίνει κάτι, έναντι 82% στον ΟΟΣΑ.
Στην πραγματικότητα, το ζήτημα για το ελληνικό σχολείο είναι εάν η μάθηση έχει γίνει υπερβολικά εξαρτημένη από εξωτερικούς μηχανισμούς: οικογένεια, φροντιστήριο, ιδιαίτερο μάθημα και ατομική μελέτη.
Η PISA δεν αποδεικνύει ότι η εξωσχολική βοήθεια ευνοεί τις επιδόσεις, ούτε ότι το σχολείο μεταφέρει τη μάθηση εκτός τάξης. Ωστόσο, παραμένει ανοικτό το ερώτημα, πόση από την εκπαιδευτική προσπάθεια που καταγράφεται ως «επίδοση μαθητή» παράγεται τελικά μέσα στο σχολείο και πόση έξω από αυτό.
Η υποχώρηση της οικογενειακής υποστήριξης
Το PISA 2025 καταγράφει και μια υποχώρηση της οικογενειακής στήριξης. Το 71% των Ελλήνων μαθητών δηλώνει ότι οι γονείς ή κηδεμόνες τους ρωτούν τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα τι έκαναν στο σχολείο όταν το 2022 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 77%.
Παράλληλα, 54% δηλώνει ότι συζητά τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα με τους γονείς του προβλήματα που αντιμετωπίζει στο σχολείο, έναντι 61% το 2022.
Η υποχώρηση αυτή δεν είναι ελληνική ιδιαιτερότητα, καθώς η οικογενειακή στήριξη μειώθηκε σημαντικά σε σχεδόν όλες τις χώρες του PISA μεταξύ 2022 και 2025. Αλλά στην ελληνική περίπτωση αποκτά ιδιαίτερη σημασία, επειδή το σχολείο εμφανίζει ταυτόχρονα χαμηλότερους δείκτες εκπαιδευτικής υποστήριξης.
Περισσότερες οι απουσίες των μαθητών
Ένα ακόμη στοιχείο προς ανάδειξη, είναι η σχέση των μαθητών με το ίδιο το σχολείο. Το 31% των Ελλήνων 15χρονων δήλωσε ότι είχε χάσει τουλάχιστον μία ημέρα σχολείου μέσα στις δύο εβδομάδες πριν από την εξέταση, έναντι 22% στον ΟΟΣΑ. Το 49% είχε χάσει τουλάχιστον μία διδακτική ώρα, έναντι 24%. Και το 62% είχε φτάσει καθυστερημένα στο σχολείο, έναντι 50% στον ΟΟΣΑ.
Το 2022 τα αντίστοιχα ελληνικά ποσοστά ήταν 28%, 53% και 58%. Άρα δεν αυξάνονται όλοι οι δείκτες προς την ίδια κατεύθυνση: οι ολόκληρες ημέρες απουσίας αυξήθηκαν, οι χαμένες διδακτικές ώρες μειώθηκαν και η καθυστέρηση αυξήθηκε.
Το ψηφιακό σχολείο
Χωρίς αμφιβολία, η Ελλάδα έχει κάνει σημαντικά βήματα ως προς την ψηφιακή υποδομή. Όμως η PISA δείχνει ότι η παρουσία τεχνολογίας δεν σημαίνει αυτομάτως περισσότερη μάθηση. Οι μαθητές στην Ελλάδα δηλώνουν ότι χρησιμοποιούν ψηφιακές συσκευές στο σχολείο για μαθησιακές δραστηριότητες κατά μέσο όρο 1,1 ώρα την ημέρα, έναντι 1,7 ώρας στον ΟΟΣΑ.
Για δραστηριότητες αναψυχής μέσα στο σχολείο, όμως, αναφέρουν 1,2 ώρα, έναντι 1,1 ώρας στον ΟΟΣΑ.
Ενδιαφέρον εύρημα, είναι ακόμη ότι το 33% των Ελλήνων μαθητών λέει ότι οι συμμαθητές τους αποσπώνται συχνά από τη χρήση ψηφιακών συσκευών στα περισσότερα ή όλα τα μαθήματα Φυσικών Επιστημών – στον ΟΟΣΑ το ποσοστό είναι 28%.
Και στην Ελλάδα οι μαθητές που αναφέρουν ψηφιακή διάσπαση στις Φυσικές Επιστήμες έχουν, μετά τον συνυπολογισμό κοινωνικοοικονομικών χαρακτηριστικών, 30 μονάδες χαμηλότερη επίδοση από εκείνους που δεν αναφέρουν τέτοια διάσπαση ενώ στον ΟΟΣΑ η διαφορά είναι 11 μονάδες.
Κι όμως, η Ελλάδα είναι η χώρα του PISA όπου το 98% των μαθητών φοιτά σε σχολεία στα οποία, σύμφωνα με τους διευθυντές, απαγορεύεται η χρήση κινητών στους σχολικούς χώρους όταν στον ΟΟΣΑ, το αντίστοιχο ποσοστό είναι μόλις 49%. Όπως προκύπτει, το ζήτημα είναι πιο σύνθετο από την απλουστευμένη παρατήρηση ότι ‘φταίνε τα κινητά’, καθώς η ουσιαστική ψηφιακή παιδεία είναι κάτι διαφορετικό.
Παράλληλα, η έλευση της τεχνητής νοημοσύνης ήρθε να ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο. Το 34% των Ελλήνων μαθητών δηλώνει ότι χρησιμοποιεί τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα AI chatbots για να βοηθηθεί στη μάθηση, έναντι 46% στον ΟΟΣΑ.
Το 29% τα χρησιμοποιεί για προκαταρκτική έρευνα σε ένα νέο θέμα, το 24% για να συνοψίσει ένα κείμενο που έπρεπε να διαβάσει και το 25% για να συντάξει κείμενο σε γραπτές εργασίες. Μόνο 16% δηλώνει ότι δεν χρησιμοποιεί ποτέ ή σχεδόν ποτέ AI chatbots για καμία από τις σχολικές εργασίες που εξετάστηκαν, έναντι 14% στον ΟΟΣΑ.
Αντικείμενο διερεύνησης αποτελεί, επομένως, το πώς αξιοποιείται η τεχνητή νοημοσύνη από τους μαθητές. Ο ΟΟΣΑ διαπιστώνει ότι οι μαθητές που δεν χρησιμοποιούν AI για σχολικές εργασίες τείνουν να έχουν υψηλότερες επιδόσεις από εκείνους που τη χρησιμοποιούν.
Όταν όμως η AI χρησιμοποιείται με μέτρο και συγκεκριμένο μαθησιακό σκοπό, η σχέση είναι διαφορετική από την εντατική ή άκριτη χρήση. Σημαντικό να αναφερθεί, ότι η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο μάθησης όταν ο μαθητής έχει μάθει να αξιολογεί την απάντηση που παίρνει και όχι απλώς να την καταναλώνει.
Στην Ελλάδα 60,7% των μαθητών δηλώνει ότι έχει μάθει στο μάθημα να αξιολογεί πληροφορίες που παράγονται από AI, έναντι 62,6% στον ΟΟΣΑ.
Ο ρόλος που παίζει το κοινωνικό υπόβαθρο
Η PISA επιβεβαιώνει ότι η κοινωνικοοικονομική κατάσταση εξακολουθεί να συνδέεται με τις επιδόσεις.
Στην Ελλάδα η διαφορά στις Φυσικές Επιστήμες μεταξύ των μαθητών του ανώτερου και του κατώτερου 25% της κοινωνικοοικονομικής κατανομής είναι 76 μονάδες – στον ΟΟΣΑ είναι 84. Το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο εξηγεί περίπου 10% της διακύμανσης στις επιδόσεις των Ελλήνων μαθητών στις Φυσικές Επιστήμες, έναντι 12% στον ΟΟΣΑ.
Ωστόσο, ίσως ένα από τα πιο ελπιδοφόρα ευρήματα ολόκληρης της έρευνας, αποτελεί το γεγονός ότι το 12% των κοινωνικοοικονομικά μειονεκτούντων μαθητών στην Ελλάδα καταφέρνει να βρίσκεται στο ανώτερο 25% των επιδόσεων στις Φυσικές Επιστήμες.
Το ποσοστό είναι ίδιο με τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Πρόκειται για τους μαθητές που ο ΟΟΣΑ χαρακτηρίζει ακαδημαϊκά ανθεκτικούς: παιδιά που, παρά τις κοινωνικοοικονομικές δυσκολίες, επιτυγχάνουν υψηλές επιδόσεις σε σχέση με τους μαθητές της χώρας τους.
Η πρόκληση για το ελληνικό σχολείο
Οι Έλληνες μαθητές δεν εμφανίζονται ως μια γενιά που έχει εγκαταλείψει τη μάθηση αλλά αντίθετα, ότι πολλοί θέλουν να προσπαθήσουν ενώ οι περισσότεροι εξακολουθούν να πιστεύουν ότι μπορούν να βελτιωθούν. Ένα σημαντικό ποσοστό παιδιών καταφέρνει να ξεπεράσει ακόμη και τα κοινωνικοοικονομικά εμπόδια.
Αλλά την ίδια στιγμή, το ελληνικό σχολείο εμφανίζει χαμηλές βασικές επιδόσεις, μικρό ποσοστό υψηλών επιδόσεων, υποχώρηση της περιέργειας, προβλήματα συγκέντρωσης, υψηλές απουσίες και καθυστερήσεις, ελλείψεις προσωπικού και υποδομών και χαμηλότερους δείκτες αντιλαμβανόμενης εκπαιδευτικής υποστήριξης.
Κατά συνέπεια, η ορθή αξιοποίηση των ευρημάτων του PISA 2025 θα στρεφόταν στο σύνολο της μαθησιακής εμπειρίας και όχι μόνο στον ‘ανεπαρκή εκπαιδευτικό’ ή στις ‘χαμηλές επιδόσεις’ των μαθητών. Στο πως, δηλαδή, τα παιδιά θα υποστηριχθούν στο να μαθαίνουν καλύτερα – όχι περισσότερο. Να είναι σε θέση να κατανοούν, να εξηγούν, να χρησιμοποιούν τις γνώσεις τους στην καθημερινότητά τους. Αλλά και να μπορούν να εντοπίσουν μόνα τους τί πρέπει να κάνουν όταν δεν ξέρουν κάτι.

