Ανοδικά κινήθηκαν ελληνικές εξαγωγές τον Ιούλιο του 2026, σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία που δημοσίευσε σήμερα η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ) και επεξεργάστηκε το ΙΕΕΣ του ΣΕΒΕ.
Ειδικότερα, διαμορφώθηκαν σε €5.073,3 εκατ. τον Ιούλιο του 2026 έναντι €4.378,6 εκατ. τον Ιούλιο του 2025, καταγράφοντας άνοδο +15,9% (+€694,7 εκατ.). Οι εισαγωγές ενισχύθηκαν κατά €790,4 εκατ., ήτοι +10,7%, φτάνοντας τα €8.182,1 εκατ. από €7.391,7 εκατ. πέρυσι. Ως αποτέλεσμα, το εμπορικό έλλειμμα διευρύνθηκε κατά €95,7 εκατ., δηλαδή +3,2%, ανερχόμενο σε €3.108,8 εκατ. έναντι €3.013,1 εκατ. τον Ιούλιο του 2025.
Η εικόνα των εμπορευματικών συναλλαγών άνευ πετρελαιοειδών διατηρείται σε θετικό έδαφος, καθώς οι εξαγωγές έφτασαν τα €3.598,6 εκατ. τον Ιούλιο του 2026, από €3.384,1 εκατ. τον αντίστοιχο μήνα του 2025, ενισχυμένες κατά €214,5 εκατ. ή 6,3%. Οι εισαγωγές υποχώρησαν ελαφρά στα €6.084,4 εκατ., καταγράφοντας μείωση €46,8 εκατ. ή 0,8% σε σχέση με πέρυσι. Έτσι, το εμπορικό έλλειμμα συρρικνώθηκε κατά €261,3 εκατ. ή 9,5%, διαμορφούμενο σε €2.485,8 εκατ. έναντι €2.747,1 εκατ. τον Ιούλιο του 2025.
Κατά το διάστημα Ιανουαρίου–Ιουλίου 2026, οι ελληνικές εξαγωγές κινήθηκαν επίσης σε ιδιαίτερα θετική τροχιά, φτάνοντας τα €32.755,8 εκατ. έναντι €28.498,2 εκατ. την αντίστοιχη περίοδο του 2025, ενισχυμένες κατά €4.257,6 εκατ. ή 14,9%. Οι εισαγωγές ανήλθαν σε €51.898,5 εκατ. από €48.399,1 εκατ., αυξημένες κατά €3.499,4 εκατ. ή 7,2%, ενώ το εμπορικό έλλειμμα υποχώρησε στα €19.142,7 εκατ. από €19.900,9 εκατ., βελτιωμένο κατά €758,2 εκατ. ή 3,8%.
Αν εξαιρεθούν τα πετρελαιοειδή, οι εξαγωγές κατά το διάστημα Ιανουαρίου–Ιουλίου 2026 ανήλθαν σε €23.666,6 εκατ., έναντι €22.148,4 εκατ. την αντίστοιχη περίοδο του 2025, σημειώνοντας άνοδο €1.518,2 εκατ. ή 6,9%. Οι εισαγωγές διαμορφώθηκαν στα €39.743,2 εκατ., από €39.017,8 εκατ. πέρυσι, αυξημένες κατά €725,4 εκατ. ή 1,9%. Το εμπορικό έλλειμμα, τέλος, περιορίστηκε στα €16.076,6 εκατ. από €16.869,4 εκατ. το αντίστοιχο διάστημα του 2025, βελτιωμένο κατά €792,8 εκατ. ή 4,7%.
Σε κλαδικό επίπεδο, ο κλάδος των πετρελαιοειδών κατέγραψε τη μεγαλύτερη άνοδο σε απόλυτους όρους, με ενίσχυση €2.867,0 εκατ. (+41,2%), αποτελώντας τον βασικό μοχλό της συνολικής βελτίωσης των ελληνικών εξαγωγών στο διάστημα Ιανουαρίου–Ιουλίου 2026. Ισχυρή παρέμεινε και η πορεία των τροφίμων, με αύξηση €548,1 εκατ. (+10,1%), επιβεβαιώνοντας τη σταθερή τους παρουσία στις διεθνείς αγορές. Αξιοσημείωτη άνοδο κατέγραψαν επίσης τα μηχανήματα–οχήματα, με €278,3 εκατ. (+9,8%), και οι πρώτες ύλες, με €223,9 εκατ. (+22,4%). Ανοδικά κινήθηκαν ακόμη τα βιομηχανικά προϊόντα, με €216,1 εκατ. (+4,7%), τα χημικά, με €196,5 εκατ. (+5,1%), και τα διάφορα βιομηχανικά προϊόντα, με €45,9 εκατ. (+2,1%), ενώ οριακή άνοδο σημείωσαν και τα ποτά–καπνά, με €5,0 εκατ. (+0,5%). Αντίθετα, πτωτικά κινήθηκαν τα μη ταξινομημένα προϊόντα, με μείωση €3,2 εκατ. (-3,7%), και κυρίως τα λίπη και έλαια, τα οποία υποχώρησαν κατά €122,5 εκατ. (-18,8%) σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025.

*Προσωρινά στοιχεία ΕΛΣΤΑΤ
**Οι διαφορές στο σύνολο προκύπτουν από τον τρόπο υπολογισμού των εξαγωγών ανά κλάδο
Όσον αφορά τους εξαγωγικούς προορισμούς, κατά το διάστημα Ιανουαρίου–Ιουλίου 2026 σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025, καταγράφηκε άνοδος των εξαγωγών τόσο προς τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (27) όσο και προς τις Τρίτες Χώρες. Πιο αναλυτικά, οι εξαγωγές προς την ΕΕ διαμορφώθηκαν σε €18.992,2 εκατ. από €16.504,3 εκατ., ενισχυμένες κατά 15,1%, ενώ οι εξαγωγές προς Τρίτες Χώρες έφτασαν τα €13.763,6 εκατ. από €11.993,9 εκατ., αυξημένες κατά 14,8%. Επομένως, το μερίδιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο σύνολο των εξαγωγών διαμορφώθηκε στο 58,0%, έναντι 57,9% πέρυσι, ενώ το μερίδιο των Τρίτων Χωρών ανήλθε στο 42,0%, από 42,1% το 2025.
Χωρίς τα πετρελαιοειδή, οι εξαγωγές προς τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ανήλθαν σε €15.931,0 εκατ. έναντι €14.660,7 εκατ. το διάστημα Ιανουαρίου–Ιουλίου 2025, αυξημένες κατά 8,7%, ενώ οι εξαγωγές προς Τρίτες Χώρες διαμορφώθηκαν σε €7.735,6 εκατ. με άνοδο 3,3%. Το μερίδιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο σύνολο των εξαγωγών χωρίς πετρελαιοειδή διαμορφώθηκε έτσι στο 67,3%, ενώ το μερίδιο των Τρίτων Χωρών στο 32,7%
.

