Του Στάθη Βασιλόπουλου
Έντονη επενδυτική κινητικότητα καταγράφεται στην ελληνική αγορά Πληροφορικής, με μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους, family offices, εγχώρια funds και διεθνείς παίκτες να ενισχύουν την παρουσία τους στον κλάδο. Οι συμφωνίες που ανακοινώνονται η μία μετά την άλλη δεν αποτελούν μεμονωμένες κινήσεις, αλλά συνθέτουν ένα νέο επιχειρηματικό τοπίο, με μεγαλύτερα σχήματα, ισχυρότερες μετοχικές βάσεις και αυξημένες φιλοδοξίες εντός και εκτός συνόρων.
Η συγκυρία αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς το μεγάλο κύμα των έργων του Ταμείου Ανάκαμψης σχεδόν έχει ολοκληρωθεί, χωρίς όμως να υποχωρεί το ενδιαφέρον για τις ελληνικές εταιρείες τεχνολογίας. Αντίθετα, η κινητικότητα των τελευταίων μηνών δείχνει ότι ισχυροί επενδυτές επιχειρούν να τοποθετηθούν εγκαίρως στην αγορά της επόμενης ημέρας, επιλέγοντας επιχειρήσεις με παρουσία όχι μόνο στα δημόσια έργα, αλλά και σε τομείς που αναμένεται να αποτελέσουν τους νέους μοχλούς ανάπτυξης, όπως το GovTech, η κυβερνοασφάλεια, το cloud, η τεχνητή νοημοσύνη και οι τεχνολογίες άμυνας.
Το πιο πρόσφατο παράδειγμα είναι η Nova ICT, η εταιρεία Πληροφορικής που ιδρύθηκε το 2023 ως κοινοπραξία ισότιμης συμμετοχής της Nova και της Pinston Holdings, εταιρείας συμμετοχών που συνδέεται με τον όμιλο Βαρδινογιάννη.
Η Nova αποχώρησε από το μετοχικό σχήμα, μεταβιβάζοντας το ποσοστό της στην Ireon Technologies έναντι 60,5 εκατ. ευρώ. Με τη συναλλαγή αυτή, η Pinston Holdings διατήρησε το 50% της Nova ICT, ενώ η Motor Oil απέκτησε εμμέσως το υπόλοιπο 50% μέσω της Ireon Technologies.
Παράλληλα, η EOS Capital Partners, μέσω του επενδυτικού ταμείου EOS Hellenic Renaissance Fund II, και το Latsco Family Office, συμφερόντων της Μαριάννας Λάτση, απέκτησαν από κοινού ποσοστό 30% στην Ireon Technologies.
Το ενδιαφέρον που συγκεντρώνει η Nova ICT δεν είναι τυχαίο. Παρά τη σύντομη παρουσία της στην αγορά, έχει καταγράψει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, αναλαμβάνοντας σημαντικά έργα ψηφιακού μετασχηματισμού. Ιδιαίτερα στο Δημόσιο έχει αποκτήσει αξιοσημείωτο αποτύπωμα μέσα από μεγάλης κλίμακας παρεμβάσεις ψηφιοποίησης και τεχνολογικού εκσυγχρονισμού, η πλειονότητα των οποίων χρηματοδοτείται από το Ταμείο Ανάκαμψης.
Η συμφωνία εντάσσεται σε ένα ευρύτερο σερί συναλλαγών που μεταβάλλει τις ισορροπίες του κλάδου. Πριν από μερικές εβδομάδες, το Diorama Investments II της DECA Investments απέκτησε το 40% της Dotsoft, μιας εταιρείας με παρουσία σε έργα έξυπνων πόλεων, δημόσιων οργανισμών και ολοκληρωμένων ψηφιακών εφαρμογών.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον συγκέντρωσε και το διπλό deal της Real Consulting, η οποία συμφώνησε να αποκτήσει το 100% της OTS και, παράλληλα, διεύρυνε τη μετοχική της βάση με την είσοδο ισχυρών επιχειρηματικών κεφαλαίων. Στους νέους επενδυτές της Real Consulting περιλαμβάνονται η Intracom Holdings, η Motor Oil μέσω των Ireon Investments και Ireon Ventures, η Blue Oak (Δημήτρης Θεοδωρίδης) και η Red Arrow Holdings (Μιλτιάδης Μαρινάκης).
Η εξαγορά της OTS δημιουργεί έναν διευρυμένο όμιλο με παρουσία στον ιδιωτικό και στον δημόσιο τομέα. Η OTS διαθέτει ισχυρή θέση στα πληροφοριακά συστήματα για δήμους, περιφέρειες και δημόσιους οργανισμούς, προσθέτοντας στη Real Consulting τεχνογνωσία και πρόσβαση στον χώρο του GovTech. Ταυτόχρονα, η είσοδος νέων μετόχων ενισχύει την κεφαλαιακή βάση και τις δυνατότητες περαιτέρω ανάπτυξης του σχήματος.
Στο ίδιο επενδυτικό μωσαϊκό εντάσσεται η απόκτηση του 60% της Collectives από τον ιταλικό όμιλο Maggioli, ο οποίος επιδιώκει να αξιοποιήσει την Ελλάδα ως βάση επέκτασης στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, στα Βαλκάνια και στην Κύπρο, με επίκεντρο τις τεχνολογικές λύσεις για το Δημόσιο.
Παράλληλα, η ελληνική αγορά έχει προσελκύσει και διεθνή επενδυτικά κεφάλαια, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την τοποθέτηση της General Atlantic στην Epsilon Net. Αντίστοιχο ενδιαφέρον από τον ευρύτερο επιχειρηματικό κόσμο αποτυπώνει και η είσοδος της εφοπλιστικής οικογένειας Καραγιώργη στην QnR, ενισχύοντας την εικόνα ενός κλάδου με αυξανόμενη επενδυτική απήχηση.
Οι κινήσεις αυτές δεν αφορούν απλώς την αγορά μετοχικών ποσοστών. Αντανακλούν την προσπάθεια δημιουργίας μεγαλύτερων και πιο ανθεκτικών τεχνολογικών σχημάτων, ικανών να συνδυάσουν κεφάλαια, ανθρώπινο δυναμικό, τεχνογνωσία και πρόσβαση σε νέες αγορές.
Η μεγάλη αλλαγή μετά το RRF
Η επενδυτική κινητικότητα συμπίπτει με την ολοκλήρωση του ισχυρότερου κύκλου ανάπτυξης που γνώρισε η ελληνική Πληροφορική. Από το 2019 μέχρι και σήμερα το Ταμείο Ανάκαμψης λειτούργησε ως καταλύτης, κινητοποιώντας μεγάλα έργα ψηφιακού μετασχηματισμού, αυξάνοντας τα ανεκτέλεστα υπόλοιπα και δημιουργώντας πρωτοφανή ζήτηση για προσωπικό και τεχνολογικές λύσεις.
Η καθαρή αξία των ψηφιακών έργων του Δημοσίου που συμβασιοποιήθηκαν την περίοδο αυτή εκτιμάται ότι ξεπέρασε τα 4 δισ. ευρώ. Πρόκειται για ιστορικό μέγεθος, το οποίο επέτρεψε σε μεγάλους, μεσαίους και μικρότερους παίκτες να αυξήσουν τον κύκλο εργασιών και το αποτύπωμά τους.
Η επόμενη περίοδος, όμως, θα είναι σαφώς πιο απαιτητική. Τα νέα έργα δεν αναμένεται, με λίγες εξαιρέσεις, να έχουν τις φαραωνικές διαστάσεις των μεγάλων παρεμβάσεων του RRF. Οι διαθέσιμες συμβάσεις θα είναι μικρότερες ή περισσότερο εξειδικευμένες, ενώ οι διεκδικητές θα αυξηθούν.
Ήδη παρατηρείται συνωστισμός εταιρειών και κοινοπρακτικών σχημάτων ακόμη και σε διαγωνισμούς που παλαιότερα δεν θα προσέλκυαν τόσο έντονο ενδιαφέρον. Καθώς περιορίζεται η μεγάλη δεξαμενή των έργων του Ταμείου Ανάκαμψης, εντείνεται η μάχη για τζίρο, ανεκτέλεστο και παρουσία σε κρίσιμα τεχνολογικά πεδία.
Οι εταιρείες δεν θα κρίνονται πλέον μόνο από το ύψος των συμβάσεων που εξασφαλίζουν, αλλά από την ικανότητά τους να παραδίδουν εγκαίρως, να διαχειρίζονται το κόστος, να προστατεύουν τα περιθώρια κέρδους και να δημιουργούν σταθερά, επαναλαμβανόμενα έσοδα.
Όλες οι παραπάνω κινήσεις επιβεβαιώνουν ότι η συγκρότηση μεγαλύτερων και ισχυρότερων επιχειρηματικών σχημάτων αποτελεί πλέον σχεδόν αναπόφευκτη εξέλιξη. Η συγκέντρωση της αγοράς, η οποία έχει ξεκινήσει εδώ και μερικά χρόνια, εντείνεται, καθώς τα μεγάλης κλίμακας και σύνθετα έργα ψηφιακού μετασχηματισμού –όπως φάνηκε ξεκάθαρα και στον δημόσιο τομέα– απαιτούν ισχυρή κεφαλαιακή βάση, συνδυασμό δυνάμεων και ευρύ χαρτοφυλάκιο λύσεων.
Οι συνθήκες αυτές περιορίζουν σημαντικά τις δυνατότητες ανάπτυξης των μικρότερων και κατακερματισμένων εταιρειών. Αντίθετα, τα ισχυρά σχήματα αποκτούν σαφές ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, καθώς μπορούν να συνδυάζουν αποτελεσματικότερα κεφάλαια, τεχνογνωσία και εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό.
