-|-
Παρά την αύξηση των εισοδημάτων κατά 5% το χρόνο για το 2024 και το 2025, ποσοστά που υπερβαίνουν το μέσο πληθωρισμό του 3%, οι Έλληνες συνεχίζουν να καταγράφουν αρνητική αποταμίευση αφού η κατανάλωση τους υπερβαίνει το διαθέσιμο εισόδημα.
Ειδικότερα, σύμφωνα με μελέτη της Alpha Bank, η οποία δημοσιεύτηκε στο τελευταίο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων της τράπεζας, τα δύο τελευταία χρόνια το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών συνέχισε να αυξάνεται στηριζόμενο στην απασχόληση και την αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας που καταγράφεται σε ετήσια βάση.
Ειδικότερα, το ακαθάριστο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών στην Ελλάδα παραμένει σε ανοδική τροχιά την τελευταία διετία, με μέσο ετήσιο ρυθμό αύξησης κοντά στο 5%. Η ανοδική τάση συνεχίστηκε και το πρώτο τρίμηνο του 2026 αφού σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ αυξήθηκε κατά 3,2%, σε ετήσια βάση. Παράλληλα, η αύξηση του ακαθάριστου διαθέσιμου εισοδήματος ήταν μεγαλύτερη από τον μέσο ετήσιο πληθωρισμό της ίδιας περιόδου (3%), συμβάλλοντας στη σταδιακή ανάκτηση, μέρους των πραγματικών εισοδηματικών απωλειών που υπέστησαν τα νοικοκυριά κατά τη διετία 2022–2023, εξαιτίας των έντονων πληθωριστικών πιέσεων μετά.
Η αποταμίευση, ωστόσο, παρέμεινε αρνητική (περίπου -3% του ακαθάριστου διαθέσιμου εισοδήματος), καθώς η ιδιωτική κατανάλωση σε ονομαστικούς όρους υπερέβη το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, γεγονός που δείχνει ότι ένα μέρος της καταναλωτικής δαπάνης εξακολουθεί να χρηματοδοτείται από εναλλακτικές πηγές, όπως η αξιοποίηση των αποταμιεύσεων που συσσωρεύτηκαν κατά την περίοδο της πανδημίας, αλλά και ο τραπεζικός δανεισμός. Αναφορικά με το τελευταίο, ο δωδεκάμηνος ρυθμός μεταβολής των καταναλωτικών δανείων στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα κινείται έντονα ανοδικά Με βάση τα στοιχεία Ιουνίου η αύξηση στα καταναλωτικά δάνεια διαμορφώνεται σε 6,9%. Επιπλέον, όσο αυξάνεται η αξία των περιουσιακών στοιχείων των νοικοκυριών, τόσο ενισχύεται το αίσθημα οικονομικής ασφάλειας, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση της κατανάλωσης.
Αυξήσεις μισθών – περιουσίας
Η άνοδος της οικονομικής δραστηριότητας και της απασχόλησης τα τελευταία χρόνια, είναι ένας από τους βασικούς παράγοντες που ενίσχυσαν το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Το γεγονός αυτό αντανακλάται στη χρηματοοικονομική σύνθεση της αύξησης του ακαθάριστου διαθέσιμου εισοδήματος.
Ειδικότερα, η άνοδος των εισοδημάτων των νοικοκυριών τη διετία 2024-2025 προήλθε πρωτίστως από τις αμοιβές εξαρτημένης εργασίας και δευτερευόντως από το λειτουργικό πλεόνασμα/μικτό εισόδημα των αυτοαπασχολούμενων και των ατομικών επιχειρήσεων. Οι δύο αυτές κατηγορίες συνέχισαν να καταγράφουν άνοδο το πρώτο τρίμηνο του 2026 κατά 4,3% και 6% αντίστοιχα. Το εισόδημα περιουσίας επίσης συνεισέφερε θετικά τη διετία 2024-2025 -αν και σε μικρότερο βαθμό-, ενώ η άνοδος του ακαθάριστου διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών περιορίστηκε μερικώς από την αρνητική συμβολή των άμεσων φόρων. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η τελευταία αυτή κατηγορία συσχετίζεται θετικά με τα εισοδήματα των νοικοκυριών.
Ως προς την αξία του πλούτου των νοικοκυριών, επίσης συνεχίζει να αυξάνεται έντονα από τα μέσα του 2022, ενώ επιταχύνθηκε περαιτέρω κατά την τελευταία διετία. Η άνοδος αυτή μπορεί να ερμηνευτεί από την ανατίμηση των υφιστάμενων περιουσιακών στοιχείων ενεργητικού καθώς και, σε ορισμένο βαθμό, από τη δημιουργία νέου πλούτου. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), η αξία του ακαθάριστου πλούτου των νοικοκυριών στην Ελλάδα υπερέβη το 1 τρισ. ευρώ σε τρέχουσες τιμές το τέταρτο τρίμηνο του 2025, καταγράφοντας σωρευτική αύξηση κατά 19% ή 161 δισ. ευρώ τη διετία 2024-2025.
