Ο 60χρονος Βενσάν Κασέλ είναι ο Γάλλος ηθοποιός που γνωρίσαμε από το 1995 με το «Mίσος» και έγινε superstar κάνοντας τον πλανήτη να αγαπήσει όλες τις διαστάσεις των μετέπειτα ρόλων του.
Ανήκει στους πιο γοητευτικούς Ευρωπαίους του σινεμά και βρίσκεται σε μία από τις πιο γόνιμες εποχές της καριέρας του, με τέσσερις ταινίες και μία σειρά να κυκλοφορούν μέσα τους επόμενους μήνες: τις «Παράλληλες Ιστορίες» του Ιρανού σκηνοθέτη Ασγκάρ Φαραντί, επίσημη επιλογή στον διαγωνισμό των Καννών 2026, όπου υποδύεται έναν διπλό ρόλο δίπλα στις Ιζαμπέλ Ιπέρ και Βιρζινί Εφιρά και θα προβληθεί τη νέα σεζόν στην Ελλάδα, το μιούζικαλ «The Opera!» που θα βγει στις αίθουσες τον Σεπτέμβριο, το «Quasimodo», που θα δούμε το φθινόπωρο στο Netflix -μία από τις μεγαλύτερες γαλλικές παραγωγές που έχουν υλοποιηθεί ποτέ, με προϋπολογισμό €30 εκατ., όπου ενσαρκώνει τον άνθρωπο που ενέπνευσε τον μυθικό ήρωα του Ουγκό-, ενώ αναμένεται και το «Sacrifice», σε σκηνοθεσία του Ρομέν Γαβρά που γυρίστηκε στην Ελλάδα. Παράλληλα συμμετέχει στην τέταρτη σεζόν του «White Lotus» που θα προβληθεί το 2027.
Σε αυτή τη συνέντευξη όμως, ο Βενσάν Κασέλ μιλά για πολλά περισσότερα πέραν της δουλειάς του.
Gala: Eνσαρκώνεις τον Κουασιμόδο στη νέα παραγωγή του Netflix. Τι σου μαθαίνει αυτός ο ρόλος για τον εαυτό σου;
ΒΕΝΣΑΝ ΚΑΣΕΛ: Το να υποδύεσαι ένα τέρας είναι πολύ απελευθερωτικό. Είναι σχεδόν σαν εσωτερική κάθαρση. Ηταν η πρώτη φορά στην καριέρα μου που έκανα κάτι τέτοιο. Αν είχαμε ολοκληρώσει τα γυρίσματα, θα μπορούσα να σου πω περισσότερα.
G.: Γιατί όμως λειτουργεί καθαρτικά; Επίσης, το να υποδύεσαι κάποιον αποκρουστικό στα μάτια των άλλων αποτελεί κι ένα μάθημα για εσένα που είσαι τόσο επιθυμητός;
B.Κ.: Δεν ξέρω αν ισχύει τόσο αυτό, όσο το ότι κι εγώ έχω μέσα μου μια τερατώδη πλευρά, η οποία ήταν λίγο κρυμμένη. Παίζοντας όμως το τέρας, αυτή η πλευρά απελευθερώνεται. Ο Κουασιμόδος μπορεί να είναι αποκρουστικός, αλλά του συγχωρούν πολλά πράγματα. Σαν να μην έχει ηλικία ή φύλο. Μοιάζει λίγο με ένα τερατώδες παιδί. Γιατί δεν μεγάλωσε ποτέ, αλλά ούτε και έζησε παιδικά χρόνια. Τον βρήκα πολύ ενδιαφέροντα ως ρόλο.
G.: Αν δούμε και άλλες ιστορίες, όπως «Η Πεντάμορφη και το Τέρας», οι γυναίκες έλκονται από τέτοια όντα. Οπως και στην ελληνική μυθολογία που η Αφροδίτη προτίμησε τον Ηφαιστο, αντί για τον όμορφο Απόλλωνα.
B.Κ.: Είναι κάτι που τους συμβαίνει αλλά δεν μπορούν να το ομολογήσουν. Και εγώ το πιστεύω αυτό που λες, ένα «τέρας» μπορεί να αρέσει. Αλλά δεν μπορώ να σου εξηγήσω ακριβώς το γιατί. Μπορεί να είναι αυτή η αίσθηση του απαγορευμένου – «τι δουλειά έχεις εσύ με αυτόν;». Ολοι, γυναίκες και άνδρες, έλκονται από το τερατώδες, που δεν σημαίνει απαραίτητα φυσική ασχήμια.
G.: Μήπως είναι η σεμνότητα που κάνει τους πιο «άσχημους» ελκυστικούς;
B.Κ.: Ισως. Αλλά άσχημοι είναι και οι «όμορφοι» και ανόητοι που δεν είναι συνήθως σεμνοί. Ολοι γνωρίζουμε ότι η ομορφιά είναι περαστική, προσωρινή. Χωρίς περιεχόμενο, δεν πάει και πολύ μακριά. Ξέρεις τι μένει; Η ομορφιά της ενέργειάς σου, η αύρα σου. Η ομορφιά των ανθρώπων που είναι γεμάτοι από εμπειρίες, που έχουν μια ενέργεια που αλλάζει το περιβάλλον τους. Αυτή η ομορφιά ξεπερνάει σε μαγνητισμό και τα χαρακτηριστικά του προσώπου.
G.: Στις Κάννες προβλήθηκαν οι «Παράλληλοι Βίοι», ταινία που αναφέρεται και στην ιδιωτικότητα των ανθρώπων. Μήπως ζούμε το τέλος της;
B.Κ.: Είναι ενδιαφέρουσα η οπτική γωνία σου αλλά η ταινία, αν και μπορεί να έχει αυτό το θέμα, στην ουσία το χειρίζεται χωρίς να παίρνει υπόψη τη μοντέρνα του διάσταση. Στην ταινία του Φαραντί η απώλεια της οικειότητας δεν συμβαίνει ούτε μέσω των social media ούτε από τις κάμερες. Συμβαίνει μέσα από τα παράθυρα των διαμερισμάτων. Μιλάμε για κάποιον που κοιτάζει από το παράθυρο και εφευρίσκει μια ζωή. Αλλά το ερώτημά σου είναι πραγματικά επίκαιρο. Χθες, μάλιστα, είδα ένα ντοκιμαντέρ για τους κατασκόπους. Στην πραγματικότητα, σήμερα οι κατάσκοποι δεν μπορούν πλέον να δουλεύουν όπως παλιά, γιατί τα ίχνη του καθένα μας αποτυπώνονται στο Διαδίκτυο. Κανείς δεν μπορεί να «εξαφανιστεί» όπως κάποτε. Αρα, ναι, στην εποχή μας η ιδιωτικότητα πιστεύω ότι βρίσκεται στη διαδικασία τού να καταργηθεί ή, εν πάση περιπτώσει, μετατοπίζεται.
G.: Στο ιταλικό μιούζικαλ «Οπερα!» ενσαρκώνεις τον Χάρο. Σκέφτεσαι καθόλου τον θάνατο;
B.Κ.: Τον σκέφτομαι. Δεν σκέφτομαι τον θάνατο ως κάτι τρομερό που με φοβίζει, αλλά ως κάτι αναπόφευκτο, αναπότρεπτο. Επιπλέον, βρίσκω ότι η ζωή είναι αρκετά καλά φτιαγμένη, γιατί με το πέρασμα του χρόνου αντιμετωπίζουμε τον θάνατο διαφορετικά. Είναι σαν να έχουμε όλο τον χρόνο της ζωής μας για να τον αποδεχτούμε. Αλλά ειλικρινά σκέφτομαι τον θάνατο και όπως λέω στον εαυτό μου λίγο πολύ: έχω παιδιά, έχουν μεγαλώσει. Εγώ, στην καλύτερη περίπτωση, μπορώ να φτάσω έως την τάδε ηλικία. Στη χειρότερη, μπορεί να φύγω οποιαδήποτε στιγμή. Πώς οργανωνόμαστε ώστε πέρα από την ανάμνηση που θα αφήσουμε πίσω μας η αναχώρησή μας να είναι εύκολη για τους ζωντανούς; Στην ουσία, προσπαθούμε να προετοιμαστούμε ώστε η κατάσταση να είναι όσο πιο απλή και όσο λιγότερο οδυνηρή γίνεται για εκείνους που μένουν.
Εμείς, μόλις πεθάνουμε, έχουμε βγει από τη μέση.
G.: Πώς θα ήθελες να πεθάνεις;
B.Κ.: Κουρασμένος. (γέλια) Οχι όμως να πεθάνω από κούραση! Θυμάμαι μια φορά, ήταν την παραμονή Πρωτοχρονιάς του 2000, προφανώς μια βραδιά που έπρεπε οπωσδήποτε να γιορτάσεις την αλλαγή του χρόνου, την καινούρια χιλιετηρίδα κ.λπ. Και θυμάμαι ότι ήμουν πολύ κουρασμένος. Ημουν τόσο κουρασμένος εκείνο το βράδυ, που κατά τις 9 πήρα την απόφαση να μη βγω και να πέσω να κοιμηθώ. Να, θα ήθελα να πεθάνω έτσι. Σαν να υπάρχει μια γιορτή που δεν μπορείς να χάσεις, αλλά είσαι τόσο κουρασμένος που τελικά προτιμάς να κοιμηθείς.
G.: Ποια σκηνή της ζωής σου, ποια ανάμνηση εκφράζει την απόλυτη ευτυχία για σένα;
B.Κ.: Πρόκειται σίγουρα για στιγμές που συνδέονται με τα παιδιά μου, γιατί συνειδητοποιώ ότι αυτά είναι η μεγαλύτερη πηγή ευτυχίας. Πέρα από τις ερωτικές ιστορίες, πέρα από μια επαγγελματική επιτυχία, πέρα από όλα. Τα παιδιά είναι τα πάντα. Οταν βλέπω ότι τα παιδιά μου είναι καλά, πραγματικά καλά, τότε λέω στον εαυτό μου ότι όλα πάνε καλά. Τότε είμαι ευτυχισμένος. Εχω μια αίσθηση πληρότητας. Για μένα η ευτυχία έχει να κάνει με την ψυχολογική και σωματική κατάσταση των τριών κοριτσιών μου και του γιου μου.
G.: Βενσάν, υπάρχει έρωτας χωρίς τραγικό τέλος;
B.Κ.: Προοριζόμαστε όλοι για ένα τραγικό τέλος. Λέω πάντα για πλάκα ότι «σε κάθε περίπτωση, όλα θα τελειώσουν άσχημα». Για τον καθένα από εμάς. Αλλά οι ερωτικές ιστορίες, ακόμα και η αντίληψη του έρωτα, αλλάζει με τον χρόνο. Δηλαδή, όταν ξεκινάμε, όλα έχουν να κάνουν με το πάθος, τον ρομαντισμό. Και μετά, μαθαίνουμε ότι το πάθος είναι σαν να παίζεις με τον θάνατο (σ.σ.: στη γαλλική λογοτεχνία και κουλτούρα, το να αγαπάς με πάθος σημαίνει να «πεθαίνεις» λίγο κάθε φορά) και ότι ο ρομαντισμός, εξ ορισμού, δεν υπάρχει. Για κάποιους αυτό είναι μεγάλη απογοήτευση. Προσωπικά δεν το βρίσκω ιδιαίτερα άσχημο να μην κοιτάς τη ζωή μέσα από ένα πρίσμα αυταπάτης. Ετσι δεν απογοητεύεσαι. Η ηλικία, οι εμπειρίες, υπάρχουν πολλά πράγματα που συντελούν ώστε, ιδανικά, καθώς μεγαλώνουμε, να γινόμαστε λιγότερο ανόητοι.
G.: Σε ποια φάση της ζωής έρχεται ο πραγματικός έρωτας;
B.Κ.: Αυτό εξαρτάται από τη ζωή του καθενός. Εγώ, κάθε φορά που μπλέκω με κάποια, πιστεύω ότι είναι ο αληθινός έρωτας.
G.: Για να επιστρέψουμε στην υποκριτική, το «White Lotus» το παρακολουθούσες πριν σε επιλέξουν στο casting της τέταρτης σεζόν;
B.Κ.: Ναι, και μάλιστα το ανακάλυψα στην Ελλάδα, όταν γυρίζαμε με τον Γαβρά το «Sacrifice» και η Σάλμα Χάγιεκ μού είπε: «Μα, δεν ξέρεις το ‘’White Lotus’’;». Το είδα, λοιπόν, και το βρήκα απίστευτο. Το έκανα binge watching σε ένα Σαββατοκύριακο μαζί με τη σύντροφό μου (σ.σ.: Νάρα Μπαπτίστα), και σκέφτηκα ότι θα έπαιζα με τα χίλια σε κάτι τέτοιο. Και να που ήρθαν στη Γαλλία για κάστινγκ και γυρίσματα και συνέβη.
G.: Πώς ήταν η εμπειρία σου στην Ελλάδα με τον Ρομέν Γαβρά;
B.Κ.: Είναι παλιός φίλος. Ημουν παραγωγός στην πρώτη του ταινία και παραμείναμε πάντα πολύ, πολύ κοντά, αυτός και όλη εκείνη η παρέα, η κολεκτίβα Kourtrajmé, που είμαστε μαζί εδώ και πάνω από 30 χρόνια πλέον, για να πούμε την αλήθεια! Οπότε, ναι, με κάλεσε για να κάνω αυτή την ταινία. Και ανήκω στους ανθρώπους που όταν ο Ρομέν με καλέσει, πηγαίνω.
G.: Πώς σου φάνηκε η Ελλάδα;
B.Κ.: Την αγαπώ πολύ. Εχει πλάκα γιατί στην Ελλάδα νιώθω λίγο σαν να βρίσκομαι στην Ιταλία και σε μια χώρα του Μαγκρέμπ (σ.σ.: Μαρόκο, Αλγερία, Τυνησία) ταυτόχρονα. Διατηρεί αυτή την ποιότητα των αρχαίων πολιτισμών που μετά από αιώνες ιστορίας δεν συναντάς στις νέες χώρες ◆

