Ο Σιαμάκ Ετεμάντι δημιούργησε το πρώτο του ντοκιμαντέρ με τίτλο “Από Τι Είμαστε Φτιαγμένοι” που εξερευνά μέσα από την ερωτική ζωή των αναπήρων, ζητήματα οικειότητας και σύνδεσης που αφορούν τον καθένα μας. Έξι χρόνια μετά το σκηνοθετικό ντεμπούτο του σε μεγάλου μήκους ταινία, το επιτυχημένο “Παρί”, συζητά στο “α” για όσα τον αγγίζουν στον κινηματογράφο, για τον έρωτα και την σωματική του διάσταση.
Πώς ξεκίνησε το πρότζεκτ;
Αφορμή ήταν η συνάντησή μου με τον Άρη. Ήταν να κάνουμε ένα μικρό πρότζεκτ για τον αθλητισμό και την αναπηρία -μιας και ο Άρης είναι πολύ δραστήριος. Ταξιδέψαμε για δύο μέρες και κάπως μου ανέφερε την πτυχιακή εργασία που ήθελε να κάνει και το βρήκα πάρα πολύ ενδιαφέρον. Επίσης, με κέρδισε και ο ίδιος ως χαρακτήρας. Είναι πάρα πολύ εργατικός άνθρωπος, πολύ αξιόπιστος. Είδα ένα πρόσωπο που με γοήτευσε. Και μετά του πρότεινα να κάνουμε το ντοκιμαντέρ μαζί. Του λέω, εσύ θέλεις να κάνεις αυτήν την έρευνα κι εμένα όλα αυτά με αφορούν κι ας είμαι μεγαλύτερος, κι ας μην είμαι ανάπηρος.
Από τα πρώτα πράγματα που μου είπε ο Άρης ήταν ότι δεν ήθελε καθόλου να φαίνονται ως ήρωες. “Δεν είμαι ήρωας κανενός” είπε. Και το άλλο που έλεγε είναι ότι δεν θέλουν “inspiration porn”, που σημαίνει όταν κάνεις ταινίες, είτε για μετανάστες, είτε για πρόσφυγες, είτε για ανάπηρους με σκοπό να εμπνεύσουν τον θεατή, να πει “κοίτα ο καημένος πως τα καταφέρνει, εγώ που δεν έχω όλα αυτά τα προβλήματα, γιατί γκρινιάζω;” Θέλαμε μια ταινία που θα μπορούσε να είναι οποιοιδήποτε άνθρωποι, που να είναι αρκετά τολμηροί και πρόθυμοι να ανοιχτούν για όλες τις ανασφάλειες και τα προβλήματά τους.

Οπότε ξεκίνησες από ένα θέμα που σε τράβηξε κι όχι από έναν στόχο, ένα σχέδιο. Πώς το δούλεψες;
Νομίζω, ξεκινάς με κάτι -τουλάχιστον εγώ έτσι το αισθάνθηκα- που να σε ελκύει πολύ. Περάσαμε μια ερευνητική φάση, που ψάχναμε το θέμα, γιατί θεωρώ ότι είναι πάρα πολύ δύσκολο να μιλάς για τον έρωτα. Είναι από αυτά τα θέματα που μπορείς να πεις φοβίες και φιλοσοφίες αλλά στην πράξη τίποτα δεν ισχύει. Και πάντα αισθανόμουν ότι το σινεμά μπορεί να είναι ένα πιο κατάλληλο εργαλείο για να εξετάσεις αυτή την περίπλοκη και σύνθετη, ας πούμε, θεότητα.
Επίσης και αυτός ο καινούργιος κόσμος που έμπαινα, η αναπηρική κοινότητα, και ο τρόπος που γνώριζα ανθρώπους και πώς επιβιώνουν σε πιο δύσκολες συνθήκες, πώς βρίσκουν τρόπους να είναι δημιουργικοί και να ζήσουν μια γεμάτη ζωή, όλα αυτά με τραβούσαν και σ’ ένα προσωπικό επίπεδο. Τότε δεν είχα πρόβλημα να επενδύσω περισσότερο χρόνο. Δηλαδή δεν ήταν ξεκάθαρα επαγγελματική δουλειά. Υπήρξε μια προσωπική επένδυση, επειδή αισθανόμουν ότι κέρδιζα. Επίσης ήταν η πρώτη φορά που έκανα ντοκιμαντέρ. Εγώ προέρχομαι από το χώρο της μυθοπλασίας και αυτό ήταν ένα μεγάλο δώρο.
Ήταν εύκολη η μετάβαση από τη μυθοπλασία στο ντοκιμαντέρ;
Στην αρχή, δυσκολεύτηκα αρκετά επειδή ως άνθρωπος που γράφει και το σενάριο και κάνει μυθοπλασία, ψάχνεις συνεχώς για γεγονότα, θέλεις δράμα, θέλεις κάτι να συμβεί. Και είναι δύσκολο να καταλάβεις ότι τώρα είσαι μπροστά στην πραγματική ζωή, όπως είναι. Δηλαδή παρατηρείς τη ζωή. Και τελικά όλα είναι θέμα, αυτού που λέμε, point of view. Είναι όλο θέμα βλέμματος. Αυτό ήταν ένα μεγάλο μάθημα για εμένα. Αλλά η αλήθεια είναι ότι τα λεφτά δεν έφταναν για να κάνουμε την ταινία όπως θα ήθελα που σήμαινε ότι πρέπει να επενδύσουμε περισσότερο προσωπικό χρόνο και κόπο. Γι’ αυτό και μας πήρε η παραγωγή έξι χρόνια. Άνοιγε και η έρευνα και συναντούσαμε καινούριους χαρακτήρες, ιστορίες που ήταν συγκινητικές κι αισθανόμουν ότι χρειάζεται χρόνο και να κατανοήσω τι γίνεται. Κι επειδή ακριβώς ήταν ένα ευαίσθητο θέμα, ήθελε χρόνο ο άλλος να σε εμπιστευτεί και να αισθανθεί και μια άνεση με όλη αυτή τη διαδικασία με την κάμερα που τραβάει. Και αυτό χρειαζόταν χρόνο.

Αυτό μου έκανε φοβερή εντύπωση, η εμπιστοσύνη. Πώς είχαν καταφέρει να εκτεθούν οι ίδιοι αλλά κυρίως να σε εμπιστευτούν.
Ο χρόνος βοήθησε. Δηλαδή με έμαθαν, μετά από τρεις μήνες με ξαναέβλεπαν, μετά από ένα χρόνο πάλι. Σιγά σιγά γίναμε οικογένεια και καταλάβαιναν και τι κάνω, δηλαδή δεν ήμουνα κάποιος που ερχόταν να πάρει κάτι και να φύγει. Ήμουνα εκεί. Μαζί ήμασταν. Και βοήθησε πολύ που το κάναμε με τον Άρη, που είναι ένα πρόσωπο που κερδίζει πολύ τους ανθρώπους.
Πάντως, εγώ δεν έχω ξαναδεί τη θεματική των αναπήρων και τη σχέση τους με τον έρωτα και το σωματικό στοιχείο, πέρα από το ντοκιμαντέρ “Touch Me Not ” της Adina Pintilie.
Αυτή είναι η μαγεία του σινεμά. Παίρνεις μια φωτογραφική κάμερα στο χέρι και τραβάς μια φωτογραφία και παίρνει και ένας άλλος και τραβάει την ίδια φωτογραφία και φαίνεται, ας πούμε, η ψυχή σου σε αυτό που τραβάς. Πόσο περισσότερο όταν έχεις μια κάμερα στο χέρι σου γιατί εκτίθεσαι εντελώς και εσύ ως κινηματογραφιστής. Υπήρξε από μεριάς μου μια έλξη για αυτό που έβλεπα, το αισθανόμουν σχεδόν σαν μια τελετουργία, δηλαδή αυτή η προσέγγιση στο σώμα- ένα διαφορετικό σώμα. Και ο άλλος όταν είσαι τόσο κοντά του, και ως σκηνοθέτης και ως καμεραμάν, αισθάνεται την ενέργεια σου και αυτό βοηθάει είτε να ανοιχτεί, είτε να κλειστεί.

Για μένα το πιο ωραίο πράγμα της ταινίας ήταν ότι ο έρωτας και για αυτούς τους ανθρώπους αλλά και για όλους μας είναι πρώτα σωματική υπόθεση. Βέβαια, υπάρχει ένα ταμπού στο να δείξεις ότι ο έρωτας είναι σωματική υπόθεση.
Πολύ ενδιαφέρον όντως! Και για μένα, ιδιαίτερα στην αρχή που δεν είχα τόση επαφή και εμπειρία με ανάπηρους συμπολίτες μας, υπήρχε πάντα αυτό το ερώτημα: πώς ερωτεύεσαι σε αυτό το καθαρά σωματικό ζήτημα; Μου λύθηκε το θέμα! Με βάση την έρευνα που κάναμε στην αρχή, τα μεγαλύτερα στερεότυπα ακόμα είναι πρώτον το αν κάνουν σεξ και δεύτερον πώς! Αλλά το πώς ισχύει για όλους μας. Έχουμε μια απάντηση στο κεφάλι μας, δυστυχώς πολύ συχνά από την πορνογραφία, και μετά χάνουμε όλη την ουσία για όταν γνωρίζουμε έναν άνθρωπο, πώς τον πλησιάζουμε, πώς τον σεβόμαστε.
Υπήρξε ένα μεγάλο ερώτημα για εμάς τι θα δείξουμε! Εγώ πάντα στο σινεμά περιμένω από μια σκηνή σεξ να μάθω καινούργια στοιχεία για τον χαρακτήρα, είναι δραματουργικό στοιχείο. Το να δείχναμε στο ντοκιμαντέρ έναν χαρακτήρα πώς κάνει σεξ ή κάτι τέτοιο θα ήταν εντελώς εκτός θέματος. Θέλαμε, όμως, να υπάρχει αυτή η ερωτική αίσθηση. Δηλαδή ο άλλος που βλέπει την ταινία να μπορεί να φανταστεί πως ένας ανάπηρος συμπολίτης μας, μία ανάπηρη συμπολίτης μας, μπορεί να είναι ελκυστικός/ή. Θα ήθελα να το αισθανθεί κάποιος με τον τρόπο που απεικονίζουμε το σώμα.
Και τελικά η ταινία δεν μιλάει μόνο για τους ανθρώπους με αναπηρία.
Προσπαθήσαμε η ταινία να είναι μια εξέταση, μια εξερεύνηση του έρωτα μέσα από το πρίσμα της αναπηρίας. Ένιωθα ότι τα θέματα που ψάχνει ο Άρης είναι τα θέματα που έχω ψάξει κι εγώ στη ζωή μου, ερωτήματα για το πώς βρίσκεις τον έρωτα, θέματα οικειότητας. Το βασικό είναι ότι η αναπηρία είναι σαν μεγεθυντικός φακός. Απλώς μεγαλώνει τα θέματα με έναν τρόπο που είναι πιο εύκολο να το συνειδητοποιήσεις και να το δεις. Κι από την κοινωνική πλευρά, ο θεατής θα είναι πιο ανοιχτός. Μπορεί να σκεφτεί τα δικά του θέματα, απορίες, ανησυχίες, άγχη, θα είναι πιο ευαίσθητος και για τον ανάπηρο συνάνθρωπο. Θα σκεφτεί “εφόσον εγώ έχω αυτά τα θέματα, τα έχει κι ο άλλος αλλά έχει και όλα αυτά τα εμπόδια που του έχουν φτιάξει”.

Πιστεύεις υπάρχουν πράγματα που συνδέουν αυτή την ταινία με το “Παρί”;
Πάντα ψάχνω στα σενάριά μου την ψυχοσύνθεσή μας, τι μας κινητοποιεί, τι μας κάνει να ξεπεράσουμε τα όρια μας, όπως είχα προσπαθήσει στο “Παρί”. Για μένα ο έρωτας και όλη η ερωτική διάσταση της τέχνης της δημιουργίας, είναι μια δύναμη που μας κινητοποιεί. Μου ήταν τρομερά βίαιο να συνειδητοποιήσω ότι ως κοινωνία αποκλείουμε μια ομάδα ανθρώπων μόνο και μόνο γιατί είναι ανάπηροι. Είναι σαν να αγνοείς την ερωτική πλευρά του άλλου και την ερωτική του υπόσταση. Στο “Παρί”, η ερωτική επιθυμία και η σύνδεση παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο!
Και μετά σκεφτόμουν, αν εγώ ήμουνα ανάπηρος και πήγαινα έξω στην κοινωνία, ο άλλος που με έβλεπε, θα ήταν πολύ ευγενικός μαζί, απλώς δεν θα υπήρχα ερωτικά για αυτόν. Πώς θα μπορούσα να ζήσω; Νομίζω έτσι συνδέεται πολύ. Προσπαθώ να μην κάνω κοινωνικό σινεμά με αυτό τον τρόπο. Θέλω να κάνω ένα σινεμά με συναισθήματα και ιστορίες και, οποιοδήποτε κοινωνικό μήνυμα βγαίνει από την ιστορία, καλοδεχούμενο!
Το ντοκιμαντέρ “Από Τι Είμαστε Φτιαγμένοι” παίζεται στους κινηματογράφους από τις 12 Φεβρουαρίου.

