Saturday, February 14, 2026
spot_imgspot_img

Related Posts

Top 5 This Week

Όταν οι εύποροι αγοράζουν αποτοξίνωση και οι φτωχοί πληρώνουν την υπερσύνδεση

Για χρόνια, το “digital divide” περιγραφόταν απλά: ποιος έχει υπολογιστή, ποιος έχει σύνδεση, ποιος έχει πρόσβαση. Αυτό το κεφάλαιο δεν έκλεισε – αλλά δεν είναι πια το πιο ενδιαφέρον. Η νέα πραγματικότητα είναι πιο άβολη: η ανισότητα δεν μετριέται μόνο σε megabytes, αλλά σε έλεγχο. Το προνόμιο σήμερα δεν είναι να έχεις οθόνες. Είναι να μπορείς να τις περιορίσεις, να τις φιλτράρεις, να τις επιβλέπεις και να τις αντικαθιστάς με χρόνο, χώρο και ανθρώπινη φροντίδα.

Και εδώ ακριβώς το “κενό” γίνεται “χάσμα”. Γιατί η τεχνολογία που υποτίθεται ότι εκδημοκρατίζει τη γνώση, στην πράξη συχνά λειτουργεί σαν επιταχυντής κοινωνικής διαστρωμάτωσης: άλλους τους κάνει πιο ικανούς, άλλους πιο εξαρτημένους.

Όταν οι πλούσιοι αγοράζουν «λιγότερη τεχνολογία»

Σε εύπορα περιβάλλοντα, οι κανόνες γύρω από τις οθόνες έχουν γίνει σχεδόν νέο πρωτόκολλο “καλής ανατροφής”. Περιορισμένο smartphone ή καθόλου, συχνά χωρίς social media σε μικρές ηλικίες, προσεκτικά επιλεγμένο περιεχόμενο, ώρες ύπνου που προστατεύονται σαν ιερό, δραστηριότητες εκτός σπιτιού που “τρώνε” τον ελεύθερο χρόνο και κυρίως: ενήλικος που επιβλέπει.

Αυτά όμως δεν είναι απλές ηθικές επιλογές. Είναι επιλογές που κοστίζουν. Για να κρατήσεις ένα παιδί μακριά από οθόνη χρειάζεσαι εναλλακτικές: αθλήματα, μουσική, μετακινήσεις, κατασκηνώσεις, βιβλία, χώρο, ήσυχο δωμάτιο, ασφάλεια γειτονιάς. Χρειάζεσαι χρόνο να είσαι παρών. Χρειάζεσαι, με άλλα λόγια, το πιο σπάνιο αγαθό: διαθέσιμο γονέα.

Έτσι, η “αποτοξίνωση” από την υπερ-ψηφιοποίηση δεν είναι ουδέτερη. Είναι κοινωνικό προνόμιο.

Όταν οι φτωχότεροι σπρώχνονται σε περισσότερες οθόνες

Στην άλλη πλευρά, η οθόνη γίνεται συχνά λύση ανάγκης. Όχι επειδή κάποιος πιστεύει ιδεολογικά στην τεχνολογία, αλλά επειδή πρέπει να “βγει” η μέρα. Η οθόνη λειτουργεί σαν babysitter, σαν παρηγοριά, σαν αποσυμπίεση σε σπίτια που μπορεί να είναι μικρά, γεμάτα, θορυβώδη, με γονείς σε βάρδιες ή με πολλαπλές δουλειές.

Και μετά έρχεται το σχολείο – με απαιτήσεις που βαφτίζονται “εκσυγχρονισμός”. Εργασίες σε πλατφόρμες, επικοινωνία με εφαρμογές, ψηφιακές ασκήσεις, βίντεο, λογαριασμοί. Σε θεωρητικό επίπεδο αυτό ακούγεται ισότιμο. Στην πράξη, όμως, η εμπειρία του παιδιού διαφέρει δραματικά:

  • Άλλο να κάνεις online εργασία σε δικό σου laptop, σε ήσυχο δωμάτιο, με γονέα διαθέσιμο.
  • Και άλλο να προσπαθείς από κινητό, με ασταθές internet, σε τραπέζι κουζίνας, με δύο αδέλφια δίπλα και κανέναν να σε βοηθήσει.

Έτσι, η “ψηφιακή” σχολική διαδικασία δεν εξισώνει. Συχνά εκθέτει πιο ωμά την ανισότητα.

Η μεγάλη παγίδα: από «πρόσβαση» σε «ποιότητα χρήσης»

Το κρίσιμο σημείο είναι ότι η συζήτηση κόλλησε στο “έχουμε συσκευές;”. Αλλά το πραγματικό ερώτημα είναι: τι είδους χρήση γίνεται;

Υπάρχει τεράστια διαφορά ανάμεσα σε:

  • παραγωγική χρήση (μάθηση, δημιουργία, κώδικας, γλώσσες, έρευνα, projects),
    και
  • παθητική κατανάλωση (ατελείωτα βίντεο, σκρολάρισμα, παιχνίδια τύπου “μηχανάκι”, dopamine loops).

Στα παιδιά εύπορων οικογενειών, η τεχνολογία τείνει να εμφανίζεται ως εργαλείο με κανόνες. Στα παιδιά χαμηλότερων εισοδημάτων, τείνει να εμφανίζεται ως περιβάλλον. Και όταν η οθόνη δεν είναι εργαλείο αλλά περιβάλλον, το παιδί δεν χρησιμοποιεί την τεχνολογία – η τεχνολογία χρησιμοποιεί το παιδί.

Εκεί γεννιέται το χάσμα: όχι στην πρόσβαση, αλλά στην ικανότητα αυτορρύθμισης, συγκέντρωσης και μαθησιακής πειθαρχίας.

Υπνος, προσοχή, σχολείο: η αλυσίδα που σπάει

Η υπερ-έκθεση στις οθόνες δεν είναι αφηρημένη έννοια. Μεταφράζεται σε συγκεκριμένες συνέπειες που έχουν άμεσο εκπαιδευτικό αποτέλεσμα:

  • Λιγότερος ύπνος (και χειρότερος ύπνος).
  • Περισσότερη διάσπαση προσοχής.
  • Μικρότερη αντοχή στο διάβασμα και στη βαρετή –αλλά απαραίτητη– προσπάθεια.
  • Δυσκολία στην καθυστέρηση ικανοποίησης (όταν όλα είναι “άμεσο reward”).
  • Υψηλότερη έκθεση σε περιεχόμενο που δεν είναι φτιαγμένο για παιδιά, αλλά για να τα κρατάει κολλημένα.

Το σχολείο χτίστηκε πάνω στην ιδέα ότι το παιδί μπορεί να συγκεντρωθεί για 30-40 λεπτά, να διαβάσει μια σελίδα χωρίς να αλλάζει ερέθισμα κάθε 3 δευτερόλεπτα, να γράψει, να επιμείνει. Όταν αυτό διαλύεται, το πρόβλημα δεν είναι “η τεχνολογία γενικά”. Είναι ότι μια ολόκληρη γενιά εκπαιδεύεται σε ένα μοντέλο προσοχής που μοιάζει περισσότερο με feed παρά με μάθημα.

Και η ανισότητα εδώ γίνεται άγρια: τα παιδιά που έχουν σπίτι με όρια, ύπνο, πρόγραμμα και εναλλακτικές, κρατούν τις βάσεις τους. Τα παιδιά που δεν τα έχουν, χάνουν έδαφος χρόνο με τον χρόνο. Το χάσμα δεν φαίνεται σε μία τάξη. Φαίνεται σε πέντε.

Τα σχολεία και ο μύθος του «περισσότερο EdTech = καλύτερα»

Υπάρχει και μια βολική αυταπάτη: ότι η λύση είναι “να βάλουμε κι άλλη τεχνολογία”. Διαδραστικούς πίνακες, tablets, εφαρμογές, πλατφόρμες. Όμως το κρίσιμο δεν είναι πόσες συσκευές έχει μια αίθουσα. Είναι αν το σχολείο χτίζει δεξιότητες.

Αν η τεχνολογία χρησιμοποιείται για να αντικαταστήσει τον εκπαιδευτικό, να αυτοματοποιήσει ασκήσεις, να γεμίσει ώρες με “ψηφιακά φύλλα εργασίας”, τότε δεν μιλάμε για πρόοδο. Μιλάμε για φτηνό υποκατάστατο. Και συνήθως αυτό το υποκατάστατο καταλήγει εκεί όπου τα συστήματα είναι ήδη πιεσμένα: στα δημόσια σχολεία, στις υποστελεχωμένες δομές, στις γειτονιές που έχουν λιγότερα.

Με λίγα λόγια: η “ψηφιοποίηση” χωρίς παιδαγωγική στρατηγική γίνεται εργοστάσιο ανισότητας.

Τι σημαίνει πολιτική απάντηση

Αν το κράτος και οι θεσμοί θέλουν να αντιμετωπίσουν το νέο χάσμα, πρέπει να σταματήσουν να μετράνε μόνο συνδέσεις και συσκευές. Η απάντηση είναι τριπλή:

Πρώτον, ελάχιστη εγγυημένη πρόσβαση με αξιοπρέπεια: σταθερό internet, συσκευή που δουλεύει, όχι λύσεις της τελευταίας στιγμής. Αλλά αυτό είναι το εύκολο κομμάτι.

Δεύτερον, στήριξη της οικογένειας και του παιδιού: χώρος μελέτης, δομές ενισχυτικής, “after school” υποστήριξη, ενήλικοι που μπορούν να βοηθήσουν. Χωρίς αυτό, η συσκευή είναι απλώς μια πόρτα προς την απόσπαση.

Τρίτον, κανόνες και σχεδιασμός για την προσοχή: λιγότερη άσκοπη πλατφορμοποίηση στο σχολείο, καθαρές οδηγίες για χρήση, εκπαίδευση ψηφιακής αυτοάμυνας (αλγόριθμοι, παραπληροφόρηση, εξάρτηση), και τολμηρή προστασία του ύπνου και των ηλικιακών ορίων.

Δεν είναι “συντηρητισμός” να βάζεις όρια. Είναι κοινωνική πολιτική.

Το πραγματικό συμπέρασμα

Το νέο digital gap δεν είναι τεχνολογικό. Είναι ταξικό. Οι προνομιούχοι δεν κερδίζουν επειδή έχουν περισσότερα gadgets. Κερδίζουν επειδή έχουν περισσότερα φρένα. Έχουν χρόνο, επίβλεψη, επιλογές και την πολυτέλεια να πούνε “όχι” σε μια βιομηχανία που ζει από την προσοχή των παιδιών.

Αν αυτό δεν αναγνωριστεί καθαρά, θα συνεχίσουμε να βαφτίζουμε “εκσυγχρονισμό” κάτι που στην πράξη μεγαλώνει τις ανισότητες. Και τότε το χάσμα δεν θα είναι μόνο ψηφιακό. Θα είναι εκπαιδευτικό, κοινωνικό και, τελικά, πολιτικό.

Popular Articles