spot_imgspot_img

Related Posts

Top 5 This Week

«Φιόρδ» Ο εγκλωβισμός της ανθρώπινης ύπαρξης

Γεωγραφικά, ένα φιόρδ είναι ένας στενός, επιμήκης κόλπος με απότομες πλαγιές, που σχηματίστηκε από τη διάβρωση των παγετώνων. Κάτι στενό, βαθύ και απομονωμένο. Αυτό ακριβώς το γεωγραφικό φαινόμενο χρησιμοποιεί ο σκηνοθέτης Κρίστιαν Μουντζίου ως την απόλυτη μεταφορά για την ίδια την ταινία του. Στενεύει τα όρια, κλείνει τον ορίζοντα και εγκλωβίζει τους ήρωές του.

Μεταφερόμαστε σε μια απομακρυσμένη κοινότητα στα φιόρδ έξω από το Μπέργκεν της Νορβηγίας. Μια πόλη-σκηνικό, όπου η φύση μπορεί να είναι επιβλητική, αλλά η καθημερινότητα των ανθρώπων είναι ισοπεδωτική. Παρακολουθούμε μια κοινωνία που μοιάζει να έχει ξεμείνει από νόημα. Οι άνθρωποι εκεί απλά δεν έχουν τι να κάνουν με τη ζωή τους. Από τη μία, βλέπουμε τους νέους της πόλης: πνιγμένους στην πλήξη, χωρίς επιλογές, χωρίς μέρη να βγουν, να φλερτάρουν ή να ζήσουν, χαμένους σε μια ατελείωτη, παγωμένη μονοτονία. Από την άλλη, οι μεγαλύτεροι σε ηλικία κουβαλούν μια βουβή απελπισία· άνθρωποι αποξενωμένοι, που μοιάζουν να έχουν παραιτηθεί από τα πάντα και απλά δεν θέλουν να ζουν άλλο. Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό, «στενό» περιβάλλον, η παραμικρή σπίθα είναι αρκετή για να προκαλέσει την έκρηξη.

Μέσα σε αυτό το τέλμα φτάνει η οικογένεια των Γκεοργκίου. Έχοντας αφήσει πίσω τους το πολύβουο Βουκουρέστι, μετακομίζουν στα φιόρδ αναζητώντας μια ριζική αλλαγή, μια νέα αρχή σε έναν τόπο που φαντάζει ιδανικός, ασφαλής και ήρεμος για να μεγαλώσουν τα πέντε παιδιά τους

Στην αρχή, η ενσωμάτωσή τους μοιάζει ιδανική. Το «στενό» περιβάλλον της πόλης δείχνει το καλό του πρόσωπο. Η γειτονιά τους υποδέχεται με μια ζεστή, σχεδόν υποδειγματική φιλοξενία, πρόθυμη να αγκαλιάσει τους μετανάστες. Εκεί έρχονται πολύ κοντά με τους γειτόνες τους, την οικογένεια Halberg. Μάλιστα, η έφηβη κόρη της οικογένειας, η Elia, πιάνει γρήγορα φιλίες και αρχίζει να κάνει στενή παρέα με τη Noora, την κόρη των γειτόνων, δημιουργώντας μια γέφυρα ανάμεσα στους δύο κόσμους.Όμως, πίσω από τους κλειστούς τοίχους και την καθωσπρέπει επιφάνεια αυτής της βαθιά θρησκευόμενης οικογένειας, η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Τι κρύβεται, αλήθεια, πίσω από τις κλειδωμένες πόρτες τους;

Ο Μουντζίου αρχίζει να ξεφλουδίζει τα επίπεδα της οικογενειακής θαλπωρής για να αποκαλύψει ένα αυστηρό, πατριαρχικό καθεστώς, γεμάτο μυστικά, σιωπές και μια παραδοσιακή ανατροφή που ακροβατεί επικίνδυνα στα όρια της κακοποίησης.Στη Νορβηγία, το σύστημα προστασίας του παιδιού (Barnevernet) λειτουργεί με βάση την απόλυτη προστασία από την κακοποίηση.

Οι κανόνες τους είναι εξαιρετικά αυστηροί: αν υπάρξει έστω και η παραμικρή υποψία ή ένδειξη, όπως μια γρατζουνιά ή μια μελανιά που θα δουν στο σχολείο, οι αρχές παρεμβαίνουν ακαριαία και έχουν τη δύναμη να πάρουν το παιδί από το σπίτι πριν καν γίνει πλήρης έρευνα.Όταν το σύστημα αυτό ενεργοποιείται, οι παραδοσιακοί γονείς βρίσκονται σε απόλυτο σοκ και δεν ξέρουν πώς να αντιδράσουν.

Το γεγονός ότι είναι τόσο πολύ με τον Θεό και βαθιά θρησκευόμενοι, κάνει τα πράγματα ακόμα χειρότερα, καθώς η πίστη τους αντιμετωπίζεται από το κράτος ως ύποπτος φανατισμός. Μέσα στην απελπισία τους, βλέπουμε το ζευγάρι να αντιδράει με εντελώς διαφορετικό τρόπο στην προσπάθειά του να πάρει πίσω τα παιδιά του.Σε αυτό το σημείο, η ταινία απογειώνεται χάρη στις συγκλονιστικές ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστών, οι οποίοι μοιράζονται μια σπάνια, ηλεκτρισμένη χημεία στην οθόνη.

Ο πατέρας, τον οποίο υποδύεται ο Sebastian Stan, παίζει απόλυτα εσωτερικά, με μια βουβή ένταση, οχυρωμένος πίσω από το πείσμα του. Αντίθετα, η μητέρα βιώνει μια ολοκληρωτική κατάρρευση. Η Renate Reinsve —την οποία γνωρίσαμε και αγαπήσαμε στο The Worst Person in the World— παραδίδει μια συγκλονιστική ερμηνεία, κάνοντάς μας να δούμε και να νιώσουμε βαθιά πώς πονάει μια μάνα που της αφαιρούν βίαια ό,τι πολυτιμότερο έχει στη ζωή της.

Συμπερασματικά, το «Φιόρδ» —το οποίο προβάλλεται κανονικά στις αίθουσες από αυτή την Πέμπτη— είναι ένα πολύ ωραίο έργο για να δούμε τι κάνουν άλλες χώρες, πώς λειτουργούν οι κοινωνίες τους και πόσο υπερβολικά αυστηροί είναι οι κανόνες τους.

Ωστόσο, ο σκηνοθέτης ξεκάθαρα το παρατραβάει με την υπόθεση.

Η ταινία θα ήταν πολύ πιο σφιχτή αν επέλεγε να κόψει κάποια πράγματα και ορισμένες περιττές σκηνές που κουράζουν.
Παρόλα αυτά, το φιλμ πετυχαίνει τον σκοπό του με έναν σχεδόν εκβιαστικό τρόπο: δημιουργεί στον θεατή ένα τόσο έντονο, ασφυκτικό άγχος για το αν τελικά αυτή η οικογένεια θα καταφέρει να πάρει πίσω τα παιδιά της, που ακόμα κι αν κάποιες στιγμές νιώθεις ότι θέλεις να σηκωθείς να φύγεις από την αίθουσα, είναι αδύνατον να πάρεις τα μάτια σου από την οθόνη μέχρι να πέσουν οι τίτλοι τέλους.

Αυτή ακριβώς η καθηλωτική της δύναμη είναι που της χάρισε, παρά τις όποιες αδυναμίες της, τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ Καννών.»

Της Μελίνας Κέντογλου, 18/8/26

Popular Articles