Του Νίκου Κωτσικόπουλου
Η αναταξινόμηση εξυπηρετούμενων δανείων 452 εκατ. ευρώ, σε δάνεια αβέβαιης είσπραξης, που η εποπτεία της ΕΚΤ κατατάσσει στα “κόκκινα δάνεια”, είναι κατά βάση η αιτία της αύξησης των ΜΕΔ των ελληνικών τραπεζών κατά 529 εκατ. ευρώ, στο πρώτο εξάμηνο φέτος, στα 6,2 δισ. ευρώ. Η ΤτΕ σημειώνει αύξηση κατά 9,3% στα ΜΕΔ (όλων) των ελληνικών τραπεζών στο πρώτο εξάμηνο του 2026.
Η ΤτΕ διευκρινίζει διακριτικά στην Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, ότι ο συνολικός δείκτης των (αθροισμένων) κόκκινων δανείων των 4 συστημικών τραπεζών είναι 2,6% που σημαίνει ότι μειώθηκε από το τέλος του 2025. “Ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων (NPL ratio) για την Ελλάδα διαμορφώθηκε σε 2,6% τον Ιούνιο του 2026, έναντι 1,8% κατά μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση”, σύμφωνα με στοιχεία της EBA, (αυτό είναι και το ποσοστό που δίνει ο SSM επίσης στο τέλος Ιουνίου για τις συστημικές, υπολογίζοντας και τις καταθέσεις στην ΕΚΤ ή 2,9% χωρίς αυτές). Αντίθετα, η ΤτΕ καταγράφει δείκτη 3,4% για το σύνολο των ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων, από 3,3% τον Δεκέμβριο του 2025.
Στη σχετική υποσημείωση η ΤτΕ προσθέτει: “Ο δείκτες NPL ratio και NPL coverage ratio που δημοσιεύονται από την ΕΑΤ (EBA), υπολογίζονται σε ενοποιημένη βάση (consolidated basis) και αφορούν τα σημαντικά πιστωτικά ιδρύματα (δεν περιλαμβάνουν τα λιγότερο σημαντικά πιστωτικά ιδρύματα). Αντίθετα, οι δείκτες ΜΕΔ και κάλυψης ΜΕΔ από προβλέψεις της παρούσας έκθεσης βασίζονται σε στοιχεία ατομικής βάσης όλων των ελληνικών πιστωτικών ιδρυμάτων”. Τόσο ο τρόπος καταγραφής δηλαδή, όσο και η βάση μέτρησης διαφέρουν.
Ωστόσο τα ΜΕΔ αυξήθηκαν στα 6,208 δισ. ευρώ από 5,679 δισ. ευρώ τον Δεκέμβριο του 2025 και η αύξηση των δανείων από πιστωτική επέκταση, δεν υπερκάλυψε την άνοδό τους, γεγονός που οφείλεται και σε μερική αύξηση των ΜΕΔ από ρυθμίσεις σε δάνεια με ελβετικό φράγκο (σύμφωνα με την ΤτΕ), που ταξινομήθηκαν εποπτικά σε ΜΕΔ. Μέρος αυτών ενδέχεται να είναι και δάνεια step up με σταδιακά αυξανόμενες δόσεις, τα οποία επίσης αναταξινομήθηκαν.
Στα νοικοκυριά, τα ΜΕΔ αυξήθηκαν κατά 14%, με τα στεγαστικά να καταγράφουν άνοδο 14,6% και τα καταναλωτικά 11,7%. Στα επιχειρηματικά δάνεια, το απόθεμα των ΜΕΔ αυξήθηκε κατά 5,4%, κυρίως με μεγαλύτερη ποσοστιαία επιβάρυνση στις πολύ μικρές επιχειρήσεις και στους ελεύθερους επαγγελματίες (+12,5%).
Δάνεια αβέβαιης είσπραξης
Από τα στοιχεία της ΤτΕ προκύπτει ότι το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης εντοπίζεται στα δάνεια αβέβαιης είσπραξης, τα οποία ενισχύθηκαν κατά 452 εκατ. ευρώ, από 1,945 δισ. σε 2,397 δισ. ευρώ. Η μεταβολή αυτή αντιστοιχεί περίπου στο 85% της συνολικής καθαρής αύξησης των ΜΕΔ.
Αντίθετα, τα δάνεια σε καθυστέρηση άνω των 90 ημερών μειώθηκαν κατά 31 εκατ. ευρώ, στα 2,031 δισ. ευρώ, ενώ οι καταγγελμένες απαιτήσεις αυξήθηκαν κατά 109 εκατ. ευρώ, στα 1,780 δισ. ευρώ.
Τα δάνεια αβέβαιης είσπραξης δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έχουν σταματήσει να πληρώνονται. Πρόκειται για αυτοτελή εποπτική κατηγορία, στην οποία η τράπεζα εντάσσει ένα δάνειο όταν εκτιμά ότι ο δανειολήπτης δύσκολα θα μπορέσει να εξοφλήσει πλήρως το χρέος του, χωρίς να χρειαστεί η τράπεζα να καταφύγει, για παράδειγμα, σε ρευστοποίηση εξασφαλίσεων. Ή ακόμα ότι θα καθυστερεί τις δόσεις και δεν θα καταφέρνει να τις εξοφλεί ούτε με μεγάλη καθυστέρηση, σε διαστήματα κάτω των 90 ημερών,
Σύμφωνα με τα κριτήρια της ΕΚΤ και τις εποπτικές οδηγίες που υιοθετούνται και στην Ελλάδα, οι τράπεζες εξετάζουν την απώλεια ή τη σημαντική μείωση εισοδήματος, την αδυναμία εξασφάλισης επαρκών χρημάτων για την αποπληρωμή, τις καθυστερήσεις σε άλλους πιστωτές, τον υπερβολικό δανεισμό και τις επανειλημμένες ρυθμίσεις που δεν αντιμετωπίζουν ουσιαστικά το πρόβλημα. Ιδιαίτερη προσοχή δίνουν και σε δάνεια με χαμηλές τρέχουσες δόσεις αλλά μεγάλη τελική υποχρέωση. Με άλλα λόγια τα δάνεια step up.
Τα χαρακτηριστικά αυτά δεν οδηγούν αυτομάτως στον χαρακτηρισμό ενός δανείου ως ΜΕΔ. Απαιτείται αξιολόγηση της πραγματικής δυνατότητας πλήρους αποπληρωμής.
Πόσα δάνεια μπήκαν και πόσα βγήκαν από τα ΜΕΔ
Οι μετακινήσεις δανείων το πρώτο εξάμηνο ήταν μεγαλύτερες από την τελική αύξηση των 529 εκατ. ευρώ.
Συγκεκριμένα, 1,698 δισ. ευρώ δανείων πέρασαν από τα εξυπηρετούμενα στα μη εξυπηρετούμενα, ενώ 388 εκατ. ευρώ ακολούθησαν την αντίστροφη πορεία, επιστρέφοντας σε καθεστώς εξυπηρέτησης. Η καθαρή εισροή νέων ΜΕΔ διαμορφώθηκε έτσι σε περίπου 1,31 δισ. ευρώ.
Παράλληλα, οι πωλήσεις χαρτοφυλακίων αφαίρεσαν περίπου 400 εκατ. ευρώ από τα ΜΕΔ, οι εισπράξεις άλλα 300 εκατ. ευρώ και οι διαγραφές 73 εκατ. ευρώ. Αντίθετα, οι εκταμιεύσεις, οι αγορές δανείων και η κεφαλαιοποίηση τόκων πρόσθεσαν περίπου 100 εκατ. ευρώ. Υπήρξαν επίσης μικρότερες μεταβολές από ρευστοποιήσεις και λοιπές κινήσεις.
Στο σύνολο των τραπεζών, πάντως, η αύξηση των δανείων από 171,9 δισ. σε 180,4 δισ. ευρώ περιόρισε την επίπτωση που είχε η άνοδος των ΜΕΔ στον σχετικό δείκτη, ο οποίος αυξήθηκε μόλις κατά 0,1 ποσοστιαία μονάδα, από 3,3% σε 3,4%.
