13:44
3/3
Το «τέρας» μέσα μας: Το ΣΙΝΕΜΑ μιλάει με την Μάγκι Τζίλενχαλ για τη «Νύφη!»
![]() |
Αγαπημένη ηθοποιός, αλλά και σκηνοθέτιδα που είχαμε την τιμή να φιλοξενήσουμε στο Athens Open Air Film Festival για την ελληνική πρεμιέρα του ντεμπούτου της «Η Χαμένη Κόρη», η Μάγκι Τζίλενχαλ επιστρέφει ξανά πίσω από τις κάμερες για να επανασυστήσει μία ριζοσπαστική «Νύφη!» και μιλάει στο ΣΙΝΕΜΑ για τα «σημεία και τέρατα» του… Φρανκενστάιν και των καιρών μας.
Από τον Πάνο Γκένα
Η Μάγκι Τζίλενχαλ έχει τη διαύγεια ενός ανθρώπου που ξέρει ακριβώς τί θέλει και πως να το αφηγηθεί. Το είχα (και είχατε) διαπιστώσει από κοντά στο απολαυστικό Q&A που είχαμε κάνει μαζί μετά την μαγευτική προβολή της «Χαμένης Κόρης» στο Αττικό Άλσος κάτω από το φως της πανσελήνου τον Ιούνιο του 2022. Όπως είχε επισημάνει και η ίδια, ήταν σαν να είχε ανατείλει ένα «θηλυκό» φως, τόσο ταιριαστό με τη φύση της ταινίας της.
Φέτος, αρκετά χρόνια μετά, επιστρέφει με την ανησυχία μιας καλλιτέχνιδας που δεν θέλει να επαναλάβει τον εαυτό της, αλλά ταυτόχρονα και τίποτα από όσα έχουμε ήδη δει. Η αφορμή ήταν απλή: ένα τατουάζ της Νύφης του Φρανκενστάιν που εντόπισε σε ένα πάρτι. «Κάτι σε αυτή τη φιγούρα έχει αιχμαλωτίσει την κουλτούρα μας», θυμάται. Όταν επέστρεψε στην ομώνυμη κλασική ταινία του 1935 σε σκηνοθεσία Τζέιμς Γουέιλ, ανακάλυψε ότι η Νύφη – την οποία υποδύθηκε η Έλσα Λάντσεστερ – εμφανίζεται ελάχιστα, δεν μιλά, δεν έχει βούληση. Κι όμως, έγινε εμβληματική. Εκεί γεννήθηκε το δημιουργικό της «παζλ»: «τι θα γινόταν αν έπαιρνες το ίδιο φορμάτ, την ίδια ιστορία, αλλά της έδινες τεράστια αυτενέργεια, βαθιά ανάγκη, ευφυΐα, ψυχή, ευαλωτότητα και δύναμη; Τι θα συνέβαινε τότε; Αυτό μου φάνηκε ένα παζλ που άξιζε να εξερευνήσω».
Η Τζίλενχαλ δεν ενδιαφέρεται για μια ακόμη γοτθική αναβίωση. Αυτή την (ξανα)είδαμε πρόσφατα στον «Φρανκενστάιν» του Γκιγιέρμο ντελ Τόρο. Την απασχολεί το «τερατώδες», όχι όμως ως αισθητικό μοτίβο, αλλά ως υπαρξιακή συνθήκη. Στρέφει το βλέμμα τόσο στο «τέρας» του κόσμου γύρω μας, όσο και στο τέρας που φωλιάζει μέσα μας. Η σκέψη της συνομιλεί ευθέως με τη Μέρι Σέλεϊ, αλλά δεν εγκλωβίζεται εκεί. Ο Φρανκενστάιν στην ταινία είναι η αφετηρία, όχι ο προορισμός. Το ερώτημα δεν είναι αν μπορούμε να συμπονέσουμε το τέρας, αλλά αν μπορούμε να αναγνωρίσουμε τη δική μας σκοτεινή πλευρά.
Με ενδιαφέρει το «τέρας» που βλέπω έξω από μένα, που νιώθω ότι είναι ζωντανό και παντού σήμερα. Με ενδιαφέρει επίσης το «τέρας» που βλέπω μέσα μου. Εκείνη την περίοδο με απασχολούσε ιδιαίτερα. Σκεφτόμουν: «Τι είναι αυτό το τρομακτικό πράγμα που πιστεύω ότι υπάρχει μέσα σε όλους μας;» Ο Φρανκενστάιν είναι ένας τρόπος να το σκεφτείς και να το κατανοήσεις. Στο βιβλίο, το Πλάσμα είναι ένα τέρας με το οποίο μπορείς να ταυτιστείς — και ίσως έτσι να κοιτάξεις το τέρας μέσα σου. Αλλά η δική μου ταινία δεν είναι αυτό. Αυτό είναι η αφετηρία· μετά όμως η ιστορία γίνεται κάτι εντελώς διαφορετικό.
Τον ρόλο της Νύφης αναλαμβάνει το απόλυτο alter ego της Τζίλενχαλ, η υποψήφια για Όσκαρ Τζέσι Μπάκλεϊ με την οποία είχε ήδη συνεργαστεί στη «Χαμένη Κόρη». Η μεταξύ τους σχέση μοιάζει σχεδόν τηλεπαθητική, η Τζίλενχαλ περιγράφει μια συνεργασία χωρίς ενδιάμεσα φίλτρα.
Προσπάθησα να μην γράψω τον ρόλο γι’ αυτήν, για να μη τον περιορίσω. Όταν όμως τον ολοκλήρωσα, σκέφτηκα: «Είναι μόνο για την Τζέσι». Δεν ξέρω ποια άλλη θα μπορούσε να τον ερμηνεύσει. Έχει τη σοφία να αντιλαμβάνεται πως κάθε άνθρωπος περιέχει όλο το φάσμα των συναισθημάτων, άγρια δύναμη δίπλα στην μύχια ευαλωτότητα. Εξυπνάδα και παραλογισμό. Σεξουαλικότητα και, κάποιες φορές, ασχήμια. Όλα μαζί φτιάχνουν έναν άνθρωπο. Και αυτό είναι που χρειάζεται η Νύφη για να λειτουργήσει.
Απέναντί της, ο βραβευμένος με Όσκαρ Κρίστιαν Μπέιλ ως Φρανκ. Η Τζίλενχαλ χαρακτηρίζει τον Μπέιλ και την Μπάκλεϊ ως ιδιοφυείς, δυο ηθοποιούς που απέκτησαν μία αληθινή, βαθιά και ιδιαίτερη σύνδεση στα γυρίσματα.
Με τον Κρίστιαν τόλμησα απλώς να κάνω μεγάλα όνειρα! Σκέφτηκα: «Θα ζητήσω όποιον θέλω. Το χειρότερο που μπορεί να συμβεί είναι να μου πουν όχι». Χρειαζόμουν κάποιον ευάλωτο μα και σκληρό, με επιτακτικές ανάγκες και ευφυΐα, κάποιον που να μπορεί να κρατήσει το «τέρας» μέσα του με τρόπο που να μας επιτρέπει να το κοιτάξουμε και να σκεφτούμε «δεν επιλέγω τη βία, αλλά έχω μέσα μου αυτού του είδους την οργή».
Στην καρδιά της ταινίας υπάρχει μια φράση: «Θα προτιμούσα όχι». Η Νύφη επανέρχεται στη ζωή για να γίνει σύντροφος κάποιου άλλου, χωρίς συναίνεση, χωρίς πλαίσιο, χωρίς επιλογή. Η πρώτη της πράξη είναι μια ήσυχη άρνηση. Όχι κραυγή, αλλά θέση. Η Τζίλενχαλ επιμένει πόσο δύσκολο είναι να πεις «όχι», ακόμη και με τον πιο ευγενικό τρόπο. Η δική της Νύφη μετατρέπει αυτή την άρνηση σε πολιτική πράξη. Σε κίνηση. Σε σχεδόν επαναστατική χειρονομία.
Όταν ο Φρανκ και η Δρ. Ευφρόνιους (σ.τ.σ. στον ρόλο η πέντε φορές υποψήφια για Όσκαρ Ανέτ Μπένινγκ) επαναφέρουν τη Νύφη στη ζωή, υπάρχει άμεση σύνδεση. Αλλά σχεδόν αμέσως, εκείνος της λέει ψέματα. Της λέει ότι ήταν αρραβωνιαστικιά του. Ότι είχαν παρελθόν. Το ψέμα είναι μια δύσκολη βάση για σχέση. Συχνά οι άνθρωποι λένε ψέματα επειδή φοβούνται ότι δεν θα τους αγαπήσουν αν πουν την αλήθεια. Αλλά το ψέμα διαλύει τον άλλον. Αν λες ψέματα για ένα πράγμα, μπορεί να λες για όλα. Κι όμως, υπάρχει αληθινή σύνδεση μεταξύ τους. Κάποια στιγμή όμως, όπως σε κάθε σχέση που θέλει να επιβιώσει, η αλήθεια πρέπει να βγει στο φως.
Οπτικά, η ταινία δεν θα μπορούσε παρά να ισορροπεί – σε πλήρη συνάφεια με το θέμα της – ανάμεσα στο κλασικό και το ριζοσπαστικό. Με τη στήριξη της Warner Bros. γυρίστηκε και σε φορμά IMAX, αλλά με… δραματουργική ανατροπή! Η εικόνα δεν «μεγαλώνει» μόνο στις σκηνές δράσης, αλλά και στις στιγμές συναισθηματικής έντασης. Η τεχνολογία γίνεται εργαλείο εσωτερικής έκφρασης.
Όταν η Warner Bros. μου πρότεινε να γυρίσουμε την ταινία για IMAX, δεν ήξερα τι σήμαινε αυτό. Μελέτησα το φορμά και αποφασίσαμε να το χρησιμοποιήσουμε όχι μόνο για σκηνές δράσης, αλλά και για στιγμές συναισθηματικής ή μαγικής έντασης. Όταν η εικόνα «μεγαλώνει» σε μια τέτοια στιγμή, το νιώθεις. Είναι μαγικό.
Εξίσου πολυεπίπεδη και υβριδική αποδεικνύεται και η μουσική ταυτότητα της ταινίας. Η Ισλανδή συνθέτρια Χίλντουρ Γκουντναντότιρ, βραβευμένη με Όσκαρ για το «Τζόκερ», κλήθηκε να συνδυάσει την πανκ ενέργεια με τον βαθύ ρομαντισμό. Όπως και η ίδια η ταινία, το ηχητικό της σύμπαν είναι πλέγμα αντιθέσεων που τελικά συντονίζονται.
Ήταν δύσκολο να βρούμε τον τόνο της μουσικής. Έπρεπε να είναι ταυτόχρονα πανκ και βαθιά ρομαντική. Όχι καμπ. Απόλυτα σοβαρή. Η Χίλντουρ Γκουντναντότιρ έπρεπε να δημιουργήσει κάτι από το μηδέν. Συνεργαστήκαμε με τον Λι Ρανάλντο των Sonic Youth, τον σαξοφωνίστα Ντέιβιντ Μάρεϊ και το πρωτοποριακό Fever Ray.
Τι να περιμένετε από αυτό το αντισυμβατικό προσκλητήριο; Η Μάγκι Τζίλενχαλ μιλά για τη «Νύφη!» της σαν να μιλά για μία τελετουργία.
Είναι ένα ταξίδι και πρέπει να το ζήσεις σε έναν κινηματογράφο. Να μπεις στην αίθουσα, να σβήσουν τα φώτα, να καθίσεις για δύο ώρες και να παραδοθείς. Μόλις μπεις, δεν υπάρχει στάση. Και ελπίζω όταν επιστρέψεις στη ζωή σου, να τη νιώσεις λίγο διαφορετική.
Η «Νύφη!» υπόσχεται μία εμπειρία. Μια βουτιά σε έναν κόσμο όπου το τέρας δεν είναι μάσκα, αλλά καθρέφτης. Και όταν ανάψουν τα φώτα, ίσως να μην βλέπουμε τον εαυτό μας με τον ίδιο τρόπο.
INFO
Η ταινία «Νύφη!» κυκλοφορεί στις αίθουσες την Πέμπτη 5 Μαρτίου σε διανομή Tanweer.


